Τετάρτη, 6 Ιανουαρίου 2016

Μαρία Τσάτσου (1948-2016)



Αποχαιρετώντας μ' ένα δικό της κείμενο την, όχι και τόσο άγνωστη, τροφό των αδέσποτων της Αθήνας
που πέθανε άστεγη και ξεχασμένη -μέσα σ΄ενα χαρτόκουτο- σε δρόμο της πόλης...


                                                                                                       φωτογρ. Ν.Τ.

Η γάτα 
τ’ αντικείμενα που με περιστοιχίζουν με τους τρόπους τους ανακαλούν στη θύμησή μου περιοχές γεμάτες υγρασία. είναι ίσως αυτή η μοναδική πηγή όπου μπορεί κανείς να καταφύγει για να επισκευάσει τα χαλασμένα ρολόγια τα οποία ως οικογενειακά κειμήλια φυλάγει στα σεντούκια της συμπόνοιας σε ατέλειωτο μήκος χιλιομέτρων και πάνω απ’ όλα της αγάπης η πηγή ο αείποτε θάλλων μαστός μιας ήδη ηλικιωμένης μητέρας της οργής μου. λοιπόν είναι αυτονόητο για τον καθένα το πώς περιμένω ο έφηβος (των Αντικυθήρων) να μου γνέψει ή να μου στείλει σημείωμα νεαρό σύνδρομο ευτυχίας (κατά σύμπτωση η κατά Down Ευτυχία είναι αδελφή μου). με τηλεγραφήματα έσπευδα να ανακοινώσω το θαύμα που μου είχε αποκαλυφθεί γέμισα κάρτες τον μαυροφορεμένο μου υπηρέτη. συνέχαιρα τον Henry για την επέτειο των γενεθλίων του τον Dorian για τις τόσες εξαίσιες στιγμές τον Basil για τη συχνότητα των παλμών του. μου πρόσφεραν το τσάϊ στην αγκαλιά τους με τόση έκφραση που αναρωτιόμουν ήμουνα πράγμα-τι μέσα στο καράβι ή η ίδια η Colette; έτσι μια μέρα διέρρηξα τις αποθήκες της αδελφής μου. το μέρος αυτό κάπου παράμερα ήτανε ως τότε της γάττας για να γεννάει. μέσα στην υγρασία βγάζανε μάτια κι οι πατάτες μεγάλα και ζωντανά που κοιτούσαν τους πάντες και τα πάντα μέσα στη νύχτα. παρακολουθούσα νυχθημερόν ό,τι συνέβαινε μέχρι που κατάφερα με τη μυρωδιά να βρω την ουρά μου και να την αδράξω. είχα ένα ανεπανόρθωτο σώμα με φτερά στο οποίο μέσα οι πιο αλλοπρόσαλλες καταστάσεις κάνανε παρέα. σκαλωμένες όλες πάνω στο ακριανό κάγκελο του νεοκλασσικού μου σπιτιού μ’ αποχαιρετούσανε καθώς κινούσα για ταξίδι μεγάλο μέσα στο χρόνο. οι σιλουέττες τους μου θύμιζαν τον Marcel Proust ή μάλλον ήτανε σιλουέττες (αγίων;) γυναικών που ώρες προσεύχονται γονατισμένες κι ύστερα με αποχές τρέχουν σε λίμνες ενστερνίζονται θερμά τα νερά ή με ευγενικές δέσποινες με hennin και houppelande που ώρες τραγουδούνε ρίχνοντας στα παγώνια των κήπων τροφή. αυτά τα εδέσματα και άλλα πολλά ακόμη έχω στους μαστούς μου μάλλον έχουν προσδεθεί εκεί σαν μια καρδιά μεγάλη με πολλά παιδιά που ασπαίρει σαν ένα πρόσωπο δοσμένο σε θριαμβολογία μαγική. σ’ έν’ άλλο μέρος είναι πίσσα. μαύρη κι άραχλη και σκοτεινή. σ’ έν’ άλλο πάλι μέρος κουρέλια όλων των χρωμάτων. και μέσα σ’ όλ’ αυτά μυστήριο έμβλημα μια γάτα. 


Σας παραπέμπω σε δυό εξαιρετικές αναφορές στην μνήμη της  Μ.Τσάτσου:
-του Νίκο Δήμου [που την γνώρισε καλά]  εδώ
& του Σπύρου Γιανναρά [που την αντίκρισε με δέος αλλά ...από απόσταση] εδώ



 

2 σχόλια:

  1. Εξαιρετική ανάρτηση φίλε Νώντα! Κοινοποιώ πάραυτα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Γιώργο,
    αδερφέ καλή χρονιά!
    ωστόσο ...έχουμε εξελίξεις...
    δες την αμέσως επόμενη ανάρτηση...
    [ http://xartokoptis.blogspot.gr/2016/01/blog-post.html ]

    ΑπάντησηΔιαγραφή