Τετάρτη 18 Δεκεμβρίου 2013

Εποχιακός διανομέας*


[  ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ  ]  

  

                                          φωτ. Ν. Τσίγκας         
                

                                                                            

                                                                                στην Τασούλα Πανταζίδου


Tα πάντα ήσαν τριγύρω μου εναργή, απτά
και δια της οράσεως ακόμη, και όμως,
συγχρόνως, σχεδόν εξαϋλούντο
μέσα στον καύσωνα τα πάντα – οι άνϑρωποι και τα
κτίσματα – τόσον πολύ, που και η λύπη
ακόμη ενίων τεϑλιμμένων, λες και εξητμίζετο
σχεδόν ολοσχερώς, υπό το ίσον ϕως.


Ανδρ. Εμπειρίκος, Εις την οδόν των Φιλελλήνων


    Την ώρα που ο Θεός έριχνε από βαριεστημάρα πασιέντζες, χαμένος μέσα στα πυρακτωμένα ουράνια, το  θέρος καλά κρατούσε στη γη ψήνοντας στο τηγάνι του μέσα ανθρώπους και ζώα.
   Ο Θανάσης- ας του δώσουμε κάποιο όνομα- περπάτησε ανόρεχτα ώρα πολλή μέσα στη χόβολη της καλοκαιριάτικης εκείνης μέρας, ταϊζοντας με γράμματα ολάνοιχτα στόματα γραμματοκιβωτίων και επιδίδοντας συστημένα σε γεμάτα προσμονή απλωμένα χέρια που πρόβαλαν από κατοικίες και γραφεία σε ορόφους, ημιυπόγεια και ισόγεια κτιρίων. Εξαμηνίτης ήταν με τις πρόσφατες προσλήψεις κι είχε πετύχει μισθό ίσα να μη γείρει η βάρκα της οικιακής οικονομίας -κατά Θανάση πάντα-.
    Άμαϑος στο γυαλισμένο από τη χρήση πέτσινο σακίδιο που ϐαραίνει τον ώμο. Kι ακόμα πιο πολύ άμαϑος –και απληροϕόρητος μάλλον παντελώς– για τη αγωνία εκείνη και την προσμονή –κι
ας ήταν μονάχα αυτά!– που συνδέουν από πάντοτε αποστολέα και παραλήπτη με ενδιάμεσο κρίκο τον ταχυδρόμο. Δηλαδή αυτόν τον ίδιο.
     Αυτόν που κουράστηκε κι εξόκειλε σε καρέκλα της πλατείας. Καρέκλα πρόϑυμη ν’ αγκαλιάσει στοργικά, όπως ένα μωρό, το μικρό ϐάρος που ο εποχιακός διανομέας άϕησε πάνω της. Σε μέρος σκιερό όλο απαντοχή, σε τέντα κατάλευκη υποκάτω κάϑονταν τώρα αυτός. Η μεγάλη πλατεία απλώνονταν μπροστά του μέσα από μιαν αχλύ απλωμένης υγρασίας που άϕηνε πάνω στο δέρμα χοντρές σταλίδες νερού κι έκαμνε ακόμα πιο ανυπόϕορη την ϑερμική έξαψη της μέρας.
      Πήρε μια ρουϕηξιά από τον νεροζούμη ϕρέντο κι άναψε δεύτερο ξοπίσω στο πρώτο τσιγάρο. Το μάτι του πλανήϑηκε ίδιο σαύρας που νυστάζει ένα γύρω στα κινούμενα ή καϑισμένα άγνωστα, ϐαριεστημένα και χαυνωμένα πρόσωπα. Ένας σκύλος πιο κει, αδέσποτος καταϕανώς, έϐγαζε με ρυϑμική μαρμαρυγή μια γλώσσα κορδέλα ανασαίνοντας γρήγορα. Ίσως το τελευταίο απόϑεμα οξυγόνου που είχε απομείνει στη γη επάνω να έμπαινε τούτη την ώρα στα σκυλίσια εκείνα πνεμόνια. Δώδεκα και μισή καταμεσήμερο κι ενώ τα γόνατα όλων ϐάραιναν, τα σκιερά μέρη ολόγυρα καταλαμϐάνοντανμε ανησυχητικό ρυϑμό. Οι άφρονες -το λιγότερο που μπορώ να πω- ασκεπείς υποϐάλλονταν στις τελευταίες δοκιμασίες ζάλης πριν από τον νταμπλά που τους παραμόνευε. Ασκίαστοι, εκτεϑειμένοι, κατάμονοι, έρμαια στο πυροϐόλο ϕως.
        Κοίταξε στο πλάι του τη σωριασμένη στο πλακόστρωτο σαν λιπόϑυμη ταχυδρομική τσάντα. Μήπως όμως ήταν αποκοιμισμένη; Μα, ναι! Καϑώς ροχάλιζε από το μισάνοιχτο στόμα της άϕηνε να ϕανούν ϕάκελοι ολόλευκα περιστέρια έτοιμα να πετάξουν, έπεα πτερόεντα, με τις διευϑύνσεις προς επίδοσιν ευανάγνωστες. Ξεχειλισμένη από ϕλυαρία αυτή η αποκαμωμένη και γερμένη στο πλάι πέτσινη τσάντα που κοιμάται. Απαιτήσεις, ειδοποιήσεις, εντολές, εντάλματα, δάκρυα, σπαραγμοί, ϐάραιναν κι άλλο το περιεχόμενό της. Και σαν παραγγέλματα ή διαταγές έμοιαζαν όλα αυτά τα ονόματα που περιείχε. Περίϕροντις ϑα ’πρεπε από του λοιπού ο Θανάσης –σαν σηκώνονταν κάποτε με το καλό–
να σπεύσει ν’ αποσώσει προτού ϕτάσει η ώρα δύο. Αυτό και μόνον άφηνε ήδη στο στόμα του μα και στο νου  μια γεύση στυφή σαν από θάνατο κακής ποιότητας.


..................................................................................
 

Με περηϕάνια γυρνούσε μέσα στο μυαλό του, σαν ψωραλέο σκυλί της αγοράς, που στυλώϑηκε γλείϕοντας κλεμμένη ϐοδίσια σπάλα, μια άρρωστη σκέψη. Πως ίσως εκείνη τη στιγμή γινόταν δικαστής και κριτής και δήμιος. Πως αποϕάσισε τάχα –και πέτυχε– να καταστρέψει έναν έρωτα γενναίο. καϑώς κάποιος αποζητούσε απεγνωσμένα «την τελευταία της λέξη στο τελευταίο του γράμμα». Ν’ αποσοϐήσει ταυτόχρονα μια αυτοκτονία: «Αν είν’ αλήϑεια πες το μου και ϑα σκοτωϑώ!». Από την άλλη όμως να επιτρέψει δυο κατασχέσεις –μάλιστα ενός γκαμπριολέ αυτοκινήτου σε κόκκινο της ϕωτιάς και μιας ονειρεμένης μεζονέτας στα προάστια με πισίνα αντίς για κήπο– για οϕειλές τιποτένιες που καϑυστέρησαν. Ταυτόχρονα σχεδόν ν’ ακυρώσει μια σιγουρεμένη, από δραστήριο ϐουλευτή, πρόσληψη στο Δημόσιο («επί τη λήψει του παρόντος και εντός τριών ημερών καλείσϑε όπως…») και ν’ αναστείλει, προσωρινά ενδεχομένως, σειρά ολόκληρη από πληρωμές ενταλμάτων για τροχαίες παραϐάσεις που πιστοποιούσε η δημοτική αστυνομία του Δήμου Εσχατιών.
     Την ώρα που έριχνε ϐιαστικά τα τελευταία απομεινάρια του περιεχομένου της τσάντας του ταχυδρομείου μέσα στον κάδο ανακύκλωσης στην κεντρική πλατεία της πόλης.
      Περίοπτος κι ωστόσο αϕανής ϐέϐαια.


*Το διήγημα, πρωτοδημοσιεύθηκε στο περιοδικό « Παρέμβαση» (2009, τ.150). Αποτελεί  προδημοσίευση της ομότιτλης συλλογής διηγημάτων που θα κυκλοφορήσει, πιθανότατα μέσα στον Δεκέμβριο, απο τις εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚΟΝ).
 

Παρασκευή 13 Δεκεμβρίου 2013

Όταν η ΕΥΑΘ αλλάζει τα υδρόμετρα...



 ...αλλά και "τα φώτα" των καταναλωτών.

 

Προχθές, κάποιο συνεργείο της ΕΥΑΘ, χωρίς καμιά προειδοποίηση αντικατέστησε πέντε από τις μερικές δεκάδες παλαιού τύπου υδρόμετρα, στο κτίριο της επαγγελματικής μας στέγης. Θαυμάσιον των θαυμασίων αποτέλεσμα μας προέκυψε. Με την αποχώρηση των τεχνικών διακόπηκε η …παροχή νερού. Επικοινωνήσαμε αυθημερόν με τις βλάβες της ΕΥΑΘ (τηλ. 2310-213075) απ’ όπου μας δόθηκε (επί πέντε, γιατί τόσοι τηλεφωνήσαμε) η οδηγία να επισκεφθούμε τον πίνακα παροχής στο υπόγειο, να δοκιμάσουμε ρελιέ, ρουμπινέτα, βάνες κτλπ  όπερ και επράξαμε τοις κείνων ρήμασιν πειθόμενοι.
Η στοργική φωνή του τηλεφώνου των βλαβών μας καθησύχασε πως "την επόμενη κι όλας μέρα το πρωΐ η βλάβη θα είχε αποκατασταθεί". Μέχρι το βράδυ της επόμενης μέρας όμως κανείς δεν μας επισκέφθηκε. Οι ασθενείς όμως που έτυχε να προσέλθουν στα ιατρεία μας εκείνη την ημέρα έπρεπε να βρουν αλλού «τουαλέτα» ενώ κι εμείς βολευτήκαμε προσωρινά με τις τουαλέτες άλλων συναδέλφων. Τις βραδινές ώρες άλλη καθησυχαστική φωνή του τηλεφώνου των βλαβών επιβεβαίωσε ότι "η βλάβη είχε δοθεί" αλλά καλού-κακού μας έδωσε και το τηλέφωνο 2310-966840) "να πάρουμε πρωΐ -πρωΐ την επομένη προτού φύγουν τα παιδιά του συνεργείου να τους το ξαναθυμίσουμε". 

Στις 07.00 λοιπόν σήμερα  κάλεσα τον συγκεκριμένο αριθμό. Ο μαχμουρλής και δύσθυμος τύπος που μου απάντησε, με έβαλε στον πειρασμό να ρωτήσω «μήπως τον έχω ξυπνήσει κι αν έχω καλέσει το σωστό αριθμό».
«Ναι είχα πάρει το σωστό». Και «όχι δεν τον ξύπνησα» (συνέχισε να κοιμάται…). Τον άκουσα να μου λέει πως «εργολάβοι πια έχουν αναλάβει την τοποθέτηση των υδρομέτρων και πως «δεν είναι εύκολο να βρεις ποιός, τί και πού άπαξ και γίνει η τοποθέτηση». Με ξαναρώτησε «αν ανοίξαμε τις βάνες, αν είδαμε μήπως δεν είχαν βγει τα πλαστικά καπάκια που καμιά φορά τα ξεχνάνε» κ.ά. νόστιμα και διασκεδαστικά.Του είπα πως «ναι κοιτάξαμε". Όλοι. Παντού!». Πώς «όλα τέλεια. Μόνο ...που ...επί τρεις μέρες δεν έχουμε νερό!». Μου είπε πως «θα το δει».
Ως τις 10 το πρωΐ κανείς δεν είχε έλθει ακόμα. Καλέσαμε υδραυλικό για να μη σέρνεται μέχρι τη Δευτέρα η λειψυδρία. Σκουριές και βρωμιές είχαν φράξει τα καινούργια υδρόμετρα. Έλαβε ο άνθρωπος 60 Ευρώ σαν αμοιβή για τα πέντε υδρόμετρα που καθάρισε και επανασύνδεσε, έκοψε απόδειξη για τον αδέκαστο Γιάννη Στουρνάρα κι έφυγε. 
Μετά από δυο ώρες τηλεφωνεί κάποιος κύριος από τις βλάβες της ΕΥΑΘ. «Εδώ μου λένε ότι έχετε διαρροή…» μου λέει απορημένος, «δεν μου είπανε για απόφραξη…».
Του είπα πως αν είχαμε διαρροή από την Τετάρτη θα είχαμε βεβαιότατα ήδη φωνάξει την Πυροσβεστική και πως απλώς κάποιος ιδιώτης υδραυλικός έκανε τη δουλειά που προορίζονταν για το συνεργείο του. «Ε, τότε δεν χρειάζεται να έρθουμε καθόλου κι εμείς» μου είπε σαφώς θιγμένος (ή και εκνευρισμένος ίσως…).

Αγαστή σύμπραξη του ιδιωτικού και δημόσιου τομέα στην καταβύθιση των πάντων…



Πέμπτη 5 Δεκεμβρίου 2013

H Νέα Παραλία της Θεσσαλονίκης

Καλές προθέσεις καλυμένες με μάρμαρο, ξύλο, μέταλλο, γυαλί -και πολύ φως- στη ..."διάθεση" των πολιτών.

 


Παραδόθηκε, υπό βροχήν, την περασμένη Κυριακή στο κοινό της Θεσσαλονίκης αλλά και στους επισκέπτες της το  αναπλασμένο παραλιακό μέτωπο  της πόλης...

Είχαμε τη χαρά με αγαπητό φίλο να περπατήσουμε σ' όλο της το μήκος σήμερα τη νεογένητη παραλία που μόλις βγήκε από το αμπαλάζ και σαν ...βέροι έλληνες να σχολιάσουμε τα όσα βλέπαμε γύρω μας. 


Οι προθέσεις των δημιουργών/αρχιτεκτόνων στέκουν πολύ φιλοδοξες αν κρίνω απ' όσα αναφέρονται στο site.  Προέχουν τα μοντέρνα και μινιμαλιστικά στοιχεία, υπάρχει μια τάση δημιουργίας πολλαπλών επιπέδων με προσθηκες χαμηλών όγκων από μάρμαρο ή ξύλο, δόθηκε χώρος πολύς για τους ποδηλάτες, ο φωτισμός φαίνεται εντυπωσιακός, υπάρχουν εναλλασσόμενες προτάσεις στάσεων-ανάπαυλας-αναψυχής με θεματικούς κήπους και πάρκα, αναψυκτήρια κλπ. Μέχρι και κάποια πισίνα πήρε το μάτι μου... 

Όλα σπουδαία σαν ιδέες και φαίνεται να έχουν ολοκληρωθεί κατά το μεγαλύτερο μέρος τους. Αυτό που μένει βέβαια άπο δω και μπρος είναι να μην καταντήσει κι αυτό το έργο σαν το  τμήμα που πριν από λίγα  μόλις χρόνια παραδόθηκε απο την τότε -λίαν επηρμένη- Δημοτική αρχή που πρέπει όμως να αναγνωρίσουμε ότι συνέλαβε, σχεδίασε, πρωτοδημοπράτησε και εκτέλεσε σε μεγάλο μέρος αυτό το έργο. Όμως οι βανδαλισμοί, οι κλοπές, και οι λογής απρέπειες μάλλον περίσσεψαν και το έργο σε πολλά του σημεία έχει δυστυχώς απαξιωθεί...

Οι  Έλληνες έχουμε φαίνεται κάποιο σοβαρό πρόβλημα σαν λαός με τα Δημόσια (χώρους και περιουσία) και ίσως ο ατομισμός σαν μαζική ψυχολογία "έχει μολύνει" σε μεγάλη κλίμακα τους πολίτες που δεν εννοούν να  σέβονται, υπερασπίζονται, περιφρουρούν,φροντίζουν τους κοινόχρηστους χώρους και τα δημόσια κτίρια. Για τίποτε έξω απο την δική τους περιουσία δεν νοιάζονται  οι νεοέλληνες (εκεί βέβαια αν τους θίξεις γίνονται αμέσως ...Τούρκοι!).

Ονειρεύομαι ένα παραλιακό μέτωπο στη Θεσσαλονικη που δεν θα 'χει τίποτε να ζηλέψει από την Βαρκελώνη με παρόμοιες παρεμβάσεις που εκεί έχουν γίνει. 
Τι θα λέγατε αν μεχρι τρία κρουαζιερόπλοια "έπιαναν λιμάνι" καθημερινά κατά τους θερινούς μήνες στην πόλη μας.
 Αν πλοιάρια όπως στο Άμστερνταμ διεκπεραίωναν τη συγκοινωνία με τις αντίπερα και παρακείμενες ακτές (Πιερία, Αγγελοχώρι, Μουδανιά, Καλοχώρι κλπ). 
Αν πλωτά εστιατόρια-καλαίσθητα πλοία μηχανοκίνητα ή ιστιοφόρα [κι όχι αυτές οι καρικατούρες, ντροπής πράγματα, που κυκλοφορούν εδώ και καιρό πέρα δώθε] έκαναν τον περίπλου του Θερμαϊκου ολημερίς οργώνοντάς τον.
 Αν είχαμε προβεί σε μιά γενναία ...εκκαθάριση των δημόσιων χώρων από τα λογής κακόγουστα αγάλματα, αδριάντες, συμπλέγματα ή προτομές κατάλοιπα της εργολαβικής εθνικοφροσύνης και μνήμης. 
Αν ο κόσμος της πόλης μάθαινε να περπατά...
 Αν... αν...

Τέλος πάντων για αρχή "η Νέα μας Παραλία" καλή είναι! Μακάρι να κρατηθεί ακέραια με σεβασμό κι αγάπη από τους πολίτες αυτής της πόλης.



Ψαρεύοντας με καινούργιο ...πάτωμα στην παραλία.





Μπαλκονάκι στο Θερμαϊκό.

Μια από τις ενστάσεις...


Συνάντηση...


   Ελπίζουμε η στέρνα να μη γεμίσει με λογής σκουπίδια και 
κάποτε ν'  αξιωθεί και το νερό που της πρέπει...


 Οι διαχρονικές και εμβληματικές σιδηρές 
"Ομπρέλες" των χειρών Γ. Ζογγολόπουλου
 σε άλλη πια θέση...


"και μια κουτσή κιθάρα..."


Φεγγάρι παρά θιν' αλός...


 Δεντροστοιχίες θαλάσσιας πεύκης. Επιτυχής σύληψη. Αλλάζουν 
το τοπίο ριζικά.
  

"Λαϊκή παρέμβαση"...


...κι άλλη μια από τα ίδια!


Η κρήνη στέρεψε... Το "γκραφιτι" μένει!


   Αν το καλοπροσέξεις ΟΜΩΣ δεν είναι 
και τοοοόσο τρομερό...
 

Αναψυκτήριο. Λίμνη με νούφαρα. Χάρμα!


Νερά που τρέχουν. Οι καταρράκτες της πόλης!


Και κυπρίνοι παρακαλώ...


...κόκκινοι!


Περιστέρια εραστές της αλμύρας...


Παρασκευή 29 Νοεμβρίου 2013

Το Κόκκινο και το Μαύρο

  
"Αισθανόταν γύρω του τη μυρουδιά του κλεμμένου χρήματος"
                                              Marie-Henri Beyle ή «Σταντάλ» (1783–1842), φράση από «Το Κόκκινο και το μαύρο»




  κ ό κ κ ι ν ο

 

   

μ α ύ ρ ο

  

                               (κάνετε κλικ στα χρώματα ΚΟΚΚΙΝΟ & ΜΑΥΡΟ)


 (…) Εξέτασα  έναν ποιητή τον Ρενάν. Εξέτασα ένα μυθιστοριογράφο, τον Γουσταύο Φλωμπέρ. Εξέτασα ένα φιλόσοφο, τον Ταίν. Εξέτασα τώρα έναν από τους σύνθετους εκείνους καλλιτέχνες, στους  οποίους ο κριτικός και  ο δημιουργικός συγγραφέας είναι στενά ενωμένοι, και απάντησα και στους πέντε αυτούς τόσο αξιόλογους Γάλλους την ίδια φιλοσοφία που της προκαλεί αηδία η παγκόσμια μηδαμινότης.  Φιλήδονη και διεφθαρμένη στον πρώτο,  πονηρή και σαν μετέωρη στον δεύτερο, φρόνιμη και μανιώδης στον τρίτο, φρόνιμη και μοιρολατρική στον τέταρτο, η φιλοσοφία αυτή στο συγγραφέα του «Κόκκινου και του Μαύρου» γίνεται το ίδιο ζοφερή, μα περισσότερο τρομερή. Η τρομερή αυτή αηδία των πιο θαυμαστών πνευμάτων μπρος στις μάταιες προσπάθειες της ζωής είναι δικαιολογημένη;  Ο άνθρωπος με τον εκπολιτισμό του δεν κατάφερε στ’ αλήθεια τίποτα άλλο παρά να κάνει πιο πολύπλοκη τη βαρβαρότητά του και να λεπτολογήσει την αθλιότητά του;
Στην οδυνηρή αυτή ερώτηση, όταν δε μπορούμε πια να πιστεύουμε, καλήτερη απάντηση δεν  είναι νανοίγουμε την ψυχή μας, όπως ο Μπελ, και ναντιτάσσουμε στη δυστυχία της αμφιβολίας την αρρενωπή δύναμη του ανθρώπου που βλέπει τη μαύρη άβυσσο του πεπρωμένου, -που δεν ξέρει τι του κρύβει η άβυσσος αυτή και δε φοβάται;


[από αυτοτελές κεφάλαιο για «Το κόκκινο και το μαύρο» από τη μελέτη του Paul Bourget : “Stendhal” (Henri Beyle)- Mτφρ. Πέτρου Χάρη-έκδοση 1925].