Σάββατο, 20 Ιουλίου 2013

Λευκάδα (1)



Δεν είναι περίεργο που πρώτη στο νου μου έρχεται αυτή η όμορφη γάτα της Λευκάδας έτσι καθώς  προσπαθώ να περιμαζέψω μνήμες και εμπειρίες από τις ολιγοήμερες διακοπές μου εκεί;  Από όλο αυτό το μπλε, όλους τους ανέμους, το ερειπωμένο και εγκαταλειμμένο πια σπίτι του Σικελιανού με τις βαριές σκουριασμένες κλειδαριές, την τσιμεντοποιημένη επικράτεια του νησιού, την καταστροφή στο Νυδρί,  το γενικευμένο τουριστικό ξεχαρβάλωμα, την βαρύτατη αίσθηση του «πωλείται», τα βεβηλωμένα αγάλματα των παλαιών, μ’ άλλα λόγια την λαμπρή πρυτανεία της παρακμής, αυτό το κάτασπρο γατί με ησυχάζει , απαλύνει τον πόνο μου και μου δίνει θάρρος. Για χάρη μας βλέπετε, και για τη φωτογράφηση, σχεδόν φόρεσε άνθη στο κεφάλι (αν ήταν γαρύφαλλα θα ’λεγα μετά χαράς «γαρύφαλλο στ’ αυτί»).


Φέρνω επίσης στο νου μου τον Κωσταντίνο ντε Βαλαμόντε (1911-1998). Δεν θα τον εγνώριζα αν οι εξαιρετικές (αλλά και πολύ ακριβές!) εκδόσεις fagotto books, που ειδικεύονται στις μουσικές σπουδές και εκδόσεις, δεν έκαμναν εξαίρεση για τη Λευκάδα και δεν δημοσίευαν εκτός των άλλων και την πολύ καλή μελέτη της κ. Παρασκευής Κοψιδά –Βρεττού με τον τίτλο «Λαϊκός Σουρεαλισμός,  Κώστας ντε Βαλαμόντε ο αντιήρωας μιας παραλογικής  αφήγησης». Χωρίς εγκύκλιες σπουδές, αυτόφωτος, ξεχωριστός, «ιδιαίτερος λίαν» ο άνθρωπος αυτός στάθηκε για την πόλη της Λευκάδας ένας πραγματικός  σαλός που προκαλούσε δέος και λαϊκά χάχανα όσο ζούσε. Καθώς κινήθηκε στα όρια Σουρεαλισμού/Ντανταϊσμού/Ναΐφ και κατακερματισμού των ψυχωτικών μίλησε, κατάρτισε θεωρίες ως «ιατροφιλόσοφος», ζωγράφισε με έμπνευση μεγάλου ζωγράφου, έπαιξε τρομπέτα με τα χείλη, σιγοντάρισε καντάδες με την κιθάρα του και την βαριά του φωνή. Αν ο Σκαρίμπας παίζοντας με μια ολόκληρη Χαλκίδα σκαρφίζονταν τους τύπους και τους ζωντάνευε στο χαρτί, ο Κώστας ντε Βαλαμόντες υποδύθηκε όλους αυτούς τους ρόλους.  Έπαιξε με τον κόσμο. Του έβγαλε τη γλώσσα αλλά και χλευάστηκε. 

  Είχε  την περιουσία ενός σπουργίτη όταν υπερήλικα τον βρήκαν τα σκυλιά ενός κυνηγού πεθαμένο από μέρες κοντά στη θάλασσα. Κι ας είχε πουλήσει εκατοντάδες πίνακές του σε πλούσιους συλλέκτες εδώ και στο εξωτερικό. Παρακάτω η Λευκάδα που χάθηκε, σε μια ένωση με την ελληνική ποιητική παράδοση δια χειρός Κώστα ντε Βαλαμόντε. Να τι ήταν γι’ αυτόν η Λευκάδα (και γιατί στο νου μου έρχεται ο Κάλβος και η Σαπφώ σαν διαβάζω αυτούς τους στίχους;)


                                       ΛΕΥΚΑΔΑ        

                                           

Ω, συ, παραπόδας Ενετού ανάγραμμα της Σικελίας μέτωπο! 

Λευκάδα κλαδωτή από πολυελαίους, φωτοσκιάσεων.

Σου έφερα τον ωκεανογράφο του ορίζοντα 

Να αστραπογράψη μυριόηχος ο Νομοπλάστης. 

Πόσων γενηών πατήματα εφώληασαν στις σκέπες Σου; 

Ζευγολάτης εφύτευσε αντρότητες στις πόρτες Σου Νησί

γιατί  τον αγαπώ μαζί γενήθηκαν οι χρόνοι απ’ το δρόμο Σου

πρωτοθεώρατος Οδυσσεολόγος είσαι γενέτηρά μου! 

Βωμός απ’ τα Λεύκατα η στεριά νίβει τα μνημεία,

ο θρόνος της Σαπφούς στη άβυσσο του γαλάζιου, 

εδώ κτίσματα καταιγίδος ουρλιάζουνε στην αμμουδιά.

Η γέννα σου το Κάστρο και η μήτρα σου τα ύψη, 

ουρανοστράτησε ο θαλασσολόγος σβύσιμο στην πλατεία σου.

Η σταυρωμένη πέτρα του αετού πίνακας στο νου μου.

                        
                                               (ποίημα  του Κώστα Ντε Βαλαμόντε)


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου