Παρασκευή, 22 Αυγούστου 2014

Κι ύστερα ήρθαν οι μπουλντόζες....


(ιστορία με συνηθισμένο τέλος...)





Άγιος Ιωάννης (στη Νέα Κρήνη). Αρχές του 1990 Φλεβάρη μήνα πήγαμε να στήσουμε το κοινό πια σπιτικό μας με τη γυναίκα μου. Με ενοίκιο, στο ισόγειο μιας μονοκατοικίας και με εξαιρετική τριγύρω άπλα και ησυχία μέσα στα χωράφια. Παραδίπλα το νεκροταφείο της Καλαμαριάς. "Μπρρρ! Δε φοβάστε μέσα στην ερημιά;" μας έλεγαν οι φίλοι."Όχι καθόλου!" λέγαμε εμείς καθώς σιγά σιγά συνειδητοποιούσαμε πως είχαμε δεχτεί το δώρο του Θεού.

 Ένας τσοπάνης κάθε πρωί έφερνε κι  έβοσκε το κοπάδι του -από που έρχονταν βρε; κάπου ανάμεσα από τις πολυκατοικίες της Καλαμαριάς όπου είχε το μαντρί του...- τα προβατάκια  από νωρίς  γκλαν γλκλιν γκλονγκ τα κουδουνίσματα  και δώστου τα βελάσματα δίπλα στα κλειστά παραθύρια μας. Κάναμε ύστερα και φιλίες με το βοσκό, μας έδινε που και που και αυγουλάκια φρέσκα "για το παιδί" (το πρώτο μας ακόμα τότε παιδί). 


Στην αυλή του σπιτιού έπεσαν συχνά χιόνια ενώ στην πόλη είχαν ακουστά περί αυτού, άνθισαν ροδακινιές, μια πορτοκαλιά επίσης (που την αγοράσαμε στην ετήσια "Ανθοέκθεση" για ...λεμονιά) κάποτε αξιώθηκε να μας δώσει εικοσιπέντε ζουμερά πορτοκάλια όλο γλύκα-μια και μοναδική φορά το έκανε/έκτοτε αρνείται η δόλια να δώσει έστω και το παραμικρό άνθος, ωστόσο την κρατάμε στον κήπο μας ελπίζοντας-. Έχει -σχεδόν- την ηλικία του μικρού μας γυιού...


Στην αυλή αυτή  μεγάλωσαν τα παιδιά μας μαζί με κότες, σκυλιά και γατιά, έπαιξαν, έκαναν κούνιες, έτρεξαν με τα ποδήλατα, χόρτασαν πεσίματα. Πέταξαν χαρταετούς  καθώς δεν χρειαζόταν ποτέ να εκδράμουμε κάπου αλλού προς τούτο (πάντοτε είχε χώρο και αέρα κατάλληλο η αυλή). Κάποτε μέσα στον κήπο πλένοντας το αμάξι μου δέχτηκα την επίσκεψη -ντάλα μεσημέρι- ενός εξαμελούς κοπαδιού από καμπίσιες πέρδικες οι οποίες με βήμα ταχύ ήλθαν και απήλθαν αφήνοντάς με σύξυλο.



 Κάθε χρόνο το καλοκαίρι η περιοχή κατακλύζονταν από αθίγγανους με παρδαλοχρωμα ρούχα που πουλούσαν πλαστικές καρέκλες, καρπούζια, χαλιά και τα τοιαύτα. Τα τραγούδια, οι λικνιστικοί χοροί και οι χαρούμενες φωνές, το βράδυ στον μικρό καταυλισμό με τα φορτηγά και τα τσαντήρια, αποτέλειωναν νικώντας την σιγή του πλησίον νεκροταφείου. Στο μέρος που αυτοί κατασκήνωναν, οι φιλότιμοι πολίτες της πόλης και τα συνεργεία ανακαινίσεων, πετούσαν ολοχρονίς κάθε λογής μπάζα. Σκουπιδαριό...


Το Νοέμβρη έκαναν την εμφανισή τους "τα μαυροπούλια" κι έπεφταν στα χωράφια με Χιτσκοκικό τρόπο, σηκώνονταν δε σαν σύννεφο και χόρευαν σε πηχτό σχηματισμό το σούρουπο. Το χειμώνα ο αέρας σφύριζε θυμωμένα ανάμεσα στα δέντρα κι έκανε τα παραθυρόφυλλα να τρέμουν σύγκορμα ενώ την άνοιξη μας συντρόφευαν φωνές πουλιών. Τα βράδια κουκουβάγιες αντάλλασαν συνθηματικά. Τον Ιούλιο θεριζοαλωνιστικες μηχανές θέριζαν τα στάχια στα σταροχώραφα, που εν τω μεταξύ κάθε φθινόπωρο και με όλο πιο μεγάλη επιμέλεια είχαν αρχίσει να οργώνουν και να σπέρνουν οι επιτήδειοι ιδιοκτήτες των χωραφιών που έμελλε να γίνουν οικόπεδα  και που οι ίδιοι εμέλλετο να γίνουν οι ιδιοκτήτες πολλών διαμερισμάτων ελέω αντιπαροχής  (Δόξα του "κολπατζή"- Θεού των Ελλήνων, δόξα!). 
Κι ένα πρωϊ φάνηκε η πρώτη μπουλντόζα. Ξερίζωσε τον μισό κήπο, το φράχτη με τις πικροδάφνες κι έριξε στο συρματόπλεγμα. Τη φωτογράφησα το πρώτο βράδυ που έμεινε αποκοιμισμένη στην αυλή μας με το μακρύ της χέρι αποκαμωμένο από το βγάλε βγάλε... Ήταν πια ώρα να φεύγουμε. Όπερ και συντόμως εγένετο.


Στο μέρος φύτρωσαν σύντομα λογής πολυκατοικίες τώρα υπάρχει ένα αδιαπέραστο τσιμεντένιο δάσος. Το παλιό μας σπίτι -όταν περνώ με τα αμάξι και ρίχνω βλέμμα  -πνιγμένο εκεί ανάμεσα σε γίγαντες δεν μπορώ σχεδόν να το εντοπίσω και να το αναγνωρίσω. 

Ο βοσκός που λέγαμε (ναι!!) έγινε πολυεκατομυριούχος. Πούλησε τα πρόβατα, το μαντρί και η έκταση τριγύρω έγινε οικόπεδο -λόγω ίσως της "χρησικτησίας" κατοχυρώθηκε σ' αυτόν-.
Κι ένα ωραίο πρωί έφυγε με το ζεστό παραδάκι για την πατρίδα του (κάποια ίσως επαρχιακή πόλη της ενδοχώρας).








Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου