Κυριακή, 1 Ιουνίου 2014

"Εποχιακός διανομέας" και παραλήπτες-συνοδοιπόροι...






                                                    του Ανδρέα Γ. ΒΙΤΟΥΛΑ*
 
 Σε τέτοιες περιπτώσεις κα ρες ο μιλητς εχαριστον τν συγγραφέα κα τν διοργανωτ τς κδήλωσης γι τν τιμ πο τος γίνεται. Κι γ βεβαίως δν θ φαν χάριστος. Εχαριστ κα τν Νώντα κα τ βιβλιοθήκη τς πόλης μας γι τν κολακευτικ πρότασή τους ν παρουσιάσω τν ποχιακ διανομέα λλ ξεκαθαρίζω τι τ εχαριστήρια πο ναπέμπω δν εναι κ βάθους καρδίας, διότι τ βάθη ατ τούτη τν ρα μόνο τ τρομερό μου γχος τ κατοικε. χι μόνο γιατ ατ αποτελε να θεράπευτο διον το ναρκισσισμο μου λλ διότι εναι πρώτη φορ πο καλομαι ν παρουσιάσω τν καημό, τ λαχτάρα κα τ μύχια κάποιου πο νησυχε τόσο πληθωρικ σο Νώντας.
ταν λοιπν μο γινε πρόταση γι τ σημεριν πόγευμα, ρθε στ μυαλό μου να λογοτεχνικ νέκδοτο μ πρωταγωνιστ τν Κωστ Παλαμ. Ερισκόμενος ποιητς κάποτε σ να συνέδριο πρς τιμήν του κα φο κουσε τος περισπούδαστους ρμηνευτς το ργου του, πρε τ λόγο τελευταος κα επε: «Πολ ραα σα κούστηκαν γι τ ργο μου λλ τίποτε π ατ δν εχα στ μυαλό μου ταν τ γραφα!». Καταλαβαίνετε τσι κα τν δεύτερη πηγ το γχους μου. Βέβαια θεωρ μωρία κ μέρους μου ν ποπειραθ ν ρμηνεύσω τν Νώντα· χι γιατ κινδυνεύω ν φύγω π δ μ μι διόλου καθησυχαστικ νευρολογικ διάγνωση λλ διότι κατ τ γνώμη μου κριτικ παρουσίαση νς λογοτεχνικο πονήματος χει σκοπ μόνο ν δημοσιοποιήσει αυτ πο ναμόχλευσε στν παρουσιαστ-ναγνώστη του κα τίποτε παραπάνω.

Κα σ μένα ποχιακς διανομέας διένειμε χι ποχιακ λλ πίκαιρο κα συγχρόνως τρωτο π τν χρόνο τ πολύπτυχο γγελμα το Νώντα. Τ γγελμα τι πάρχει μι συγγραφ καν ν δονήσει τ μυαλ κα τν καρδι κάποιου, πως φεντιά μου, ποος βρίσκει νάπαυση μόνο σ να πολ συγκεκριμένο τόπο τς λογοτεχνίας. Σ ατν που μπορον κα φωλιάζουν παρξιακ ριπίσματα, πέρα απ συναισθηματισμος κα γλυκανάλατους λυρισμούς. Κα συλλογ το Νώντα εναι, ετυχς γι μένα, παλλαγμένη π τέτοιου εδους λογοτεχνικ νισχυτικ γεύσης. Ατ πρξε τ δικό μου κριτήριο γι τν πρώτη νάγνωση κα ατία τς συγκίνησης γι τς πόμενες πο κολούθησαν ξίσου εχάριστα. 


συλλογ τν ννέα διηγημάτων το Νώντα ποτελον να πολ διαίτερο ψηφιδωτό. διαίτερο γιατ ποκαλυπτική του λειτουργία φανερώνει πράματα κα θάματα χι μόνο ς σύνολο λλ κα κάθε διήγημα ατόνομα ς ξέχωρη ψηφίδα. Γι ν γίνω πι συγκεκριμένος θ λεγα τι ποίηση μασκαρεμένη μ τν πεζ λόγο, τ βιώματα πο μυρίζουν παλι Βογατσικό, μουσικ πο χοροπηδ σν κοριτσάκι στν ξοχή, τ νήλεο παιγνίδι ζως κα θανάτου, τ νειρο πο ξεγελ τν πραγματικότητα κα τ ντίθετο, τ εγενικ προσκύνημα στ φύση μακρι π νεόκοπες δθεν οικολογικς νησυχίες κα ο πινελις τς κκλησιαστικς παράδοσης, πο φθάνουν κάποτε σ ψη διόρατα γι τ μίζερη θρησκευτικότητά μας, συνθέτουν μι λογοτεχνικ προσωπικότητα εδιάκριτη τόσο στ σύνολο, σο κα στν μικρόκοσμο σχεδν καθεμις στορίας. ταν δ Νώντας ξετυλιχθε μετ τ δεύτερη νάγνωση, καταφέρνει ,τι π τ παραπάνω δν εναι μεσα ντιληπτ ν τ πονοήσει σαφέστατα. τσι σφυρηλατεται διοπροσωπία μ τν ποία μπορες ν διαλεχθες βγαίνοντας πάντοτε κερδισμένος. Διότι πάρχει κα διαιτερότητα πο παγορεύει τν διάλογο κα πλς ς ναγνώστης χάνεις τν χρόνο σου. μεγάλη γοητεία μως το ποχιακο διανομέα εναι, νομίζω, τ γεγονς τι καθιστ τν παραλήπτη του συνοδοιπόρο σ μι περπατησι που ριστερ κα δεξι φύονται συνεχς ρωτήματα.
Στ σημεο ατ θ μο πιτρέψετε ν παραχωρήσω στ Νώντα μία εκαιρία, πο θ τν κάνει ν ξανασκεφτε καλ ἐὰν θ προτείνει λλη φορ σ θεολόγο ν παρουσιάσει δουλειά του. Διότι διαθέτω τράνταχτα στοιχεα πο ποδεικνύουν κάτι πο ετε Τσίγκας θέλησε ν ποκρύψει ετε δν τ κατάλαβε κα θ χει τ χαρ ν τ πληροφορηθε τώρα. Δν μπορ δηλαδ ν μν τν ποκαλύψω κα ν το π τι εναι τιμή του πο μετέρχεται τος τρόπους τς θεολογίας, γι ν κοινωνήσει τν ρχοντικ νταλκά του. Κα πς συμβαίνει ατό; Μ μ ,τι μέχρι τώρα θιξα ς διαίτερο τρόπο του. Δηλαδή, Τσίγκας ζωγραφίζει τν καμβά του μ τ βίωμα τς ποίησης πο τραγουδ τ ζω τ φυσική, μακρι π τ φύσικα μονοπάτια πο θέλουν τν νθρωπο να νώτερο θηλαστικ πο πλς καταναλώνει κι ταν δν μπορε, ν λυπται γι’ ατό. 

Προσέξτε τ ρους χρησιμοποίησα: βίωμα, ποίηση, μουσική, ζωή, φύση. Ατά, φίλε Νώντα, δηλαδ τ δομικ συστατικ το διανομέα σου, εναι δ κα δυ χιλιάδες χρόνια τ χάδια πο χησιμοποιε Θες στν νθρωπο γι ν το φάνει τ «σ’ γαπ» Του. Κα λα ατ δν τ κατέθεσα γι ν κάνω τν καμπόσο λλ γι ν π δημοσίως τι συλλογή σου, πο δν σώζει οτε να φιλ κάποιου ρωα σ κάποιον λλον, εναι παρ’ λα ατ να ργο κατεξοχν  ρωτικό. χι πς δν τό ’ξέρες· λλ δν ντεχα ν μ σο π τι τ κατάλαβα κι γώ.
Κα γι το λόγου τ ληθές, θ προσκομίσω στν πομονή σας να - να τ πέταλα π τ ννιάφυλλο λουλούδι το Νώντα. γγιγμα πρτο λοιπν στ «μάγια το ντόνιο». Τ στενόχωρο σκηνικ τς ζως νς μετανάστη δίδεται μ τν πνο τς γενναιότητας, πο παιτε ξιοπρέπεια κα ντιμος ρεαλισμός. Θ μποροσαν «τ μάγια το ντόνιο» ν ποτελέσουν τ γόνιμο δαφος γι μι περαιτέρω συζήτηση περ το ζητήματος τς ταυτότητας. Τ μένει, τ ντέχει τελικ ν τν συγκροτε. Τ «χ» το Καζαντζίδη κα μαγκι το Διονυσίου εναι πυλώνας της, τ μελωδικ τρίξιμο τν σπασμν της νστικτώδης κραυγ νς πιπόλαιου ψυχολογισμο; Ατία γι μιν λλη ζω ργς θάνατος στν πατρίδα, πο πεμπολε τν διότητα τς μάνας κα μεταβάλλεται τεγκτα σ μητριά. Κα ξενητιά; ναγκαος συμβιβασμς κρυψώνα το πόθου μέχρι ν ριμάσει; στερν πάλη το πατέρα μ τν θάνατο κάτι θ σκοτώσει. Τν συμβιβασμ τν κρυψώνα; Πάντως Καζαντζίδης κα Διονυσίου βουβο πιτιμον -καταπλακωμένοι π τν χειμώνα το Βιβάλντι.

Μετ τν χειμώνα το μετανάστη νοιξη ρχεται ναπάντεχα π «τ φίλμ κτ χιλιοστν». νάμνηση ζωντανεύει χωρς ν κολουθε παλιομοδίτικα κα βαρετ πισωγυρίσματα. Συμπλέκεται μ τ βιωματικ πόβαθρο τόσο εγενικά, στε ξαφανίζεται πλήρως κα ποψία κόμη τι πρόκειται γι μι κοινότοπη ναπόληση το παρελθόντος. Τ παρν περιχωρεται στ παρελθν χωρς ν θίγεται διόλου τ βασίλειο το χρόνου. Κι δ φανερώνεται διήκουσα τάση το Τσίγκα ν παιγνιδίζει μ τν χρόνο σχεδν ς μμονή. Μι τόσο θώα κα πλήρως διαχειρίσιμη μμονή. Τ ψυχογράφημα τν προσώπων πο φωτογραφίζονται ποτελε μία καινούργια φωτογραφία μ χρώματα λεπτ σν αρα παρξιακν γγιγμάτων γι τν αώνια πάλη τς ζως μ τν θάνατο. ντικειμενικ ψυχρότητα το κυβενοχώρου, πο πρξε προσδόκητη φορμ γι τ δεύτερο διήγημα τς συλλογς, ναδεικνύει φιλόξενες γωνις κα μι ζεστασι πολύτιμη. Κι ατ φείλεται μόνο στ ασθητήρια το Νώντα.

Μλλον ατ σκίρτησαν ναπόφευκτα π τν παρουσία το Γιώργου Γκολομπία, στ μνήμη το ποίου χαρίζεται τ διαμαντάκι το «φίλμ κτ χιλιοστν», πο θέλω ξαν ν σημειώσω, τι ρίχνει μι ματι σχεδν φιλοσοφικο μεγέθους στν ννοια το χρόνου. Τ μπάσιμο τς φωνς το Βογατσιώτη γαθοκλ μ τ στιχάκι π τ νυφιάτικο σμα μέσα στ λαροπένθιμο σκηνικ το διηγήματος ν εναι φεύρεση το Νώντα εναι πέροχη, ν ν εναι κάτι «τυχαο» ποδεικνύεται τσι τι δν πάρχει τύχη.


Στ μώνυμο διήγημα τς συλλογς «ς πομε» Θανάσης, συμβασιοχος ταχυδρόμος, θ μποροσε ν μπνεύσει, θ μποροσε μως κα ν κατηγορηθε. χι γιατ προβαίνει σ μία ναμφίβολα ποινικ πράξη. Μι τέτοια προσέγγιση δν θ πλήγωνε, φαντάζομαι, μόνο τν Νώντα, λλ κα τν πολύπαθη νθρωπιά μας, ποία γκομαχ στ κρεββάτι τς καπιταλιστικς ντατικς, που κα τν γκύλωσαν μ τ ζόρι. Θανάσης λοιπν θ μποροσε ν κατηγορηθε, διότι σωτερικεύει τν μπεδωμένη π’ τν κοινωνία μας μοναχικότητα. Στ γραφ το Νώντα μως ρνητικ ατ κδοχ μεταποιεται σ να ταχύ, χι μόνο λόγ τς κτασης το διηγήματος, λλ κα συμπυκνωμένο πόσταγμα ρωικο κυνισμο π τ πολ παλιά. π τότε πο ρχαος μν τρελλο-Διογένης φιλόσοφος κουρέλιαζε τν κομπασμ το Μεγαλέξαντρου.
Θανάσης μως μλλον δν ζήλεψε τ δόξα το παππο Διογένη. Αθόρμητα οκειοποιήθηκε τν τρόπο το Σκύλου φιλοσόφου ποδεικνύοντας τι νάγκη τς χειραφέτησης κάποτε βαδίζει στος διους δρόμους χιλιάδες χρόνια τώρα. Δν σς κρύβω τι τν «ποχιακ διανομέα» θ θελα ν τν δ πτικοποιημένο σ ταινία μικρο μήκους. γχρωμη λλ βουβή, χωρς λόγια. Γιατ δ ο εκονοπλάστης Τσίγκας δν διηγεται. Κραυγάζει. Ο δ γραμμς τς στορίας ετυχς καλμάρουν τ μουγκ κραυγ το Θανάση, τν εγενίζουν, καθς θικ τοποθέτηση το ναγνώστη μένει ντελς νοιχτή. Σ λλη περίπτωση, σχοινοβασία το συμβασιούχου ταχυδρόμου θ κτροχιαζόταν στν γλοιώδη κα νέξοδο λαϊκισμό. στορία το Θανάση δν μπορε ν διαβαστε μ τ θικιστικ γυαλι πο μς φόρεσαν ετε ο παγγελματίες τς πανάστασης ετε ο χριστιανίζοντες θεοσοι. Κα ο δύο φοβικς μερίδες δαιμονίζονται ναντι τς τόλμης κα το προϋπόθετου. Κάπου λλο Θανάσης ναπνέει κα περιγελ τν προοπτικ το θανάτου.

ν τ μέχρι τώρα λόγια μου κληφθον ς κολακευτικ γι τ τρία πρτα διηγήματα τς συλλογς, στ τετράπτυχο τέταρτο κατ σειρ μλλον ποκαλύπτεται μι μικρή μου διοτέλεια γι σα τυχν καλ κούστηκαν μέχρι στιγμς. ταν κάποιος ναζητ τιδήποτε στ συντροφι το ποιητ Νίκου Καρούζου, πως Νώντας στ διήγημα Requiem, δν μπορ παρ ν μεροληπτ γι λόγους πο δν μο πρέπει τώρα ν ξηγήσω λλ Νώντας σίγουρα ποψιάζεται. τσι λοιπν νας π τος νώνυμους κόλουθους το πιταφίου, κατ τ σκηνικ το τέταρτου διηγήματος, εναι μεγάλος Καροζος. Νώντας μως το ποκαλύπτει τ μεγαλειότητα πο τν κάνει ν συγγενεύει μ τν νεκρ π ρωτα Χριστό. συγκλονιστικ μολογία το Καρούζου, μ τν ποία δν κλείνει λλ περισσότερο ρχίζει παρουσία του στ διήγημα, δν μπορε ν κρύψει τν Τσίγκα πο ξέρει ν διαχειρίζεται κα ν δωρίζει σ μετρημένες δόσεις καλ κρυμμένα χι μυστικ λλ τζιβαερικά, πο θ λεγε νας λλος μάστορας το πάθους μπαραμπα-Γιάννης Μακρυγιάννης.


Μτσος πο στέκεται δίπλα στν Καροζο, κατ τ γνώμη μου, μυρίζει Κάφκα λλ κα Ντοστογιέφσκι. τσι πισκέφθηκε τν σφρησή μου δεύτερος κόλουθος το νεκρο Νυμφίου. Ατς φαίνεται ν λαμβάνει, πόσταση π τς ματαιώσεις. Συγχωρστε με λλ στ σημεο ατ θέλω ν κραγ. Νώντας νεπιγνώστως συνειδητά, λίγο μ νοιάζει, θεολογε νυπέρβλητα. πιτρέψτε μου δ ν δώσω λίγο κόμη χρο στν ταπεινωμένο μου γωισμό. Στ φράση « Μτσος κρατ μαζί του θαμμένες μις ζως τς ματαιώσεις κα τ διακυβεύματα - σα π’ ατ δηλαδ πράγματι πρξαν», Νώντας συνοψίζει τ δ κα μερικ χρόνια ρευνητικά μου νδιαφέροντα, πο κόμη μ τυραννον στν χρο τς θεολογίας κα τς βυζαντινς φιλοσοφίας. Ξαναζητ συγγνώμη γι τν πολ προσωπικ τόνο πο δίνω λλ δν μπορ ν παραβλέψω τ γεγονς τι Νώντας κατάφερε ν σφηνώσει σ μία μόνο φράση μία διδακτορικ διατριβ σχεδν τριακοσίων σελίδων, ποδεικνύοντας περίτρανα βέβαια τι ζω δν μπορε ν γκλωβίζεται σ θεωρητικς διατυπώσεις λλ ποτελε μία διαρκ πορία, γι’ ατούς, πως Νώντας, πο ξέρουν ν ρωτον.
Μτσος λοιπν πάρχει στ σαθρ θεμέλιο μεταξ πραγμάτων πο διαθέτουν πόσταση κα λλων πο εναι νυπόστατα λλ χι κα νύπαρκτα· δηλαδ πάρχει πως λοι μας. Δν μπορ ν ποθέσω βάσιμα τι τν Μτσο τν πασχόλησε τ πρόβλημα το παρκτο κα το νύπαρκτου λλ Νώντας ποψιασμένος, στω κα χωρς τ ρευνητικ πόβαθρο το θεολόγου, μς δίνει μία κατάθεση πο σηκώνει πάνω της χίλια ξακόσια χρόνια ναζητήσεων, γι ν μν π δυ χιλιάδες κα βάλε. πίσης δν γνωρίζω ν Μτσος κουβαλ τελικ τν κκλησιαστικ πίγνωση το θανάτου το Θεο, πως Καροζος, πάντως Νώντας τν κουβαλ. Κα ξουθενώνει λύπητα τος ταλαίπωρους παγγελματίες θεολόγους σν τν ποφαινόμενο, μ μία μόνο φράση γι τν νάδειξη κα ρμηνεία τς ποίας χρειάστηκαν γι το λόγου μου δώδεκα χρόνια σπουδν! γ τώρα φυσικ δν θ προβ σ καμία περαιτέρω διευκρίνιση, πλς καταπίνω δημοσίως ς ττημένος τ δική μου ματαίωση, πο σίγουρα πρξε.
Τ τρίτο πρόσωπο τς μ συνειδητς συντροφις συμπληρώνεται π τν μτρ τς κατάδυσης στ συνείδητο, τν ψυχίατρο τν ψυχιάτρων. Ατς δν ξέρω ἐὰν θέλει ν ναποθέσει στ αρ - τ ντως γλυκ τ θραύσματα τν μότεχνων πισκεπτν του. Μλλον περέβη τν νάγκη ατή, διότι γινε διος πιτάφιος κα Νώντας κα πάλι ξεγλιστράει μ μαεστρία π θικιστικς τραπούς. σο χυδαος κα ν εναι χαρακτηρισμς τν ρνητν του τι Γαλλοσπουδαγμένος γιατρς τν γιατρν δν εναι παρ μία «χωματερ τν παθν», τ ανιγματικό του πομειδίαμα πλατύνεται κα γίνεται τροφς μεγάλων μυστικν, τ ποα μαζ μ τόσα λλα φορτώνεται πάνω Του πρωτότοκος τν νεκρν Χριστός.
τέταρτος γνωστος τς παρέας, μλλον εναι κα πι οκεος στν ναγνώστη, γι’ ατ κα δεν χρειάζεται ν επωθε κάτι περισσότερο. Τ Requiem το Νώντα δν εναι βεβαίως να διήγημα μ θρησκευτικς ποχρώσεις. ς τέτοιο, μένα προσωπικ θ μ φηνε ντελς διάφορο. Δν εναι μως οτε θεολογικό, μ τν ννοια τι διαθέτει κα νδιαφέρεται ν κοινοποίησει κάποιο διαίτερο θεολογικ φορτίο.  Τ Requiem εναι θεολογία, δηλαδ τίποτε λλο παρ μία πηγ π που ναβλύζει ποφατισμς τς κκλησίας τόφιος. Κα πρν κάποιος κολουθήσει τν πιτάφιο το Τσίγκα, πο εναι σως καλύτερος τρόπος γι ν ποψιαστε τ εναι τέλος πάντων ατς ποφατισμός, ς λεχθε μόνο τι ποφατισμς εναι τρόπος πο κκλησία δ κα δυ χιλιάδες χρόνια πιλέγει γι ν διαχωρίζει τν αυτό της π τ θρησκεία. μως ατ μόνο τ ψηλαφήσει κανες μπορε κα χι ν τ ποδοπατήσει μ τν γαρμποσύνη τς ρχοντοχωριάτας λογικς. Ατ εναι λεπτ αρα πο συνοδεύει τν πιτάφια μπειρία τν τριν γνωστων μεταξύ τους προσώπων, τ ποα ξεθάβουν τ κοινό τους πόγειο γι ν τ θάψουν μαζ μ’ κενον πο σ λίγο τάφος δν θ Τν χωρέσει.



περιγραφ μις οικογενειακς φωτογραφίας π τουρκοκρατίας, γίνεται στ βάση νς ξαιρετικο λιγμο. Μ μάγεψε στν κυριολεξία νεση το Νώντα ν τιθασεύει τ χρόνο στν σωτερικότητα πο διος ζητ. Δηλαδ μακρι τόσο π συναισθηματισμούς, σο κα π τετριμμένες περιγραφς πο νακυκλώνουν ψεις νευ σημασίας. Τ διήγημα « φωτογραφία» σ ξεγελ. Νομίζεις τι θ φεθες σ κάτι ναμενόμενο κα χειρισμς το χρόνου π τν Νώντα τ ναποδογυρίζει λα. ταξία ατ γγίζει τ ρια τς ναγνωστικς δονς. Ο ναδιπλώσεις το λευκο σεντονιο γι τς νάγκες τς φωτογράφισης, πίσω π τ φωτογραφιζόμενα πρόσωπα, εναι μι κπληκτικς κρίβειας εκόνα γι τς ναδιπλώσεις τς μνήμης μέσα στ παρελθόν.
περιγραφ τς φωτογραφίας π τν Νώντα θ μποροσε ν ποτελέσει φηγηματικ παράδειγμα γι παιδι πο προσπαθον ν ντιληφθον τ διαφορ το περσυντέλικου π τν όριστο. Βέβαια τ γεγονς τι φωτογραφία περιγράφεται σ νεσττα καθιστ σαφς τι τ μάθημα τς γραμματικς πο νέφερα μλλον πευθύνεται σ μεγάλα παιδι πο διαθέτουν κτενς κα πρόσφορο παρελθν γι μι γνήσια χι ποτίμηση λλ πεξεργασία το χρόνου. κε δν χωρον κρυφς γωνιές. πάρχει μόνον ρωισμς ν διαλεχθε κανες μ τς ποτυπωμένες προθέσεις, πως κανε γι τος προγόνους του Νώντας.

Κατ τν περιγραφ τς οκογενειακς φωτογραφίας στ προηγούμενο διήγημα γινε λόγος γι τν δονικ νατροπ το χρόνου π τν συγγραφέα. γεύση ατς τς δονς γίνεται γόνιμα πικρ ταν κανες διαβάσει τος «μαύρους γγέλους». Ξαν στ προσκήνιο θάνατος. φίλος, πως ποδεικνύεται θάνατος. χι γιατ στς προθέσεις κα τ πονοούμενα το Νώντα ποκρύπτεται κάποια στωικ συμφιλίωση μαζί του. Κάθε λλο μλλον. πειδ που βλοσυρς κάνει τν μφάνισή του, κε πάρχει πάντα κάποιος πο τν ντικρύζει κατάματα. Τ γεγονς τι δν συμφιλιώνομαι δν σημαίνει τι φοβμαι. Περισσότερο σημαίνει τι ντιστέκομαι στ ρο το θισμο. Κι ταν ρο ατ μ παρασύρει, τότε δυστυχς παύω ν καταγγέλλω τν θάνατο, παύω ν ψάχνω νόημα κα τελικς πεθαίνω προτο πεθάνω. Κάτι πο δν συμβαίνει μ τν Νώντα, ποος τς πι ζωντανές του παρουσίες τς φιλοτέχνησε νώπιον το θανάτου. Στ συντομότερο διήγημα τς συλλογς, ν δν κάνω λάθος, γραφ το Νώντα γητεύει σχεδν μ λαζονία τν θάνατο. 

φόνος δύο προστάτευτων πλασμάτων τς πανίδας μπορε ν γείρει ρωτήματα γι τ ποις εναι τελικ πεθαμένος, ποις εναι ταριχευμένος, τ νήκει στ φύση κα τ στ φύσικο. Δν μιλμε δηλαδ γι τν ψευδοοικολογία τς μόδας. Τ διήγημα διαθέτει ναν τρόπο, πως κα λο τ ργο το Νώντα, ν υπερβαίνει τος πιφανειακος συναισθηματισμούς, πο θ προκαλοσαν συγκίνηση στν περιγραφ το γριου φόνου το μπούφου κα το γουλιανο. Στν στορία τν μαύρων γγέλων πάρχει μι πόδορια λλ εδιάκριτη ασθηση, πο δικάζει, διαμαρτύρεται κα τελικ πωθε τν ποκρουστικ κατακτητικότητα ναντι τς φύσης, πο πιδεικνύουν μ νησυχητικ νηφαλιότητα ο θύτες. εκόνα το νς π ατούς, πο χει φορτωμένο στν πλάτη τ πρν π λίγο μέριμνο ψάρι, εναι νομίζω, π τς πι δυνατς κα χαρακτηριστικς εκόνες γι τν τέχνη το Νώντα. Πάντως γι τ συγκεκριμένο διήγημα θ θελα ν π κάτι διαίτερο. Κάθε φορ πο λοκλήρωνα τν νάγνωση ατν τν λίγων, μ κάθε λλο παρ ξέπνοων γραμμν, μο ρχόταν στ μυαλ Νώντας ν μο γελ μ νόημα χοντας τ χέρια το σταυρωμένα στ στθος. τσι πλ κα νεξήγητα· θέλοντας σως ν σημάνει στ μυαλό μου ατ τν περίεργη γεύση πο εχα σχετικ μ τν γριότητα πο μόλις περιέγραψε. Μι γριότητα ριστοτεχνικ δοσμένη, γιατ καλε στ ξεπέρασμά της κα δν καθηλώνει στν ποτροπιασμό της.


π τν θάνατο ξαν στ γέννηση. Στ νομοτέλεια το κοσμικο χρόνου θάνατος το Χριστο προηγεται τς γέννησής Του, σως γι ν κρούεται κα μ’ ατν τν τρόπο τ καμπανάκι τς συλλογικς μνήμης, πο ξεχν τι νθρωπος γεννιέται ληθιν μόνο ταν ποφασίσει ν θάψει τν ναγκαιότητα. Ατ ναγκαιότητα φορ το κόσμου τ προσωπεα. Στς χριστουγεννιάτικες μνμες το Νώντα μως πέλεξε ν φορέσει μπλέ. Ατ τ μπλ καταπίνει τ πάντα. σχεδν τ πάντα γιατ φησε νέγγιχτη γι μία κόμα φορ τ χαρμολύπη το θανάτου. Εκόνες, λόγια, μνμες, ντυμένα τν παιδικ θωότητα το «κάποτε στ χωριό», χορεύουν σ λλα βήματα π ατ το «φίλμ κτ χιλιοστν». 

δ χρόνος εναι νας περαστικός, πι ψυχρς κα λιγότερο τοιμος ν νδώσει στν πειρασμ το παρόντος. Νώντας εναι πεπεισμένος τι τ πλετο ατ μπλ κρύβει κάποιον Θεό. Μπορε. λλ σίγουρα δν μπορε ν κρύψει τ συνομιλία του μ τν λύτη, ποος σ παρόμοια κστατικ ασθηση το μπλ καταθέτει τ βεβαιότητά του γι τ παιγνίδι το Θεο ν κρύβεται στ φειδώλευτο μπλέ. Τ ρωμα π τ φιλτρα σέρτικα τσιγάρα κείνων τν μπλ χριστουγεννιάτικων χρόνων δν φαίνεται δυνατότερο στν πάλη τς μνήμης π τ λιβάνι τν δικων θανάτων νέων κοριτσιν. κόσμος τότε, στω κα στ φόρητο μπλέ του, δν ξόρκιζε ποκριτικ τν θάνατο, τν ντίκρυζε κατάματα. Γνώριζε τι δυ πόρτες χει ζω κα ο πόρτες ποτ δν τ πήγαιναν καλ μ τ’ διέξοδα. χριστουγιεννιάτικη στορία το Νώντα ποπνέει, γι μένα, μι μελαγχολία χι γι τν γνότητα τν περασμένων, πως διάκριτα συνηθίζουμε ν ξιδανικεύουμε τ παρελθόν. στορία εναι μι δ στ χαμένη κοινότητα. Τότε πο ο νθρωποι δν χρειαζόταν ν γίνουν νεργο πολίτες, διότι δημόσιος χρος ταν τόπος συλλογικς κα προσωπικς συγχρόνως. Σήμερα δημόσιος βίος ποτελε πλς τ θέατρο τν μοιβαίων ξηγήσεων το τομικισμο, χρος στν ποο τ διωτικ συνεχς ασθάνεται πειλούμενο. Στ μπλ μως γιορτιν χρόνια το Νώντα, χω τν ασθηση, τι νθρωπος πολ συχν βρισκε στ ν δήμ τ ν οκ και ατ κάνει σήμερα κενο τ μπλ ν μοιάζει πι φωτειν π τ φωτεινότερα χρώματα το σήμερα.   

Εναι μάστορας Νώντας κι ατ δν εναι κοπλιμέντο. Εναι κριβς κα στοιχειοθετημένο συμπέρασμα. π τ τελευταο διήγημα ξεπηδ μι εκόνα πόθου, πο ψάχνει ν βρε τν νθρωπο στ λησμονημένο ργο του. ς ερέας δηλαδ ν συντονίζει στν ρυθμ τς δοξολογίας ψυχη κα ψυχωμένη φύση, λο τ σύμπαν. Μπορε μως ντ ερέας ν μετατρέπεται σ τσαρλατάνο, πο ντικαθιστ τ συμφωνικ ργο τς εχαριστίας μ τν νυπόφορο θόρυβο πο παράγουν ο τενεκέδες τν κοινώνητων νστίκτων του. Στν πορία το τελευταίου διηγήματος ν «κελαηδον ο τρυποφράκτες», πάντηση εναι τι τ φυσικ περιβάλλον εναι οκος μας. 


Κι ν πάντηση μοιάζει σχετη μ τν ρώτηση εναι γιατ Νώντας δν παναπαύεται στ ατονόητα. Ο τρυποφράχτες στν πραγματικότητα δν κελαηδον. Στν πραγματικότητα μως πο μακιγιάρισε κακότεχνα βία το νθρώπου. Διότι σίγουρα, στν πραγματικότητα πο κρύψαμε κάτω π τν βιασμ τς φύσης κα δίως κάτω π τς διοτελες δράσεις μας γι τν ποτιθέμενη νάταξή της, μλλον βρίσκονται καταχωνιασμένα κα βασανισμένα πολλά: τ κελάηδισμα το τρυποφράχτη, τ ποιήματα πο παγγέλλει τριανταφυλλιά, τ χάδι τς ρκούδας, τ χαμόγελο τς χις. μαστορι το ποχιακο διανομέα, κατ τ γνώμη μου, θ μποροσε ν συνοψιστε στν πολύτως φυσικ σύνδεση τν ρώων του μ τ δημιουργία, πο ξεπερν τ ρια τς συγκίνησης. Τ διευκρίνιστα ρια νείρου-πραγματικότητας στ τελευταο διήγημα δν μποδίζουν καθόλου ατ τ λειτουργικότητα, πο ξαναδίνουν στν νθρωπο τ φυσικό του σμα, τν πλάση δηλαδ μαζ μ τν πληγωμένη της ρχοντιά. Εδ ο θύμισες, περισσότερο π κάθε λλη ντίστοιχη ναφορ στ παρελθόν, διαθέτουν μία πλαστουργ δυνατότητα ν ναδομήσουν κα ν ναδομηθον. πόνος γι τν θάνατο πο κομίζουμε κα διασπείρουμε δν γίνεται οτε μελό, οτε μόδα. Γι’ ατ κα ντέχει ν περιμένει τν νάσταση. 
  
Τ παιγνιδίσματά το Νώντα μ τ γαπημένο του φλέρτ-τν χρόνο συνεχίζονται γέρωχα κα «στν κάμπο τς Χίου νύχτα». Ψυχικ κατάσταση ατόνομη κα συγχρόνως τεροπροσδιορισμένη πιάνουν π τ χέρι μνμες κι να γνωστο παρν κα ξεναγον τν ναγνώστη σ μία φύση κηδεμόνευτη μ χι παρθένα. παρθενία εναι δοσμένη λόκληρη στν ασθηση το Νώντα, πο ξέρει ν ναμοχλεύει τ παρελθν χωρς τν παραμικρ σμ τς μούχλας, ποία σε τέτοιες περιπτώσεις ναδύεται ναπόφευκτα. Κι ταν λέω «μούχλα» ννο κοινοτοπίες στ χρήση τν περασμένων, πο ετυχς δν νευρίσκονται «στν κάμπο τς Χίου». Τ προτελευταο διήγημα ξυφαίνει τν δημιουργικ κδίκηση τς φύσης. Τς φύσης πο στν στορία τν μαύρων γγέλων φαινόταν τι παθς δέχεται τν κατακτητικ ρμ το κτηνώδους νθρώπου. δ φύση ργιάζουσα πανηγυρίζει. σως πανηγυρίζει τν πουσία τν νθρώπων καλύτερα τν εγενικ συνύπαρξή τους μαζί της. Σ ατ τ μοσχομυριστ πλαίσιο θεσε Νώντας τ συνύπαρξη ζωντανν κα πεθαμένων, πραγματικότητας κα νείρου. δ παρθενεύει ζωή, γιατ βιαστς θανάτος χει πωλέσει τ κοφτερά του δόντια κα παραδομένη του σχς καλύφθηκε π χρώματα, σμς κα χους πο ναμιγνύουν ξεδιάλυτα λήθεια κα προσδοκία, πρόθεση κα διαπίστωση. Θ τολμοσα ν π τι «στν κάμπο τς Χίου νύχτα» μνεται μ τν γοητευτικ τρόπο το Νώντα συνολικ θηλυκότητα. λα ποπνέουν μία ρώτηση, πο παντ μόνο στ θηλυκ γένος: φύση, ο φιγούρες το σπιτιο, αλή, λπίδα, νάμνηση, ζωή, «δ στ φεγγάρι» το Ντβόρζακ. Μόνο τ νειρο εναι οδέτερο λλ κα ν μν ταν θά ’πρεπε ν γίνει, γι ν μν ποτελε προνόμιο οτε το θηλυκο, οτε το ρσενικο λλ τς ζως στν πληρότητά της.





* Ο Ανδρέας Βιτούλας είναι εκπαιδευτικός, διδάκτορας Θεολογίας του ΑΠΘ, και κατάγεται από το Βογατσικό. Πρόσφατα στις Δημοτικές εκλογές του 2014 εκλέχθηκε Δημοτικός Σύμβουλος του Δήμου Ορεστίδας. Το παραπάνω κείμενο εκφωνήθηκε κατά την παρουσίαση του βιβλίου στη Δημοτική Βιβλιοθήκη Άργους Ορεστικού στις 22 Μαρτίου 2014. 



ΣΗΜ. 
-Τα γραμματόσημα με την ταχυδρομική σήμανση «ΒΟΓΑΤΣΙΚΟΝ- ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ» ανήκουν στη φιλοτελική συλλογή του φίλου Δημήτρη Μεντεσίδη.

-Οι δυο πίνακες ζωγραφικής που παρατίθενται είναι των Κώστα Ντιό και Rene Magritte.

-Η φωτογραφία του Νίκου Καρούζου στο υπόγειό του και του κοκκινολαίμη (φωτογραφία και παιδικό σχέδιο) προέρχονται από το διαδίκτυο.

-Όλες οι υπόλοιπες φωτογραφίες ανήκουν στο αρχείο του Ν.Τ.


                                               

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου