Σάββατο, 30 Αυγούστου 2014

λουσμένη μές στο Ποίημα


Μια φωτογραφία κι ένα ποίημα για τη Νένη Τσαδήλα 





Στο χωριό μας οι ''μπάμπες" σε άρρώστιες -από την παραμικρή μέχρι την πιό σοβαρή- συνήθιζαν να πηγαίνουν στον ασθενή τα "αρρουστ'κά" (για να δυναμώσει και να ξεπεράσει τη αρρώστια του). Κάτι ταπεινά ψημένα μήλα ή κυδώνια, δυό-τρία  πορτοκάλια κρυμμένα στην μαύρη ποδιά τους που καμώνονταν τα χρυσά, κι ακόμα ξερά σύκα ή χουσιάφια (κομπόστες ζεστές με μέλι και κανέλα) σε κάποιο βαθύ πιάτο της σούπας...

Η ιατρική μου ιδιότητα και ειδικότητά δεν μου επιτρέπουν καμμιά σοβαρή παρέμβαση Νένη, στον δικό σου αγώνα από τον οποίο περιμένω πως [ΟΠΩΣΔΗΠΟΤΕ! T' ακούς;] θα βγεις νικήτρια. Ίσα που καταφέρνω ν' αποθέσω στο κομοδίνο σου: την αρκούντως ψυχοθεραπευτική φωτογραφία που "τράβηξα" κάποτε στην Κρήτη και τον -πολυαγαπημένο!-  Ρεμπώ που ανέσυρα από τα βιβλία που με περιστοιχίζουν, μ' όλη μου την αγάπη και την έγνοια.

Λογάριασέ με λοιπόν σαν ...μια βογατσιώτισα μπάμπω κι εμένα, που ήρθα με τα δικά μου αρρωστικά διαδικτυακά, μια και "οι γιατροί δεν αφήνουν".



Καθώς κατέβαινα ατάραχα Ποτάμια,
Δεν ένιωθα οδηγημένο από τους πλοηγούς
Κραυγάζοντες Ερυθρόδερμοι τους έβαλαν σημάδι
Σε πασσάλους χρωμάτων αφού τους κάρφωσαν γυμνούς.

Διάρα δεν έδινα για ούτε ένα από τα τσούρμα,
Αν κουβαλούσα μπαμπάκι εγγλέζικο ή στάρι φλαμανδικό
Σαν με τους πλοηγούς μου τέλεψαν τούτοι οι σαματάδες
Τα Ποτάμια όπου η ψυχή μου τράβαγε μ' άφησαν να κατεβώ.

Μες στης παλλίροιας τους οργισμένους παφλασμούς,
Εγώ, επέρσι τον χειμώνα, απ' τα τσέρβελα πιό κουφό τα παιδικά,
Έτρεξα! Και οι Χερσόνησοι με τους σπασμένους κάβους
Δεν δοκίμασαν πανδαιμόνια πιο θριαμβευτικά.

Η καταιγίδα ευλόγησε τα ναυτικά εγερτηριά μου

Κι από φελλό πιο έλαφρύ πάνω στα κύματα έστησα χορό
Που αιώνες τα λένε ατράκτους θυμάτων,
Δέκα νυχτιές, δίχως να αποζητήσω των φανών το μάτι το ζαβό!

Γλυκύτερο απ' όσο  για τα παιδιά η σάρκα των μήλων των ξινών,

Το πράσινο νερό μούλιασε το κύτος μου από ελάτι
Και με λεκέδες μπλάβων κρασιών και ξερατών
Με ξέπλυνε, σκορπίζοντας γάντζο και διάκι.

Είμαι λουσμένο, από τότε, μες στο Ποίημα,
Της Θάλασσας, μουσκίδι απ' άστρα και γαλατερός σελαγισμός,
Τα πράσινα καταβροχθίζοντας τα βάθια, όπου ίσαλη γραμμή χλωμή
Κι εκστατική, ανάρια κατεβαίνει ένας πνιγμένος σκεφτικός.

Όπου, βάφοντας ξαφνικά τις μελανάδες, φρενίτιδες

και ρυθμοί άργοί κάτω απ' της μέρας τις φωτοβολές,
Πιό δυνατές από το αλκοόλ, κι από τις λύρες μας πιό πλατιές,
Κορώνουνε οι πυράδες του έρωτα οι πικρές!

Ξέρω τους ουρανούς που σκάνε σε μαρμαρυγές, και τους τυφώνες

Και τ' αντιμάμαλα και τα ρεύματα: ξέρω το βράδυ, την Αυγή
Αναπτερωμένη όμοια  με ένα λαό περιστεριών,
Και εκείνο που ο άνθρωπος νόμισε ότι είδε, εγώ κάποιες φορές το έχω δει [...].


                Αρθούρ Ρεμπώ, από Το Μεθυσμένο Καράβι [μτφρ. Ελένη Κόλλια].


Παρασκευή, 29 Αυγούστου 2014

"[...] όταν οι σκαπάνες;"





Όταν μετά αιώνες οι σκαπάνες
σ' αρχαίο τάφο βρίσκοντας τα οστά μου
 θα δούνε πάνω τους να φωσφορίζει τ' όνομά σου
άραγε θα ξαφνιαστούν;
θα καταλάβουν;
θά 'ναι ως τότε ακόμα ο έρωτας
πνοή πρωϊού επάνω στο τριφύλλι;
θα βλασταίνει ακόμα τούτο στον πλανήτη
όταν οι σκαπάνες;


EΚΤΩΡ ΚΑΚΝΑΒΑΤΟΣ, In perpetuum



Παρασκευή, 22 Αυγούστου 2014

Κι ύστερα ήρθαν οι μπουλντόζες....


(ιστορία με συνηθισμένο τέλος...)





Άγιος Ιωάννης (στη Νέα Κρήνη). Αρχές του 1990 Φλεβάρη μήνα πήγαμε να στήσουμε το κοινό πια σπιτικό μας με τη γυναίκα μου. Με ενοίκιο, στο ισόγειο μιας μονοκατοικίας και με εξαιρετική τριγύρω άπλα και ησυχία μέσα στα χωράφια. Παραδίπλα το νεκροταφείο της Καλαμαριάς. "Μπρρρ! Δε φοβάστε μέσα στην ερημιά;" μας έλεγαν οι φίλοι."Όχι καθόλου!" λέγαμε εμείς καθώς σιγά σιγά συνειδητοποιούσαμε πως είχαμε δεχτεί το δώρο του Θεού.

 Ένας τσοπάνης κάθε πρωί έφερνε κι  έβοσκε το κοπάδι του -από που έρχονταν βρε; κάπου ανάμεσα από τις πολυκατοικίες της Καλαμαριάς όπου είχε το μαντρί του...- τα προβατάκια  από νωρίς  γκλαν γλκλιν γκλονγκ τα κουδουνίσματα  και δώστου τα βελάσματα δίπλα στα κλειστά παραθύρια μας. Κάναμε ύστερα και φιλίες με το βοσκό, μας έδινε που και που και αυγουλάκια φρέσκα "για το παιδί" (το πρώτο μας ακόμα τότε παιδί). 


Στην αυλή του σπιτιού έπεσαν συχνά χιόνια ενώ στην πόλη είχαν ακουστά περί αυτού, άνθισαν ροδακινιές, μια πορτοκαλιά επίσης (που την αγοράσαμε στην ετήσια "Ανθοέκθεση" για ...λεμονιά) κάποτε αξιώθηκε να μας δώσει εικοσιπέντε ζουμερά πορτοκάλια όλο γλύκα-μια και μοναδική φορά το έκανε/έκτοτε αρνείται η δόλια να δώσει έστω και το παραμικρό άνθος, ωστόσο την κρατάμε στον κήπο μας ελπίζοντας-. Έχει -σχεδόν- την ηλικία του μικρού μας γυιού...


Στην αυλή αυτή  μεγάλωσαν τα παιδιά μας μαζί με κότες, σκυλιά και γατιά, έπαιξαν, έκαναν κούνιες, έτρεξαν με τα ποδήλατα, χόρτασαν πεσίματα. Πέταξαν χαρταετούς  καθώς δεν χρειαζόταν ποτέ να εκδράμουμε κάπου αλλού προς τούτο (πάντοτε είχε χώρο και αέρα κατάλληλο η αυλή). Κάποτε μέσα στον κήπο πλένοντας το αμάξι μου δέχτηκα την επίσκεψη -ντάλα μεσημέρι- ενός εξαμελούς κοπαδιού από καμπίσιες πέρδικες οι οποίες με βήμα ταχύ ήλθαν και απήλθαν αφήνοντάς με σύξυλο.



 Κάθε χρόνο το καλοκαίρι η περιοχή κατακλύζονταν από αθίγγανους με παρδαλοχρωμα ρούχα που πουλούσαν πλαστικές καρέκλες, καρπούζια, χαλιά και τα τοιαύτα. Τα τραγούδια, οι λικνιστικοί χοροί και οι χαρούμενες φωνές, το βράδυ στον μικρό καταυλισμό με τα φορτηγά και τα τσαντήρια, αποτέλειωναν νικώντας την σιγή του πλησίον νεκροταφείου. Στο μέρος που αυτοί κατασκήνωναν, οι φιλότιμοι πολίτες της πόλης και τα συνεργεία ανακαινίσεων, πετούσαν ολοχρονίς κάθε λογής μπάζα. Σκουπιδαριό...


Το Νοέμβρη έκαναν την εμφανισή τους "τα μαυροπούλια" κι έπεφταν στα χωράφια με Χιτσκοκικό τρόπο, σηκώνονταν δε σαν σύννεφο και χόρευαν σε πηχτό σχηματισμό το σούρουπο. Το χειμώνα ο αέρας σφύριζε θυμωμένα ανάμεσα στα δέντρα κι έκανε τα παραθυρόφυλλα να τρέμουν σύγκορμα ενώ την άνοιξη μας συντρόφευαν φωνές πουλιών. Τα βράδια κουκουβάγιες αντάλλασαν συνθηματικά. Τον Ιούλιο θεριζοαλωνιστικες μηχανές θέριζαν τα στάχια στα σταροχώραφα, που εν τω μεταξύ κάθε φθινόπωρο και με όλο πιο μεγάλη επιμέλεια είχαν αρχίσει να οργώνουν και να σπέρνουν οι επιτήδειοι ιδιοκτήτες των χωραφιών που έμελλε να γίνουν οικόπεδα  και που οι ίδιοι εμέλλετο να γίνουν οι ιδιοκτήτες πολλών διαμερισμάτων ελέω αντιπαροχής  (Δόξα του "κολπατζή"- Θεού των Ελλήνων, δόξα!). 
Κι ένα πρωϊ φάνηκε η πρώτη μπουλντόζα. Ξερίζωσε τον μισό κήπο, το φράχτη με τις πικροδάφνες κι έριξε στο συρματόπλεγμα. Τη φωτογράφησα το πρώτο βράδυ που έμεινε αποκοιμισμένη στην αυλή μας με το μακρύ της χέρι αποκαμωμένο από το βγάλε βγάλε... Ήταν πια ώρα να φεύγουμε. Όπερ και συντόμως εγένετο.


Στο μέρος φύτρωσαν σύντομα λογής πολυκατοικίες τώρα υπάρχει ένα αδιαπέραστο τσιμεντένιο δάσος. Το παλιό μας σπίτι -όταν περνώ με τα αμάξι και ρίχνω βλέμμα  -πνιγμένο εκεί ανάμεσα σε γίγαντες δεν μπορώ σχεδόν να το εντοπίσω και να το αναγνωρίσω. 

Ο βοσκός που λέγαμε (ναι!!) έγινε πολυεκατομυριούχος. Πούλησε τα πρόβατα, το μαντρί και η έκταση τριγύρω έγινε οικόπεδο -λόγω ίσως της "χρησικτησίας" κατοχυρώθηκε σ' αυτόν-.
Κι ένα ωραίο πρωί έφυγε με το ζεστό παραδάκι για την πατρίδα του (κάποια ίσως επαρχιακή πόλη της ενδοχώρας).








Δευτέρα, 18 Αυγούστου 2014

Η νήσος Κρανάη, η σημερινή της τύχη...


... το ανύπαρκτο Μουσείο και ο καλά κρυμμένος φάρος της.

 

 

Η Κρανάη, είναι ένα μικρό νησάκι, μόλις 150 στρέματα γης, που συνδέεται με μικρό λιμενοβραχίονα προς την παραλία του Γυθείου. Το σήμερα πευκόφυτο αυτό κομμάτι στεριάς, αναφέρεται κι από τον Όμηρο σαν το νησί που αποτέλεσε την νυφική παστάδα του Πάριδος και της Ωραίας Ελένης της Σπάρτης όταν αυτοί αλληλοκλέφτηκαν προτού αναχωρήσουν για την πόλη της Τροίας. Εκεί βρήκαν καταφύγιο για να κρυφτουν από την οργή του Ατρείδη Μενελάου. Λέγεται πως αν οι κάτοικοι του νησιού διατηρούσαν τον πρέποντα σεβασμό και την υποταγή  που όφειλαν προς τον βασιλιά τους, θα κατέδιδαν "το παράνομο ζεύγος" και δεν θα τους πρόσφεραν ερωτικό καταφύγιο. Και φυσικά αν συνέβαινε αυτό μήτε Τρωικός Πόλεμος μήτε Όμηρος να καλεί τη μούσα του ("Ανδρα μοι έννεπε..." και "Μήνιν άοιδε...") θα μας είχε προκύψει...

Άρα κατά κάποιον τρόπο τα Ομηρικά έπη έχουν τον τόπο ...χάρη στον οποίο υπηρξαν κι αυτός δεν είναι άλλος από το μικρό αυτό νησί!


Οι Γυθειώτες όμως φαίνεται δεν τόχουν σε καμμιά υπόληψη το νησάκι, αφού καθε φορά όλο και πιο  παραμελημένο και κακοποιημένο το βρίσκουμε. "Η Εκκλησία μας" φρόντισε να το εφοδιάσει και με το κατάλληλο εκκλησάκι -πρώτο τραπέζι πίστα-   ενώ η ιδιωτική πρωτοβουλία το φιλοδώρησε κι αυτή με μια λυόμενη κατασκευή ακριβώς παραδίπλα, που χρησιμεύει για μπαρ και αναψυκτήριο. Ανάμεσα απο εκκλησάκι και μπαράκι περνά κανείς για να ...εισέλθει στο χθαμαλό νησί. Στη μια πλαγιά πρόσχαροι κολυμβητές και λουόμενοι αποτελούν την καθημερινή συντροφιά του νησιού το καλοκαίρι.

 Καμιά όμως πινακίδα, ή οποιαδήποτε άλλη μνεία της σχέσης του νησιού με τα Ομηρικά Έπη δεν θα συναντήσουμε εδώ. 

Βαδίζει κανείς λοιπον εδώ και χρόνια σχεδόν στα τυφλά για αντιμετωπίσει την αδιαφορία που κραυγάζει. Με τους τουριστικούς οδηγούς και τους χάρτες ανά χείρας να μπορέσει "να δει".

Δείτε όμως τι γράφει ένας -σχετικά αξιοπρεπής οδηγός- που χρησιμοποιώ στην Πελοπόννησο εδώ και χρόνια:

[...] "Ιστορικό και Εθνολογικό Μουσείο Μάνης (ανοιχτό κάθε μέρα 9.00 π.μ.-9.00 μμ άν είναι κλειστή η πόρτα, ο φύλακας βρίσκεται σ' ένα δωμάτιο στο ισόγειο- αφού δεν έχει παλιά κειμήλια ή άλλα πολύτιμα αντικείμενα- παρουσιάζει όμως την πρόσφατη ιστρορία της Μάνης (απο τον 15ο έως τον 20ο αιώνα) με σχεδιαγράμματα , χάρτες, πίνακες, μεγεθυσμένες φωτογραφίες, πολλά κειμήλια ταξιδιωτών κλπ"[...]

Είναι να βάζει κανείς τα γέλια... 

Υποθέτω πως μάλλον, ο αόρατος αυτός φύλακας του Μουσείου, θα κοιμάται κάπως βαριά -μη φανταστώ και  τίποτα χειρότερο για  κείνον- .  Σφόδρα ανησυχώ ακόμα και για τη ζωή του, αφού και το 2002 και το 2003 και το 2006 αλλά και φέτος που ξαναπήγα δεν κατάφερα να τον πετύχω στη θέση του ποτέ [ώ "υπεύθυνοι" δεν κανετε τον κόπο να πάτε να ψαξετε κει μέσα ...μπας κι ο άνθρωπος ...]. 

Δεν είναι μονάχα ο άφαντος φύλακας που με κάνει να το πιστεύω. Το ίδιο το Μουσείο μας απέδειξε επανειλημμένως και με σαφήνεια πως απλούστατα  
δ ε ν   υ π ά ρ χ ε ι. Τα κόκκαλα του ευπατρίδη Τζαννή Τζανετάκη θα τρίζουν που δώρισε τον πύργο της οικογένειας των Τζανετάκηδων ώστε να απομένει τόσο προκλητικά αναξιοποίητος...



Όταν φεύγεις από το νησί μαθαίνεις επίσης πως ένας από τους καλύτερα διατηρημένους πέτρινους φάρους του 19ου αιώνα, ύψους 25 μέτρων, βρίσκεται επίσης πάνω στην Κρανάη (θα τον δεις άν το υποπτευθείς ή τύχει να διαπεράσεις το πευκοδάσος).

Ναι πράγμαται ο φάρος αυτός ...υ π ά ρ χ ε ι  αλλά έχουν κάνει τα πάντα ώστε να μην τον ανακαλύπτει κανείς και να μην φαίνεται από πουθενά!



                                                                                                                                                              [PHOTOS: N.T.]

Παρασκευή, 15 Αυγούστου 2014

Το ύφος είναι ο τόπος*




                                                                           Jasmine Roganovic Lament of the homeland

                                                    


                                                                              του ΗΛΙΑ ΠΑΠΑΜΟΣΧΟY
    

    Σε τι έγκειται η δυσκολία του φερέλπιδος συγγραφέα; 
         Πρώτα απ’ όλα στο να χαράξει την περιοχή του, την εκφραστική της ευαισθησίας του, κομμάτι μιας κοινότητας, που ζητά, σιωπηλά, διαπιστευτήρια επάρκειας, αγκαλιασμένο στην αρχή από τα μέλη της με την ωρίμανσή του διεκδικεί το δικό του μερίδιο στην επικράτεια. Στην προσπάθειά του να κινητοποιήσει τις αδρανείς μονάδες του λεξικού, προσκρούει σε τρόπους, εμποδίζεται από ήδη ειπωμένες ιστορίες, από αυτό που λέμε παράδοση. Ο μόνος τρόπος για να προχωρήσει είναι η αφομοίωση, η οικειοποίηση, η παρανάγνωση, κάποτε ο σφετερισμός, και πάντοτε η επώδυνη χάλκευση και συμπλήρωση μιας ακρωτηριασμένης προσωπικής μνήμης με επιθυμίες και με όνειρα. Ο Σεφέρης - αφοπλιστικά ειλικρινής - παραδέχεται πως είναι παιδιά πολλών ανθρώπων τα λόγια μας.

     Στη γλώσσα τα πάντα είναι παρόν, τίποτα δεν παρέρχεται, και με αυτό, με το παρόν, ο συγγραφέας αναμετράται, καίτοι το μεταλλείο του είναι το παρελθόν και οι Μυκήνες του το μέλλον. Το σωτήριο γι’ αυτόν είναι πως η γλώσσα δεν είναι μόνο η λόγια του λογοτεχνικού κανόνα, αλλά κι αυτή που θήλασε, η λαϊκή και ντόπια λαλιά,  η γνήσια δηλαδή μητρική. Πιστεύω στο σύμφυτο του τόπου και της γλώσσας πέρα από κούφιες και επικίνδυνες, διάβαζε εθνικιστικές λογικές, γιατί μέσα στη γλώσσα πιστοποιείται και η υπεροχή και η περηφάνια δίχως, όμως, όρους κυριαρχίας, καθώς το εγώ είναι ένα ωραίο λουλούδι που ζητάει να το μαδήσεις. Όλα είναι δυνατά μέσα στη θυσία.  Άλλωστε, ό,τι αρτιότερο παρήγαγε η ελληνική διηγηματογραφία είναι πάντοτε προσαρτημένο σε έναν τόπο, όπως στο χώμα το φυτό. Φυτό ποτισμένο με νάματα μεταφυσικά. Και υπάρχουν προπάτορες που έσπειραν και καλλιέργησαν τον αγρό, που θρέφουν και ανδρώνουν τις επόμενες γενιές, που δεν μετριούνται με τον χρόνο αλλά με τη συνεισφορά τους στα γεννήματα, περιορίζοντας λοιπόν τον τόπο κι όχι τον ορίζοντα θα ανέφερα τον Κοσματόπουλο, τον Γκολομπία, τον Δραγούμη και τον Παύλο Μελά ― προτιμώ μια στάλα αίμα από ένα ποτήρι μελάνι, αποφαίνεται πάλι μες στη μοναξιά του ο σοφός γέρος.  
    Έγραφα για κάποιο βιβλίο: Αν κάτι δένει τις ιστορίες του τότε αυτό είναι ο τόπος. Εξ αυτού αντλούν την όποια συνάφειά τους, η πυξίδα τους, αρχικά παίζοντας κάπως, σταθεροποιείται σημαδεύοντας πάντα τον βορρά. Αναρωτιέμαι τελικά μήπως ο τόπος είναι και ο τρόπος, μήπως η γλώσσα είναι το άλλο χώμα, το πνευματικό, από το οποίο αναφύεται το ύφος, που για κάποιους ταυτίζεται με τον άνθρωπο. Μακρά παράδοση διαμηνύει τη συνάφεια του μικρού το δέμας αφηγήματος που ονομάζουμε διήγημα με τις γενέτειρες των θεραπόντων του,  η απώλεια της παράδοσης μπορεί και να σημαίνει την απώλεια μιας ταυτότητας, οι υπηρέτες του είδους αυτού δεν κινδυνεύουν, ωστόσο φορτίο βαρύ φέρουν στους ώμους τους, βαρύ όσο κι ένα τοπίο.  
     Οι ιστορίες αυτού του βιβλίου επιχειρούν να ισορροπήσουν, δίκην εκκρεμούς ή καλύτερα ζυγιού ανάμεσα στον πεζό και τον ποιητικό λόγο, η βελόνα  τους, όμως, δείχνει σταθερά προς μια κατεύθυνση παρακαμπτήριο εκείνης που ό,τι βρεθεί στο διάβα της γίνεται του χρόνου βορά, κατά τις επιταγές της γλώσσας πάντα, φυσικά. Πιστεύω πως ο καλός διηγηματογράφος μαθητεύει περισσότερο μέσα στην ποίηση παρά στο εκτενές πεζογράφημα, εκτός κι αν αναφερόμαστε σε σύμμικτα πεζά, όπως τα απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη. Και εδώ, στην περίπτωση του Τσίγκα, μιλάμε για γραφή ποιητική. Αρκεί και μόνο η ανάγνωση των Μαύρων αγγέλων του για να το πιστοποιήσει. Άλλωστε το καταληκτικό διήγημα μοιάζει να απαντά στο σπαρακτικό Πού είναι τα πουλιά; του Γιώργη Παυλόπουλου, όπως κι η φύση στο Στον κάμπο της Χίου νύχτα μοιάζει βγαλμένη από το παράδοξο και μυστηριακό σύμπαν του Γονατά. Ο Τσίγκας γράφει αναζητώντας τη λύτρωση και όχι για να προσφέρει παρηγοριά, όπως από ευκολία αναφέρουμε πολλές φορές κάνοντας παραχωρήσεις σε ένα αίσθημα νοσταλγίας για μια απωλεσμένη παιδικότητα. 
      Όμως η λογοτεχνία είναι ο προνομιούχος τόπος της παιδικής ηλικίας. Ας ακούσουμε τον Φουκό: «Τελικά η μόνη πραγματική πατρίδα, το μόνο έδαφος πάνω στο οποίο μπορεί να βαδίσει κανείς να σταθεί και να καταφύγει, είναι η «γλώσσα», εκείνη που έμαθε από τα παιδικά του χρόνια. Για μένα το ζήτημα λοιπόν είναι να ξαναδώσω πνοή σ’ εκείνη τη «γλώσσα», να χτίσω για τον εαυτό μου ένα είδος οικίσκου της γλώσσας που θα ήμουν εγώ κύριός του και θα γνώριζα τις γωνιές του εν παραβύστω». 
     Αυτό φρονώ πως μας παρέχει με την πρώτη μικρή το δέμας συλλογή του ο διηγηματογράφος Νώντας Τσίγκας, και για να «μετατοπίσω» τον Γάλλο φιλόσοφο θα έλεγα πως ο Τσίγκας μου παρέχει και πάλι εκείνη την κρήνη των παιδικών μου χρόνων, μια κρήνη της γενέτειράς του, όπου, οδεύοντας για Θεσσαλονίκη, σταματούσαμε, για να δροσιστούμε και να πλύνουμε τον γλυκό καρπό.  Ο Τσίγκας μας λέει πως κάθε τόπος γίνεται ο τόπος μας όταν μεταφυτεύσουμε τον νόστο μας σ’ αυτόν, υπερασπιζόμενος την τέχνη, το λίπασμα της ουτοπίας, τον εναπομείναντα σπόρο της παιδικής ηλικίας, μας λέει πως τα γράμματα που απευθύνουμε στους πεθαμένους μοιάζουν με νανούρισμα, άλλωστε αυτό δεν είναι μακριά από το μοιρολόι, πως κι ο θεός κι ο θάνατος παίζουν ή κάνουν διάλειμμα όπως κοινός εποχιακός διανομέας, πως όταν κάποιος θρηνεί τους αγαπημένους δεν μπορούμε να τον διακόψουμε, όπως δεν διανοούμαστε να μπούμε στα δωμάτια των ερωτευμένων, πως όταν ακούμε μια φωτογραφία να αυτοβιογραφείται είναι σαν να ακούμε το μουρμουρητό ενός κοιμισμένου που παλαντζάρει ανάμεσα στην πληρότητα της ζωής και την σαφήνεια της απώλειας,  πως ακόμη κι ο θάνατος φαντάζει ευάλωτος και εύθραυστος όταν αποτελέσει αντικείμενο ενός θεράποντος της ομορφιάς, πως στα όνειρα οι ζωντανοί φαντάζουν σκιές κι οι τεθνεώτες ολοζώντανοι, μια χρωματιστή περίπολος που φρουρεί τη ζωή, πως τα πλάσματα που χαλάσαμε γίνονται λιτανείες εικόνων σωτήριων στα χέρια γριών και άφεση αμαρτιών ακόμη και της Ιστορίας όταν αυτή αναβαπτίζεται στην κολυμβήθρα της παιδικής ηλικίας.  
   Ας σταθούμε λοιπόν, ας ξαποστάσουμε σ’ αυτή την κρήνη κι ας πιούμε, το νερό της άλλοτε φέρνει τραγούδι κι όνειρα, άλλοτε σκιές και διψασμένες λέξεις, τις φωνές που πέταξαν στα κυπαρίσσια κι αλμύρα της ψυχής, θραύσματα από στήλες επιτύμβιες που δυναμώνουν της φωνής μας το μέταλλο, και κάποτε τη γεύση της σκουριάς που αφήνει στο στόμα η πρώτη μας ποίηση. 
    Στην υγειά σου, φίλε!


Διαβάστηκε από τον συγγραφέα κατά την παρουσίαση των διηγημάτων "Εποχιακός διανομέας", στον ξενώνα Βυσσινόκηπος στην Καστοριά - εκδήλωση που διοργάνωσε η Αντιδημαρχία Πολιτισμού της πόλης στις 14.6.2014. Το κείμενο έχει δημοσιευθεί και στην εφημερίδα ΟΔΟΣ της Καστοριάς [Αριθ. Φ. 747, σελ. 10-11].