Δευτέρα, 23 Δεκεμβρίου 2013

Από Μαυροράχη προς Ροβανιέμι γραπτώς


(η επιστολή ενός ηλικιωμένου που στάλθηκε στον Αη-Βασίλη)*

                                                                           

                                                             αντέγραψε ο Νώντας Τσίγκας


 


(…)  ἀγαθοποιεῖτε καὶ δανείζετε μηδὲν ἀπελπίζοντες, 
καὶ ἔσται ὁ μισθὸς ὑμῶν πολύς, καὶ ἔσεσθε υἱοὶ ὑψίστου.
                                                       (από την «επί του Όρους Ομιλία»)



                                  Εν Μαυροράχη, 12 Δεκεμβρίου 2030

Αγαπητέ μου Άγιε της χαράς, γέροντα αγαθέ,

Απευθύνομαι σε σένα, ένας γέροντας  κι εγώ, ερείπιο της ζωής που τα  ’φαγε τα ψωμιά του, σχεδόν ενός αιώνος κούτσουρο, πρωτίστως  ως κάτοικος της Μαυροράχης της Πίνδου, αφού γνωρίζω καλά πως κι εσύ ζεις μέσα στα ολόχρονα κρύα και τους παντοτινούς χιονιάδες του Ροβανιέμι της μακρινής και πλούσιας χώρας σου Φινλανδίας. Έτσι ελπίζω πως  θα με νιώσεις καλύτερα. Θέλω να γνωρίζεις πως ουδέποτε στη ζωή μου έχω γράψει παρακαλετά γράμματα, ούτε λοιπόν  και τώρα που βρέθηκα στην πιο μεγάλη ανάγκη πρόκειται το κάνω.
Ζω στο χωριό αυτό, στα χίλια τριακόσια  μέτρα υψόμετρο,  επί ογδονταπέντε  συναπτά χρόνια. Άνεργος έμεινα από τα 55 μου –τότε που απολύθηκα από τη θέση του γραμματέως του Δήμου- καθώς με αντικατέστησε εμένα κι άλλους εξήντα ένα laptop, μαζί με τη  χειρίστριά του, του περιοδεύοντος ΚΕΠ, του νομού Γρεβενών-. Εκείνο τον καιρό  η Γερμανία είχε νικήσει - έτσι νόμισε δηλαδή- τον κόσμο, πιάνοντάς τον στο δόκανο, μοιράζοντας  απεριόριστο πόνο και τιμωρία στην παλαβή Ευρώπη και στους τεμπέληδες λαούς  του Νότου της.
Ολομόναχος πια εδώ πάνω έχω για παρέα μονάχα το βραχνό κρώξιμο του κόρακα, το λάλημα της κουκουβάγιας και  του γκιώνη, της δεκοχτούρας και των μικρών πουλιών. Λίγα αηδόνια μου γλυκαίνουν τις νύχτες το καλοκαίρι και μου θυμίζουν τη χαρά και το πικρό μαράζι της ζωής. Ένας κούκος λαλεί με θράσος καμιά φορά. Αλλά δεν έχει φέρει ποτέ του καμιά άνοιξη δεν περιμένω τίποτε της προκοπής από δαύτον. Κάποτε κελάρυζε κι η δική μου ζωή και κελαηδούσε το μέσα μου. Τώρα δεν ακούω νερά να τρέχουν, θαρρώ στέγνωσε η ζωή μου και έστυψαν τα σύννεφα κι οι ουρανοί όλο τους το φαρμάκι πάνω  σ' αυτή τη γη. Γύρω μου τώρα πετάνε μονάχα αετοί, γεράκια και όρνια. Στις πλαγιές  γυροφέρνουν λύκοι, αλεπούδες και  χοντρές καφετιές αρκούδες (όπως οι αγροφύλακες μια φορά κι έναν καιρό για να σου δώσω να καταλάβεις). Για τις μεγάλες πόλεις μου διηγούνται πράγματα τρομερά και φρικώδη. Δέντρα άγρια φύτρωσαν στη μέση των λεωφόρων, τα κτίρια χαίνουν καύκαλα αδειανά από ανθρώπους και ζωή, συλημένα και έρημα. Αδιάβατες  σαν ζούγκλες κατάντησαν οι  κάποτε πολύβουες πλατείες. Οι άνθρωποι αφού έκαψαν και γκρέμισαν τις πόλεις έφυγαν προς άγνωστη κατεύθυνση και η τύχη τους αγνοείται. Ο πληθυσμός της χώρας ετούτη τη στιγμή δεν θα πρέπει να ξεπερνάει το ένα εκατομμύριο  ψυχές που ζουν με το τίποτα όπως οι κατσαρίδες, τα μυρμήγκια και οι αρουραίοι.
Κι όμως κάποτε κάποιος είχε προφητεύσει με ακρίβεια αυτό το δύσκολο μέλλον. Κι ας μην ήταν της εκκλησίας ή θεοσεβούμενος ο άνθρωπος. Έτσι όπως τα ’χε γράψει συνέβησαν τότε:

    Οι φανατικοί  πατριώτες και εθνικόφρονες φυγάδευσαν περιουσίες ολόκληρες στο εξωτερικό με τη βοήθεια των αλληλοκαθρεφτιζόμενων καθεστώτων που ορισμένοι από αυτούς τα κρατούσαν με τα λεφτά τους και τις διασυνδέσεις τους στην εξουσία. Οι κυβερνήσεις διαδέχονταν η μιά την άλλη μ’ έναν πυρετώδη ρυθμό αλληλουχίας αποτυχιών, εγκλημάτων και αναρίθμητων μορφών ανικανότητας που έφτανε στα όρια της πνευματικής παραλυσίας, φρενιασμένοι οπαδοί πεθαμένων αρχηγών τους έβγαλαν από τους τάφους τους και  κρατώντας τους ψηλά μέσα στα λασπωμένα φέρετρά τους τους περιέφεραν στους δρόμους ζητώντας με εξτρεμιστικά συνθήματα την επαναφορά τους στην ενεργό πολιτική γιατί υποστήριζαν πως μόνον αυτοί θα γλίτωναν τη χώρα από την ολοκληρωτική της εξαφάνιση (…)

(…) Επικράτησε το δίκαιο των μελαγχολικών (…)  Δημιουργήθηκαν νέες παρανομίες των ενστίκτων (…) Νομιμοποιήθηκε το έγκλημα  (…) Πολύκλαδα και βαθύρριζα δέντρα γενεαλογικά ρίχτηκαν στη φωτιά. Ληξιαρχεία ανατινάχτηκαν στον αέρα. Τα μεγαλύτερα πλιάτσικα γίνανε στα μουσεία και τα αρχεία του Κράτους. Μυθώδεις περιουσίες δημεύτηκαν. Αποκαλύφθηκαν αίσχη και αίσχη σε μια κρίση εθνικού αυτοκολασμού… Η ερωτική ζωή τετρακοσίων τουλάχιστον πρωθυπουργών αποτέλεσε το θέμα οργιαστικών ταινιών στηριγμένων σε αδιάψευστα τεκμήρια. Δημόσιοι άντρες που δεν πρόλαβαν να το σκάσουν στο εξωτερικό εγκαίρως, υποχρεώθηκαν να εγκαταλείψουν ανώτατα αξιώματα και να προβούν σε εξομολογήσεις μπροστά σε αφρίζουσες μάζες λαού που τους λιντσάριζαν και μετά τους έτρωγαν με την εκδικητική λύσσα των αδικημένων…  Ξανασχεδιάστηκε η ρυμοτομία των πόλεων, που γκρεμίστηκαν συθέμελα και ξαναχτίστηκαν απ’ την αρχή. Η εκμετάλλευση του υπεδάφους πέρασε σε άλλα χέρια. Το όνομα της  χώρας άλλαξε. Το νέο δεν θύμιζε σε τίποτα το παλιό…1
 
Όλοι σχεδόν της ηλικίας μου έχουν αποχωρήσει, άλλος έτσι άλλος αλλιώς, αφήνοντάς άδειες τις γωνιές τους στο καφενείο. Έπαψα να πηγαίνω πια εκεί. Ξέμαθα.  Αλλά  κι ο καφετζής  ο ίδιος σε λίγο ό ίδιος θα πάψει να πηγαίνει. Γιατί ποιόν να περιμένει και  τι να πουλήσει πια; Όλοι οι στενοί μας γνώριμοι και συγγενείς βρίσκονται πλέον στην Αλησμόνα ψηλά στη ραχούλα. Τελευταίως  λίγο τα ανυπάκουα γόνατα, λίγο η απότομη ανηφοριά έπαψα κι εκεί να πηγαίνω. Το ξέρουν αυτό όμως  όλοι τους εκεί πάνω αυτό κι ελπίζω να με δικαιολογούν. Πριν από ένα χρόνο έσβησε και η κυρά μου. Σιωπηλά και αγόγγυστα  έτσι όπως έζησε. Πλάγιασε από βραδύς και δεν ξύπνησε ποτέ. Δεν ήταν  άρρωστη. Νομίζω πως βαρέθηκε να ζει. αυτό ήταν όλο. Μπούχτισε με την παλιοκατάσταση.
Σε πληροφορώ πως το γράμμα μου που λαβαίνεις είναι γραμμένο πάνω σε χοντρό  χασαπόχαρτο που πήρα από το χασαπιό. Δεν έχει τί να τυλίξει πια ο κρεοπώλης στο χαρτί αφού κανείς δεν αγοράζει πια κρέας. Τελευταία φορά που φάνηκε κρέας στο μαγαζί ήταν πέρυσι τον Αύγουστο , ένα σφαχτάρι ζυγούρι, που το πήρε ολόκληρο ένας Αλβανός  με χρυσά δαχτυλίδια στα χέρια και χοντρή αλυσίδα στο λαιμό με σταυρό σαν του Πατριάρχη,   και στρώθηκε και το ’φαγε ο ανοικονόμητος ολόκληρο, αυτός και η παρέα του, κάτω από το μεγάλο πλατάνι στην πλατεία. Όλη τη μέρα και τη νύχτα βαρούσαν οι δικοί μας μπροστά τους, σούζα τα κλαρίνα και τα νταούλια, να τους κάνουν το κέφι και να χορεύουν οι μοναδικοί και πολύτιμοι αυτοί τουρίστες του χωριού με το φρέσκο παραδάκι.
Εδώ πάνω δεν υπάρχει πια σχεδόν τίποτα της προκοπής. Πέτρες ξεφυτρώνουν μονάχα κι ελάτια που αυτά δεν τρώγονται ως γνωστόν. Κάστανα λίγα μπορεί κανείς να μαζώνει αν είναι νέος στις απότομες πλαγιές. Έπειτα κανείς οφείλει αυτό να το ξεχνάει  αν δε θέλει να βρεθεί στα ριζά του βουνού ξάπλα και έτοιμος για την τελετή εκδημήσεως. Λίγο τσάι του βουνού, ρίγανη, σπαθόχορτο,  ραδίκια, βρούβες, ραδίκια κι αγριολάχανα  μαζεύουμε στον καιρό τους από τις πλαγιές όταν έχει λιακάδες ή βολικό καιρό. Τα μαγειρεύουμε με ζεστό νερό και χορταίνουμε. Είμαστε και φυσικώς στεγνάδια από τα μικράτα μας είναι κι οι βουνίσιοι γερόντοι ολιγόφαγοι ως γνωστόν κι έτσι  βολεύεται το πράγμα μια χαρά. Οι νεότεροι έβγαιναν για μανιτάρια το Φθινόπωρο άλλα από τότε που ήρθαν και πλήθυναν οι αρκούδες εδώ πέρα αραίωσαν κι εκείνοι τα ψαξίματα.
Πέρασαν πάνω από τριάντα χρόνια από τότε που η χώρα μου κρίθηκε αναξιόπιστη, ακατάλληλη και αφερέγγυα για δάνεια και εμπορικές συναλλαγές με τους Ευρωπαίους και τον υπόλοιπο κόσμο. Και κατάντησε πολύ γρήγορα τόπος χωρίς ελπίδα για τους ντόπιους. Όσοι μας είχαν δανείσει –όλα έγιναν ξαφνικά σε μια χρυσή δεκαετία αέναης γιορτής, εκρηκτικής ανάπτυξης, τρίσβαθης ευτυχίας, πάνδημης σπατάλης και ευδαιμονίας- ήρθαν πίσω να πάρουν τα λεφτά τους. Άρον- άρον συγκέντρωσαν ότι δικαιούνταν κι έκλεισαν πίσω τους την πόρτα με πάταγο.  Όπως πολύ καλά γνωρίζεις ή  χώρα μου δεν ανήκει πια στην Ευρωπαϊκή οικογένεια, και εξακολουθεί να παραμένει μια πάμπτωχη  και φαλιρισμένη χώρα (η  πιο βαλκάνια από τις βαλκανικές και η πιο …αφρικανική από τις τέως «ευρωπαϊκές»).
 Οι νέοι έχουν φύγει από καιρό. Άλλος για Αυστραλία , άλλος Γερμανία, άλλος στο διάβολο κι ακόμα παραπέρα. Πολλοί έχουν φύγει κάτω στα αραβικά εμιράτα και δουλεύουν όλες τις δουλειές που μπορείς, και δεν  μπορείς, να φανταστείς. Εδώ δεν έχουμε πια πρωθυπουργούς, βουλή, βουλευτές και δημάρχους. Έχουμε αποφασίσει ότι είναι καλύτερα να μας κυβερνάει ο διοικητής της Τράπεζας  της χώρας ο οποίος ορίζεται και ισόβιος πρωθυπουργός. Σ’ αυτόν η ιερά σύνοδος παρεχώρησε και το  τίτλο του Αρχιεπισκόπου της γιατί εκκλησία και πολιτική υπηρετούν τον ίδιο Θεό - να μην κρυβόμαστε: Το χρήμα! Συντάξεις δεν δίνονται πια σε κανέναν, τα λεφτά στα ταμεία έχουν κάνει φτερά. Καμιά περίθαλψη δεν παρέχεται -άμα μπορείς να ζήσεις ζεις. Αν έχεις πάρει δρόμο για τ’ αλλού φεύγεις χωρίς δεύτερη συζήτηση… Τελικά αγαπητέ μου Άγιε ενώ το χρέος μας αποδείχθηκε βιώσιμο το  Έθνος κηρύχτηκε αναλώσιμο…
Θ’ αναρωτιέσαι τώρα γιατί άραγε σου έγραψα αυτό το γράμμα;

Πρώτον γιατί ξέρω πως κι εσύ εδώ και είκοσι χρόνια έχεις αναδουλειά αφού η χρηματοδότηση από τα νοικοκυριά των κάποτε λεφτάδων ευρωπαίων στέρεψε.

Δεύτερον για να σου εξομολογηθώ  καλέ μου άγιε, πως  ξέρω -με το συμπάθιο- ότι δεν υπάρχεις. Σε ανακάλυψε κάποτε η Coca-Cola για λόγους  της διαφήμισης. Είσαι λοιπόν ένας ανύπαρκτος. Αλλά έχουμε δει τόσες πολλές εικόνες δικές σου  ώστε κάνουμε πως δεν καταλαβαίνουμε. Κι εσύ αυτό το εκμεταλλεύεσαι δεόντως ένας ανύπαρκτος ανυπερθέτως -το ξαναλέω- για να υπάρξεις… Η ζωή είναι γλυκιά σερμπέτι  κακά τα ψέματα γι’ αυτό  και σου αναγνωρίζω κάθε δικαίωμα να τη ζήσεις κι εσύ. Και ως προς αυτό …μας συλλυπούμαι θερμώς διότι συντόμως πρόκειται να την εγκαταλείψουμε χωρίς πολλά –πολλά κι οι δυο μας…

Τρίτον σου γράφω αυτό το γράμμα γιατί δεν είχα που αλλού να γράψω.      
Τέταρτον και κυριότερο: Βρήκα το γραμματοκιβώτιο  που έστησε μια ομάδα από βλαμμένους στο χωριό τάχα για να μοιράσει δωρεάν ελπίδα στα δυό τρία παιδάκια που υπάρχουν εδώ πέρα , κι έριξα μέσα το φάκελο. Σιγά μην είχα και γραμματόσημο να κολλήσω. Σκέφτηκα λοιπόν να σου κάνω εγώ ένα δώρο, να λάβεις κι εσύ επιτέλους στη ζωή σου ένα γράμμα που να μην σου ζητάει τίποτε. Κάποιος λοιπόν από τη χώρα αυτήν με τις πολλές ανάγκες και στερήσεις δεν θα σου ζητήσει φέτος τίποτα απολύτως. Για να σε καταπλήξω λοιπόν και να σε ξεκουράσω αγαπητέ μου άγιε σου έγραψα το γράμμα αυτό. 

Γιατί καμιά ανάγκη και καμιά ελπίδα δεν έχω πια.

Σε ασπάζομαι και σου εύχομαι καλά να τα περάσεις στις γιορτές!

                                                             Νικόλαος Βράχος

Συνταξιούχος επί τιμή (χωρίς σύνταξη), τ. γραμματέας της Κοινότητας Μακρυράχης Πίνδου, απελπιστικά μόνος στον κόσμο.

ΥΓ. 1. Ώσπου να τελειώσω το  γράψιμο, με το φως από το αγιοκέρι, ίσαμε τρείς φορές βγήκα στην πόρτα και χτύπησα δυνατά  μ’ ένα παλιόξυλο τον παλιοντενεκέ  που ’χω για ν’ αποδιώχνω τις αρκούδες που περιεργάζονται το σπίτι μου και του χουχουλίζουν τα τζάμια. Φαίνεται πως όταν θα τα κακαρώσουμε όλοι εδώ πέρα, το χωριό θα λέγεται και επισήμως  «Αρκουδοχώρι». (Γιατί  ήδη ,ανεπισήμως βέβαια, μ’ αυτό τ’ όνομα  κυκλοφορεί στην πιάτσα …).
ΥΓ. 2. Aν θελήσεις ίσως για να πιούμε μαζί κανένα ζεστό τσάϊ και να τα πούμε σε κάποιο διάλειμμα της δουλειάς  σου μπορείς να με βρεις σαν φτάσεις στο χωριό ως εξής: θα κατηφορίσεις από την πλατεία το καλντερίμι που βγάζει κατά το γκρεμό. Το τρίτο κοντέϊνερ δεξιά (σ’ αυτό κατοικώ μετά τον μεγάλο σεισμό της περιοχής πριν από σαράντα  χρόνια) το κόκκινο με τα μισοσβησμένα τούρκικα γράμματα- αυτό που κρέμεται πάνω από το Αρκουδόρεμα, είναι το δικό μου. Δεν καπνίζει καμιά καμινάδα, στο παραθύρι δεν φέγγει φως. Πριν από είκοσι χρόνια, για λόγους ανυπακοής σε κάτι τρελά χαράτσια, η ΔΕΗ μου έκοψε διαπαντός το ηλεκτρικό. Μπορώ όμως και χωρίς αυτήν... Μοναχός μου στο κρύο και στο σκοτάδι μέσα θα σε περιμένω.  


*Αναρτήθηκε στο Pressinaction [http://www.pressinaction.gr/koinonia/item/2115-apo-mayroraxi-pros-robaniemi-graptos] στις 30 Δεκεμβρίου 2011.


1. Δημήτρη Δημητριάδη , Πεθαίνω σαν χώρα , Σαιξπηρικόν 2010.

2 σχόλια: