Πέμπτη, 11 Δεκεμβρίου 2014

Περί μεταφράσεων*


Ο Α.Κ στην έκθεση για τον Ν.Γ. Πεντζίκη (φωτ. Ν.Τ.) 
  


                                            
                          του ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΚΟΣΜΑΤΟΠΟΥΛΟΥ 
   
Μεταφράζοντας ένα έργο εισέρχομαι στον κόσμο του συγγραφέα. Μπαίνω στον κόσμο του μέσω αυτού. Ταυτίζομαι μαζί του, αλλά δεν μπορώ να πω πως απλώς υποδύομαι ένα ρόλο. Συμμερίζομαι την μοναχική του πράξη της γραφής, γιατί σε κάθε συγγραφέα η πράξη αυτή διαφέρει. Έτσι, όταν μετέφραζα τον Μάλορυ βρισκόμουν στην φυλακή μαζί του. Αφουγκραζόμουν το γράψιμό του. Το ίδιο και με τον Σαίξπηρ και τον ΄Ιψεν. Μέσω αυτών ακουμπούσα τους ήρωες. Το ίδιο και με τον Ουΐλκυ Κόλλινς. Κατά κάποιο τρόπο προσαρμόζω την αναπνοή μου στην δική του. Βλέπω με τα μάτια του και γράφω με το δικό του χέρι. Αυτό με αναπαύει και με γεμίζει άφατη χαρά. Kαινουργούμαι και ζω δύο ζωές ταυτόχρονα, αλλά η δεύτερη ζωή αποτελεί ολόκληρο κόσμο. 

Είμαστε εγώ, ο συγγραφέας, και οι ήρωες. Εμπλουτίζομαι, ένας άλλος αέρας με συνεπαίρνει. Ο χρόνος καταργείται, όχι γιατί συμμετέχω σε ένα παιχνίδι φαντασίας, αλλά επειδή συμμετέχω στον πραγματικό χρόνο του συγγραφέα. Έτσι ο χρόνος είναι ολόκληρος και ατεμάχιστος. Κινούμαι με άνεση μέσα στους αιώνες. Η μετάφραση παύει να είναι μια στεγνή εργασία, απ’ την οποία θέλεις να ξεμπερδέψεις όσο το δυνατόν γρηγορότερα. Είναι ένα ταξίδι, όχι μόνο σε τόπους άλλους και σε χρόνους αλλοτινούς, αλλά στην ίδια την ύπαρξη του συγγραφέα. Δεν είναι το ταξίδι που σε κάνει να διαφέρεις, που σου προσφέρει τα εχέγγυα της ισχύος σου. Το ασήμαντο ανθίζει, και το πλήθος των ηρώων σε διαπερνά.

Σκέφτομαι πως ανάλογη πρέπει να είναι και η κρυφή συνομιλία μας με τους νεκρούς. Το παρόν λαβαίνει διαστάσεις απροσδιόριστες. Ζεις ταυτοχρόνως σε πολλές εποχές, σε πολλές καταστάσεις. Γιατρεύονται οι εσωτερικές σου πληγές, που η εμμονή στην στείρα καθημερινότητα όχι μόνο αδυνατεί να γιατρέψει, αλλά τις προκαλεί και τις επιδεινώνει.
     Η μετατόπιση μέσα στον χρόνο προσφέρει την γιατρειά. Αυτή η αλλοίωση. Δεν είσαι πια ο ίδιος άνθρωπος. Συνδιαλέγεσαι με τους συγκαιρινούς σου, ενώ μέσα σου συνομιλείς με ανθρώπους άγνωστους, που δεν συναπάντησες ποτέ, αλλά τους γνωρίζεις. Αφήνεσαι με εμπιστοσύνη στον κόσμο τους ξεχνώντας τον εαυτό σου. Είσαι δικός τους, κι εκείνοι σου ανοίγονται. Είναι τέτοια η πλησμονή που φοβάσαι μήπως δεν αντέξεις. Όλα σου προσφέρονται απλόχερα. Δεν ξέρεις κι εσύ πώς βρέθηκες σ’ αυτό το χώρο. Δεν ζητούν τίποτε από σένα, ίσως γιατί τους ξαναέδωσες πνοή. Είναι σαν να δίνεις ζωή στους νεκρούς, τους ζωντανεύεις, και η ζωή σου επιστρέφεται στο εκατονταπλάσιο.

Τότε είναι που η εργασία σου γίνεται εργόχειρο προσευχής και μετατρέπεται σε έργο ζωής. Είναι κάτι πολύ φτωχό να περιορίζεται η εργασία αυτή σε φιλολογικά ή λογοτεχνικά ή άλλα πλαίσια, κι εσύ να παραμένεις ως ιθύνων νους απέξω. Μπορεί να κάνεις μια καλή μετάφραση, αλλά το έργο θα το πάρει ο χρόνος και δεν θα σου χαρίσει τίποτα. Αν δεν παραδοθείς, οι δώδεκα μήνες του χρόνου, τα δώδεκα παλικάρια που θα συναντήσεις μέσα στα άγρια μεσάνυχτα, θα σε αφήσουν ανέστιο και γυμνό. 
 Γράφοντας και μεταφράζοντας έζησα τις ζωές πολλών ανθρώπων.








             [* ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΩΤΗ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ ΤΟΥ Α.Κ.].





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου