Τρίτη, 5 Αυγούστου 2014

Νώντας*







                                                           της ΧΡΥΣΟΥΛΑΣ-ΠΑΤΡΩΝΟΥ-ΠΑΠΑΤΕΡΠΟΥ



  Ο Ηλίας Βουίτσης, σε μια αριστουργηματική παρουσίαση του 1ου βιβλίου του Ηλία Παπαμόσχου, άρχιζε ως εξής: Εκ μιας συμμαθητείας... Ωραία αρχή μου φαίνεται. Εκ μιας έμμεσης γειτνίασης, λοιπόν, πριν από περίπου 45 χρόνια, γνώρισα ένα αγοράκι. Το αγοράκι αυτό ήταν ανεψιός μιας πολύ καλής γειτόνισσάς μου, και κάπου κάπου ερχόταν από το χωριό του στην πόλη, για επίσκεψη των κοντινών συγγενών. Το συγγενικό του σπίτι χώριζε από το δικό μου ένας πλακόστρωτος δρόμος, με αρκετή όμως υψομετρική διαφορά από τον παράλληλο παραλίμνιο ασφαλτόδρομο. Ανάμεσα σ` αυτούς τους δύο δρόμους έστεκε το σπίτι μου, με μπρος και πίσω αυλές και πρόσβαση και στους δύο.
  Ο πιτσιρικάς από το χωριό, κοίταζε με αδηφάγο βλέμμα το σπίτι και τον κήπο, που έμπαινε εμπόδιο ανάμεσα σ` εκείνον και στη λίμνη, η οποία θα πρέπει να του ασκούσε μια μοναδική γοητεία. Τι έκανε; Παραφύλαγε στην είσοδο της θειάς, και μόλις ξεμύτιζα από την πόρτα, έσπρωχνε το μικρότερο ξαδέλφι προς την μεριά μας ψιθυρίζοντας: Ρώτα, ρώτα! Η ερώτηση, η ίδια πάντα, ήταν: Κυρία Χρυσούλα, επιτρέπεται να περάσουμε απ` την αυλή για να βγούμε στην λίμνη; Ούτε που περίμεναν βέβαια την απάντηση...  Είχαμε μάθει όλοι το μάθημα απ` έξω κι ανακατωτά!
    Έτσι γνώρισα τον Νώντα. Το ευγενικό μα και πολύ ζωηρό χωριατόπουλο, με τη Βογατσιώτικη προφορά και τη λαχτάρα για τη λίμνη· δήθεν για ψάρεμα. Το νερό τον τραβούσε, αυτό που εμάς, που τόχαμε κάθε μέρα μπροστά στα μάτια μας, δεν μας συγκινούσε ιδιαίτερα...
      Τότε ήταν που κάποια μέρα τον ρώτησα, τι θα ήθελε να γίνει όταν μεγαλώσει. Μήπως ψαράς; Η απάντηση ήρθε άμεσα και χωρίς κανέναν δισταγμό: Ε όχι και ψαράς, γιατρός θα γίνω!
   Ο Νώντας έγινε πράγματι γιατρός. Βέβαια, έχασα τα ίχνη του, όταν η θεία του άλλαξε διαμέρισμα και ο ίδιος είχε μεγαλώσει ήδη αρκετά για να ενδιαφέρεται για το... “Ψάρεμα”. Νέα για την πρόοδό του εξακολουθούσα πάντως να μαθαίνω.

Έτυχε κάποτε, μιλώ για τα τελευταία χρόνια, που όσο περνούν τα δικά μου τόσο χάνω τον λογαριασμό τους, να διαβάσω στην τοπική εφημερίδα “ΟΔΟΣ” ένα άρθρο του σχετικά με την ηχορύπανση, εξ αιτίας των νέων τρόπων ψυχαγωγίας της νεολαίας, και, ως άμεσα θιγόμενη απάντησα. Δεν πίστευα ότι η αντίδρασή του θα ήταν η άμεση αποστολή του βιβλίου του “Ου πάν κι ου Κάτου Κόσμος” σε δίγλωσση έκδοση: Εννοώ, στο γλωσσικό ιδίωμα του χωριού του, τα Βουγατσιώτκα και ... Ελληνικά.! Όσο παράξενο κι αν ακούγεται, στα Βουγατσιώτκα τα ”παιξα και αναγκάστηκα να προσφύγω στην...ελληνική μετάφραση. Απολαυστικό κείμενο. Μία φίλη φιλόλογος, από την περιοχή εκείνη, το απόλαυσε διπλά. Αναφέρει, ότι θυμίζει τους Νεκρικούς Διαλόγους του Λουκιανού με τη διαφορά, ότι εκεί οι διάλογοι γίνονται στον Άδη, ενώ στο βιβλίο του Νώντα ο ήρωας επιστρέφει στον πάνω κόσμο και καταγράφει όσα βλέπει και ακούει. Του έγραψα τότε, ότι θεωρώ πως σαν λογοτέχνης τα πάει πολύ καλά, δεν ξέρω τι κάνει με την Ιατρική.
    Η επικοινωνία μας έγινε έκτοτε πολύ συχνή-ας είναι καλά η τεχνολογία. Και σε σύντομο σχετικά διάστημα ακολούθησε δεύτερο βιβλίο του με τίτλο το “Μαύρο Χιόνι”, που λιτά και καίρια ασχολείται με τους λαθρομετανάστες και τα άλυτά τους προβλήματα.
      Ανάμεσα  Χριστούγεννα και Πρωτοχρονιά του 2013, έλαβα τον “Εποχιακό Διανομέα”, με 9 διηγήματα, μερικά από τα οποία είχαν ήδη δημοσιευτεί σε περιοδικά και στην εφημερίδα ΟΔΟΣ·άρα γνωστά σε μένα.
   Αυτά τα διηγήματα θα ήθελα να παρουσιάσω σήμερα, αν και φοβάμαι ότι δεν θα τα καταφέρω και πολύ. Θεωρώ πιο εύκολο να γράφω κάτι δικό μου, παρά να καταγράφω το ύφος και το περιεχόμενο ενός άλλου. Για την ευκολία μου, όμως, θα τα πάρω ένα-ένα, όπως αυτά παρουσιάζονται στο εύχρηστο βιβλιαράκι.


   Τα μάγια του Αντόνιο, το πρώτο. Ο τίτλος παραπλανητικός. Παύλος είναι ο ήρωας εδώ, όχι  Αντόνιο. Ένας από τους σύγχρονους μετανάστες, που αναγκάζεται, παρά τα συσσωρευμένα πτυχία να μεταναστεύσει στην Ξένη για να μπορέσει να ζήσει. Η ξένη, η Γερμανία. Πρωταγωνίστρια στα σκληρά μέτρα για την αποκατάσταση της οικονομίας μας έπειτα από τις τρελές αποκοτιές των εδώ κυβερνώντων για πολλά χρόνια. Όλα ξένα για τον Παύλο, και πρώτο και καλύτερο το γερμανικό τοπίο, με τις ομίχλες και τις ακατάσχετες πρασινάδες, που καμιά σχέση δεν έχει με αυτό που άφησε πίσω του. Η περιγραφή καταλυτική. Και μια και πλησιάζουν Χριστούγεννα στην ιστορία μας, η νοσταλγία πολύ πιο έντονη, τόσο που αναγκάζεται να βάλει μπόλικο κερί στ` αυτιά του αλλά μ` αυτό επίσης πασαλείφει και την καρδιά του. Και ο νευρολόγος γιατρός, αναφέρει στη σελίδα 14: Κάποιο αέναο τελετουργικό της θυσίας της Ιφιγένειας λάβαινε χώρα; Ή μήπως είχε αρχίσει να τρελαίνεται; Η λογοτεχνία χέρι-χέρι με την ψυχιατρική παρατήρηση. Αλλά εκείνο που πραγματικά κάνει το διήγημα να ξεχωρίζει, είναι η περιγραφή της μουσικής του Βιβάλντι, οι τέσσερις εποχές του δηλαδή, κι αυτό με οδηγεί στη σκέψη, ότι ο συγγραφέας, ή κρύωνε όταν το έγραφε, λόγω αύξησης της τιμής του πετρελαίου θέρμανσης, ή είχε σκάσει από τη ζέστη και λαχταρούσε λίγη δροσιά. Σημαντικός ο παραλληλισμός της μουσικής που άκουγαν οι μετανάστες του ’60, Καζαντζίδη και Διονυσίου, αγράμματοι άνθρωποι οι περισσότεροι, με εκείνην που ακούει τώρα πια ο Παύλος μας. Του Αντόνιο Βιβάλντι τα μάγια λοιπόν. Εύχομαι τα καλύτερα για τον ταλαίπωρο Παύλο. Ξέρω από ξενιτιά...
Στο φιλμ 8 χιλιοστών, η εικόνα αλλάζει. Το Βογατσικό, πριν πενήντα περίπου χρόνια, τότε που οι Αμερικάνοι μετανάστες επέστρεφαν στο χωριό και εντυπωσίαζαν τους συντοπίτες τους με τις φωτογραφικές και κινηματογραφικές τους μηχανές, τα κάρα και τα λουσάτα τους ρούχα. Στήνονταν όλοι οι συγγενείς και φίλοι για να τους απαθανατίσουν οι Αμερικάνοι. Ζωντανή περιγραφή των προσώπων και του τοπίου του χωριού.  Γράφει στην αρχή του διηγήματος, σελίδα 25: Χέρια ροζιασμένα σαν κλήματα που απλώνουν δάκτυλα για ν` αγκαλιάσουν παιδιά κι εγγόνια, όλον ίσως τον κόσμο γύρω μας. Έχει μιαν απελπισία αυτή η αγκαλιά.
   Απελπισία, γιατί ο ήρωας της ιστορίας είναι ο φίλος και συνάδελφος του συγγραφέα, ο πρόωρα αναχωρήσας Γεώργιος Γκολομπίας· στο φιλμ σαν βρέφος στην αγκαλιά της θείας του, και στη συνέχεια βαριά άρρωστος- βρέφος και πάλι τους τελευταίους μήνες της αρρώστιας του. Μη σπάσεις λες κι είσαι κούκλα γυάλινη. Γράφει και περιγράφει. Συγκλονιστικό κείμενο, νομίζω, που μέσα στην προτελευταία παράγραφο, κρύβει όλο το σπαραγμό για τον χαμό του αγαπημένου φίλου. Διαβάστε το ξανά και ξανά.

    Το ομώνυμο με τον τίτλο του βιβλίου διήγημα, ο Εποχιακός Διανομέας, κυλάει εύκολα σε σύγκριση με τα δύο προηγούμενα. Ο εποχιακός διανομέας είναι άμαθος προπαντός για την αγωνία και την προσμονή -σελίδα 40- που συνδέουν από πάντοτε αποστολέα και παραλήπτη με ενδιάμεσο κρίκο τον ταχυδρόμο. Ο εποχιακός υπάλληλος των τελευταίων χρόνων, που γνωρίζει πολύ καλά ότι κάτι, κάποιο φτωχικό έσοδο θα εξασφαλίσει για ένα εξάμηνο· έπειτα πάλι το άγχος της ανεργίας, μέχρι να φανεί στον ορίζοντα, που όλο και μακραίνει, κάτι πιο μόνιμο για βιοπορισμό. Πού διάθεση για προσήλωση στη δουλειά... Γι` αυτό και στο τέλος πετάει το περιεχόμενο του πέτσινου σακκίδιου στον κάδο ανακύκλωσης με τόση ευκολία, παριστάνοντας τον δικαστή, τον κριτή και τον δήμιο. Ο κατάλογος των περιεχομένων της ταχυδρομικής τσάντας στη σελίδα 43 περιλαμβάνει σχολαστικά όλα όσα βρίσκονται μέσα σε ένα τέτοιου είδους σακκίδιο. Κυλάει η περιγραφή με μια παρατηρητική ματιά, επιμένω, όχι μόνο ενός λογοτέχνη μα κι ενός ειδικού γιατρού.

 Το  Requiem,  είναι μια αναφορά τόσο στα κατά Ματθαίον Πάθη του Μπαχ, όσο και στο Requiem του Μότσαρτ. Ο Νώντας μας κατέχει την κλασσική μουσική, την αγαπάει και τη σέβεται. Τρεις ιστορίες μοναχικών ανθρώπων που παρακολουθούν τον Επιτάφιο και η τέταρτη ο ίδιος ο Χριστός, (Agnus Dei), τουτέστιν ο Αμνός του Θεού, που τον γυρίζουν τη Μεγάλη Παρασκευή στους δρόμους για να τον προσκυνήσουν οι πιστοί και να ζητήσουν τη συμπόνοια του.

 Ο πρώτος, ο ποιητής Νίκος Καρούζος σ` ένα υπόγειο της πρωτεύουσας, ενώ παλεύει ήδη με την αρρώστια των πνευμόνων του, δεν παύει να υπηρετεί την ποίηση. Και λέει ο Νώντας στη σελίδα 48: Οι γιατροί φρόντισαν για την πληρέστερη εισπνοή  αυτής της μουχλιασμένης μάζας ενός υπογείου. Που ποτέ δεν θα μοιάζει με τα ριπίσματα από το βουνίσιο αεράκι που φυσά  από το παρελθόν στ`Ανάπλι. Κι είναι μέρα οργής, (Dies Irae) αν σκεφτούμε πώς καταλήγουν οι μεγάλοι ποιητές σ` αυτόν τον τόπο.
  Σε πλήρη αντίθεση ο δεύτερος, ο μεροκαματιάρης λαϊκός άνθρωπος, ο Μήτσος. Σε υπόγειο κι αυτός. Στην πρωτεύουσα όμως και παθιασμένος με το τραγούδι. Μένει πιο κάτω κι από τους ήδη πεθαμένους τον θάνατο των ανθρώπων, αφού δεν πιάνει ούτε τη βάση στα κοινωνικά, αναφέρει ο συγγραφέας και τραγουδά ο Μήτσος το παράπονό του να φτάσει μέχρι το δρόμο, παράπονο, ίσον δάκρυα, (Lacrymosa).
  Ο τρίτος, ο κύριος Αριστοτέλης, από τα ρετιρέ. Ψυχίατρος γνωστός, δεν είναι άλλο παρά τοκογλύφος μιας ποίησης που γεννά η ψυχική ταραχή και το μέσα σκοτάδι και δέχεται τις ευχαριστίες όλων όσους θεραπεύει (Offertorium).
Θέλει πολλή προσοχή κατά την ανάγνωση, αξίζει όμως την προσπάθεια... 
 
Η Χριστουγεννιάτικη ιστορία σε μπλε φόντο, αναφέρεται στα παιδικά χρόνια του συγγραφέα στο χωριό του και στις προετοιμασίες για τα κάλαντα. Καμιά ωραία ιστορία, όπως ίσως θα περίμενε κανείς. Το μπλε χρώμα που μέσα του πέφτουν και σκοτώνονται όλα τα χρώματα, όπως αναφέρει στο τέλος του διηγήματος, είναι εκείνο που επικρατούσε την εποχή εκείνη·σαν το χρώμα του χαρτιού περιτυλίγματος τετραδίων, των ποδιών των μαθητριών, κόλες μπλε για κάλυψη σπασμένων τζαμιών σε σχολεία και σπίτια, χρώμα γενικά που κάλυπτε τη φτώχεια και τη μιζέρια. Νοσταλγία αλλά και πίκρα για τα σκληρά χρόνια που βίωσε αυτός και οι συντοπίτες του, μικροί και μεγάλοι, την πέτρινη εκείνη εποχή. Με τον Χάρο που παίρνει τη μονάκριβη θυγατέρα παραμονές Χριστουγέννων, ενώ καταλήγει με το “Δυο Πόρτες έχει η ζωή”, όπου βέβαια τα παιδιά μπαινοβγαίνουν  με ελευθέρας. Η ξενοιασιά της παιδικής ηλικίας, δίπλα στον οδυρμό για τον χαμό της νέας κοπέλας. Ο ίδιος, σε μια ηλικία αρκετά μεγάλη για να αντιλαμβάνεται πολλά. Και να μην πιστεύει πια, ότι είναι ο ομορφότερος απ` όλους, όπως όταν τριών χρόνων, στο γάμο της θείας του φόρεσε μπλε κοστούμι και παπούτσια λουστρίνι. Έπαψε εδώ και καιρό ο αυτοθαυμασμός και η αθώα ευχαρίστηση του νηπίου, για τα λουστρίνι παπούτσια και μόνο...

 Πηγαίνω στο έβδομο διήγημα, οι Μαύροι Άγγελοι. Δυο ψαράδες της λίμνης μας, κάπως άτυχοι σήμερα, επιστρέφουν και βρίσκουν κοντά στην όχθη ο πρώτος έναν μεγάλο γουλιανό, ο δεύτερος έναν μπούφο. Η περιγραφή του μαύρου αδιάβροχου των βαρκάρηδων της λίμνης, που στάζει υγρασία και γυαλίζει σαν δέρμα ψαριού, του τρόπου που κρατούν τα κακότυχα ζωντανά, ψάρι και πουλί, τα οποία φρόντισαν να σκοτώσουν με τα κουπιά τους, συγκλονιστική. Είναι οι δύο μαύροι άγγελοι, οι άγγελοι του σκότους. Άραγε είδε αυτή τη σκηνή ο Νώντας, αυτόπτης μάρτυρας, όταν μου ζητούσε ευγενικά την άδεια να κατεβεί στη λίμνη, και δεν σβήστηκε από τότε απ` το μυαλό του;

     Στον Κάμπο της Χίου τη νύχτα, με μία έξοχη περιγραφή της άγριας φύσης, μπαίνει πάλι η εμπειρία του γιατρού της ψυχής, και βγάζει στη φόρα όλα εκείνα που μας τρομάζουν, είτε γιατί δεν ξέρουμε τι είναι, ή πάλι γιατί μύθοι και δοξασίες έχουν εντυπωθεί στο υποσυνείδητο και βγαίνουν με την πρώτη ευκαιρία για να μας ταλαιπωρήσουν. Όταν βέβαια, η ταλαιπωρία και ο φόβος δίνονται με τόσο απόκοσμα μαγικό τρόπο, αξίζει να τους βιώσουμε. Εύχομαι να μην τρόμαξε και η Ανθή!

 Οι τρυποφράχτες, ένας ύμνος στα πετεινά του ουρανού, που το ανθρώπινο είδος τόσο αλόγιστα και εγωιστικά καταστρέφει. Κι εδώ το όνειρο μπλέκει με την πραγματικότητα· κι εδώ έντονος προβληματισμός και κατακραυγή του συγγραφέα για όσα ανίερα και απεχθή πράττουμε εις βάρος των άλλων πλασμάτων και της φύσης γύρω μας. Οι τρυποφράχτες δεν ξέρω αν κελαηδούν, ο Νώντας σίγουρα.


 Άφησα τελευταία τη Φωτογραφία. Νομίζω πως στο διήγημα αυτό ο φίλος μου έβαλε όλη του την ψυχή. Πρώτα την αγάπη για τους δικούς του προγόνους, θα έλεγα για την γιαγιά την Πάτρα, που τόσο καταλυτικό ρόλο έπαιξε, πιστεύω, στην ανατροφή και διαμόρφωση του χαρακτήρα του έστω και αν δεν είναι στη φωτογραφία. Την έχει όμως κορνιζαρισμένη πάνω στο ξύλινο ερμάρι του τζακιού κι εξηγεί στο εγγόνι πρόσωπα και γεγονότα, μάθημα ιστορίας, δηλαδή. Βάζει βέβαια και όλο του το λογοτεχνικό ταλέντο μα και τη γνώση του ειδικού νευρολόγου, παράλληλα. Πως αλλιώς να εξηγήσω τη σχολαστικότητα με την οποία περιγράφει την σύζυγο από τα Μπίτολα, τον τρόπο που κρατάει με τις μικρές παλάμες της κλειστές το κοντογούνι; Ήδη το βλέμμα της διασχίζει τόπους, περνά πολιτείες μακρινές και σβήνει τα βήματά της στα βάθη του κόσμου, η δίγλωσση, αναφέρει στη σελίδα 81. Και στο τέλος του διηγήματος, η γυναίκα του κρατώντας σφιχτά στο στήθος ένα μικρό σεντούκι με γρόσια και τούρκικες λίρες θα έφευγε μακριά κατά την Ανατολή.
 Πάντως εγώ, από τον τρόπο που κρατάει το κοντογούνι, τίποτα δεν θα καταλάβαινα. Απλά θα περιέγραφα. Εκεί είναι που βάζω τις ειδικές γνώσεις. Ή ποιητική αδεία, μας παρασέρνεις αγαπητέ μου, σε πονηρούς συλλογισμούς, δηλαδή, έχοντας ενημερωθεί για την φυγή της γυναίκας κατά την Ανατολή, προσπαθείς να βρεις τον λόγο που κρατάει με τις σφιχτές παλάμες, το κοντογούνι; Ευρηματικός ο συνδυασμός, έτσι κι αλλιώς!
 Διαβάστε τα και θα τα ευχαριστηθείτε, έστω κι αν χρειαστεί να τα ξαναδιαβάσετε. Ο Νώντας έγινε τελικά και γιατρός μα και λογοτέχνης ολκής. Άλλωστε, από πολύ μικρή ηλικία, ό, τι χαρτί έβρισκε μπροστά του και στο δρόμο ακόμη, ακόμη και καταλασπωμένο, να το διαβάσει ήθελε. Μετά από τόσο, μα τόσο διάβασμα, φυσικό ήταν να θελήσει και να γράψει...


                                                                                                            Arnaud Behety Ivo's postcard



* Διαβάστηκε από την συγγραφέα κατά την παρουσίαση των διηγημάτων "Εποχιακός διανομέας", στον ξενώνα Βυσσινόκηπος στην Καστοριά - εκδήλωση που διοργάνωσε η Αντιδημαρχία Πολιτισμού της πόλης στις 14.6.2014. Το κείμενο έχει δημοσιευθεί και στην εφημερίδα ΟΔΟΣ της Καστοριάς [Αριθ. Φ. 745 σελ. 12-14].




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου