Παρασκευή, 15 Αυγούστου 2014

Το ύφος είναι ο τόπος*




                                                                           Jasmine Roganovic Lament of the homeland

                                                    


                                                                              του ΗΛΙΑ ΠΑΠΑΜΟΣΧΟY
    

    Σε τι έγκειται η δυσκολία του φερέλπιδος συγγραφέα; 
         Πρώτα απ’ όλα στο να χαράξει την περιοχή του, την εκφραστική της ευαισθησίας του, κομμάτι μιας κοινότητας, που ζητά, σιωπηλά, διαπιστευτήρια επάρκειας, αγκαλιασμένο στην αρχή από τα μέλη της με την ωρίμανσή του διεκδικεί το δικό του μερίδιο στην επικράτεια. Στην προσπάθειά του να κινητοποιήσει τις αδρανείς μονάδες του λεξικού, προσκρούει σε τρόπους, εμποδίζεται από ήδη ειπωμένες ιστορίες, από αυτό που λέμε παράδοση. Ο μόνος τρόπος για να προχωρήσει είναι η αφομοίωση, η οικειοποίηση, η παρανάγνωση, κάποτε ο σφετερισμός, και πάντοτε η επώδυνη χάλκευση και συμπλήρωση μιας ακρωτηριασμένης προσωπικής μνήμης με επιθυμίες και με όνειρα. Ο Σεφέρης - αφοπλιστικά ειλικρινής - παραδέχεται πως είναι παιδιά πολλών ανθρώπων τα λόγια μας.

     Στη γλώσσα τα πάντα είναι παρόν, τίποτα δεν παρέρχεται, και με αυτό, με το παρόν, ο συγγραφέας αναμετράται, καίτοι το μεταλλείο του είναι το παρελθόν και οι Μυκήνες του το μέλλον. Το σωτήριο γι’ αυτόν είναι πως η γλώσσα δεν είναι μόνο η λόγια του λογοτεχνικού κανόνα, αλλά κι αυτή που θήλασε, η λαϊκή και ντόπια λαλιά,  η γνήσια δηλαδή μητρική. Πιστεύω στο σύμφυτο του τόπου και της γλώσσας πέρα από κούφιες και επικίνδυνες, διάβαζε εθνικιστικές λογικές, γιατί μέσα στη γλώσσα πιστοποιείται και η υπεροχή και η περηφάνια δίχως, όμως, όρους κυριαρχίας, καθώς το εγώ είναι ένα ωραίο λουλούδι που ζητάει να το μαδήσεις. Όλα είναι δυνατά μέσα στη θυσία.  Άλλωστε, ό,τι αρτιότερο παρήγαγε η ελληνική διηγηματογραφία είναι πάντοτε προσαρτημένο σε έναν τόπο, όπως στο χώμα το φυτό. Φυτό ποτισμένο με νάματα μεταφυσικά. Και υπάρχουν προπάτορες που έσπειραν και καλλιέργησαν τον αγρό, που θρέφουν και ανδρώνουν τις επόμενες γενιές, που δεν μετριούνται με τον χρόνο αλλά με τη συνεισφορά τους στα γεννήματα, περιορίζοντας λοιπόν τον τόπο κι όχι τον ορίζοντα θα ανέφερα τον Κοσματόπουλο, τον Γκολομπία, τον Δραγούμη και τον Παύλο Μελά ― προτιμώ μια στάλα αίμα από ένα ποτήρι μελάνι, αποφαίνεται πάλι μες στη μοναξιά του ο σοφός γέρος.  
    Έγραφα για κάποιο βιβλίο: Αν κάτι δένει τις ιστορίες του τότε αυτό είναι ο τόπος. Εξ αυτού αντλούν την όποια συνάφειά τους, η πυξίδα τους, αρχικά παίζοντας κάπως, σταθεροποιείται σημαδεύοντας πάντα τον βορρά. Αναρωτιέμαι τελικά μήπως ο τόπος είναι και ο τρόπος, μήπως η γλώσσα είναι το άλλο χώμα, το πνευματικό, από το οποίο αναφύεται το ύφος, που για κάποιους ταυτίζεται με τον άνθρωπο. Μακρά παράδοση διαμηνύει τη συνάφεια του μικρού το δέμας αφηγήματος που ονομάζουμε διήγημα με τις γενέτειρες των θεραπόντων του,  η απώλεια της παράδοσης μπορεί και να σημαίνει την απώλεια μιας ταυτότητας, οι υπηρέτες του είδους αυτού δεν κινδυνεύουν, ωστόσο φορτίο βαρύ φέρουν στους ώμους τους, βαρύ όσο κι ένα τοπίο.  
     Οι ιστορίες αυτού του βιβλίου επιχειρούν να ισορροπήσουν, δίκην εκκρεμούς ή καλύτερα ζυγιού ανάμεσα στον πεζό και τον ποιητικό λόγο, η βελόνα  τους, όμως, δείχνει σταθερά προς μια κατεύθυνση παρακαμπτήριο εκείνης που ό,τι βρεθεί στο διάβα της γίνεται του χρόνου βορά, κατά τις επιταγές της γλώσσας πάντα, φυσικά. Πιστεύω πως ο καλός διηγηματογράφος μαθητεύει περισσότερο μέσα στην ποίηση παρά στο εκτενές πεζογράφημα, εκτός κι αν αναφερόμαστε σε σύμμικτα πεζά, όπως τα απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη. Και εδώ, στην περίπτωση του Τσίγκα, μιλάμε για γραφή ποιητική. Αρκεί και μόνο η ανάγνωση των Μαύρων αγγέλων του για να το πιστοποιήσει. Άλλωστε το καταληκτικό διήγημα μοιάζει να απαντά στο σπαρακτικό Πού είναι τα πουλιά; του Γιώργη Παυλόπουλου, όπως κι η φύση στο Στον κάμπο της Χίου νύχτα μοιάζει βγαλμένη από το παράδοξο και μυστηριακό σύμπαν του Γονατά. Ο Τσίγκας γράφει αναζητώντας τη λύτρωση και όχι για να προσφέρει παρηγοριά, όπως από ευκολία αναφέρουμε πολλές φορές κάνοντας παραχωρήσεις σε ένα αίσθημα νοσταλγίας για μια απωλεσμένη παιδικότητα. 
      Όμως η λογοτεχνία είναι ο προνομιούχος τόπος της παιδικής ηλικίας. Ας ακούσουμε τον Φουκό: «Τελικά η μόνη πραγματική πατρίδα, το μόνο έδαφος πάνω στο οποίο μπορεί να βαδίσει κανείς να σταθεί και να καταφύγει, είναι η «γλώσσα», εκείνη που έμαθε από τα παιδικά του χρόνια. Για μένα το ζήτημα λοιπόν είναι να ξαναδώσω πνοή σ’ εκείνη τη «γλώσσα», να χτίσω για τον εαυτό μου ένα είδος οικίσκου της γλώσσας που θα ήμουν εγώ κύριός του και θα γνώριζα τις γωνιές του εν παραβύστω». 
     Αυτό φρονώ πως μας παρέχει με την πρώτη μικρή το δέμας συλλογή του ο διηγηματογράφος Νώντας Τσίγκας, και για να «μετατοπίσω» τον Γάλλο φιλόσοφο θα έλεγα πως ο Τσίγκας μου παρέχει και πάλι εκείνη την κρήνη των παιδικών μου χρόνων, μια κρήνη της γενέτειράς του, όπου, οδεύοντας για Θεσσαλονίκη, σταματούσαμε, για να δροσιστούμε και να πλύνουμε τον γλυκό καρπό.  Ο Τσίγκας μας λέει πως κάθε τόπος γίνεται ο τόπος μας όταν μεταφυτεύσουμε τον νόστο μας σ’ αυτόν, υπερασπιζόμενος την τέχνη, το λίπασμα της ουτοπίας, τον εναπομείναντα σπόρο της παιδικής ηλικίας, μας λέει πως τα γράμματα που απευθύνουμε στους πεθαμένους μοιάζουν με νανούρισμα, άλλωστε αυτό δεν είναι μακριά από το μοιρολόι, πως κι ο θεός κι ο θάνατος παίζουν ή κάνουν διάλειμμα όπως κοινός εποχιακός διανομέας, πως όταν κάποιος θρηνεί τους αγαπημένους δεν μπορούμε να τον διακόψουμε, όπως δεν διανοούμαστε να μπούμε στα δωμάτια των ερωτευμένων, πως όταν ακούμε μια φωτογραφία να αυτοβιογραφείται είναι σαν να ακούμε το μουρμουρητό ενός κοιμισμένου που παλαντζάρει ανάμεσα στην πληρότητα της ζωής και την σαφήνεια της απώλειας,  πως ακόμη κι ο θάνατος φαντάζει ευάλωτος και εύθραυστος όταν αποτελέσει αντικείμενο ενός θεράποντος της ομορφιάς, πως στα όνειρα οι ζωντανοί φαντάζουν σκιές κι οι τεθνεώτες ολοζώντανοι, μια χρωματιστή περίπολος που φρουρεί τη ζωή, πως τα πλάσματα που χαλάσαμε γίνονται λιτανείες εικόνων σωτήριων στα χέρια γριών και άφεση αμαρτιών ακόμη και της Ιστορίας όταν αυτή αναβαπτίζεται στην κολυμβήθρα της παιδικής ηλικίας.  
   Ας σταθούμε λοιπόν, ας ξαποστάσουμε σ’ αυτή την κρήνη κι ας πιούμε, το νερό της άλλοτε φέρνει τραγούδι κι όνειρα, άλλοτε σκιές και διψασμένες λέξεις, τις φωνές που πέταξαν στα κυπαρίσσια κι αλμύρα της ψυχής, θραύσματα από στήλες επιτύμβιες που δυναμώνουν της φωνής μας το μέταλλο, και κάποτε τη γεύση της σκουριάς που αφήνει στο στόμα η πρώτη μας ποίηση. 
    Στην υγειά σου, φίλε!


Διαβάστηκε από τον συγγραφέα κατά την παρουσίαση των διηγημάτων "Εποχιακός διανομέας", στον ξενώνα Βυσσινόκηπος στην Καστοριά - εκδήλωση που διοργάνωσε η Αντιδημαρχία Πολιτισμού της πόλης στις 14.6.2014. Το κείμενο έχει δημοσιευθεί και στην εφημερίδα ΟΔΟΣ της Καστοριάς [Αριθ. Φ. 747, σελ. 10-11].


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου