Κυριακή 14 Φεβρουαρίου 2016

Η ομίχλη που σκεπάζει...







[...]Σαν πρόσφυγες λάθρα κινούμενοι, που κι η ομίχλη τους πούλησε, πηγαίναμε, αργά ωστόσο ακόμη, κάτω στην πόλη καθόλου δεν θα 'χε . έλαμπε πίσω απ’ την αχλή σαν κακό μάτι.

Ηλίας Παπαμόσχος, Η ομίχλη τα φυλάει, από τα διηγήματα «Η αλεπού της σκάλας και άλλες ιστορίες», εκδ. Κίχλη 2015.




Πήγαινα σήμερα ξημερώματα στην Εγνατία Οδό.  Ομίχλη να την φας με το κουτάλι. Πηχτή σαν γιαούρτι. Έμπαινα και πάλι στο αγαπημενο επαρχιώτικο κλειστοφοβικό σύμπαν των ελληνικών κάμπων ή των υψιπέδων που τόσο ύμνησε και κανάκεψε ο φακός του μακαρίτη του Θόδωρου Αγγελόπουλου. Στο "σύστημα" του αυτοκινήτου έπαιζε συγκλονιστικά Scriabin  στο πιάνο ο Κυπριανός Κατσαρής. Ο δρόμος, χωρίς καμιά  προειδοποίηση, κοντά στο "Νησέλι" της Αλεξάνδρειας άρχισε να στενεύει με κορίνες, ένα ρύγχος ασφάλτου φανερώθηκε εμπρός μου και με ρούφηξε σ' ένα διάδρομο στενό σαν πίστα go-kart. Ένα αστυνομικό όργανο -με κάποια απελπισία, αμηχανία και απόγνωση μαζί στην όψη- μου υπέδειξε δήθεν χαλαρά το δρόμο για τον ...κάμπο. "Αφήνουν μονάχα τα ασθενοφόρα" μου είπε. Μπροστά μου αργοκινούμενη πομπή με δυο τρία λεωφορεία, ψιλόβροχο, λάσπη σαν φίλμ αφημένη πάνω στο δρόμο για μεγαλύτερο βαθμό δυσκολίας... Τριάντα χιλιόμετρα εκτροπής - σχεδόν τρία τέταρτα της ώρας. Οι αγρότες δείχνουν το δρόμο. Κι ο ήλιος όταν φανερώνεται αφήνει ένα φώς μεσα στην ομίχλη που σε παιδεύει κι άλλο...

Μονάχα σαν έφτασα στη Καστοριά το ισορροπημένο μελαγχολικό φως και η γαλήνη της λίμνης με παρηγόρησαν. Κι εκεί βέβαια από νέα παράκαμψη [καλού κακού και οικειοθελώς, προς αποφυγήν δυσαρέστων αιφνιδιασμών-μερικά ακόμη χιλιόμετρα εκτροπής τί είναι;-]κατέφθασα στον προορισμό μου.

Και θυμόμουν πως τις προάλλες, στο σπίτι ασθενούς μου, κοιτάζοντας μια μικρή φωτογραφία σφηνωμένη στην κορνίζα του καθρέφτη -από 'κείνες με τα δόντια τα πριονωτά στο πλαίσιο- ένιωσα ένα καλοκαίρι να περνά μέσα μου σαν θέρμη γόνιμη και καλοδεχούμενη [αργότερα κατάλαβα πως ήταν το ηλεκτρικό σώμα που έκαιγε στο φούλ...].  Μια αθωότητα μ' όλη της την τυράνια και της σκληρής δουλειάς τα συμμαζέματα εξέπεμπε το σκηνικό. Θερισμός με ένα ξεχαρβαλωμένο τρακτέρ -στον ίδιο κάμπο...-  στη δεκαετία του ΄70! Κάθισα και την αντέγραψα με το κινητό. [Και νά η ευκαιρία να τη βγάλω από την ομίχλη!]

Ο τόπος βαδίζει σε μια αδιαπέραστη ομίχλη νέου λαϊκισμού, επικίνδυνου πολιτικού-κοινωνικού χουλιγκανισμού και ανθρωποφαγίας. Φυσικό είναι και η φονική ..."κατσούνα" να γίνει λέξη της μόδας κι όλοι να εξεγείρονται για τα δίκια τους [πλην ολίγον μεθυσμένοι και περιπαθώς- ηδυπαθώς  μερακλωμένοι].

Ο κάθε Αυτιάς -στην μαζοτηλεόραση- κολακεύει συντονίζει ενορχηστρώνει το μέγα πλήθος και το μέγα πάθος:"Άϊντες μωρέ παιδιά!" 

Κατά την ομίχλη που σκεπάζει το λάκκο και τον ανεπίστροφο γκρεμό...


Τετάρτη 10 Φεβρουαρίου 2016

"Δεν έμεινε άλλη θάλασσα..."



Κώστας Λούστας Αιγαίο
   Λάδι σε κόντρα πλακέ, 200Χ122 (1988) 




στον φίλο κι αδερφό Μπάμπη Παπαδόπουλο που γιορτάζει σήμερα



Όταν ο Κώστας Λούστας ζωγράφιζε το "Αιγαίο" του το 1988 θα είχε ίσως στο νου του  τους ξερακιανούς εκείνους και παλιοκαιρισμένους ναυτικούς που ξεροσταλιάζουν στα καφενεία των νησιών όλο κοιτάζοντας τη θάλασσα σαν δαρμένοι σκύλοι, όταν δεν ταξιδεύουν πια.
Τους θαλασοβρεγμένους που δεν βρίσκουν να σκέφτονται άλλο τίποτα πάρεξ την ώρα και τη στιγμή που θα μπαρκάρουν ξανά. Ίσως ακόμα να σκεφτόταν ο φίλος πως σε μια ψάθινη φτηνή καρέκλα καφενείου μπορούν να χωρέσουν όλες οι ιστορίες για τη θάλασσα αρκεί στο κάθισμα να κάθεται ο  σωστός άνθρωπος. Μια καρέκλα, μια ριγμένη επάνω της σημαία κι ένα καραβάκι. Σύμβολο κομψής σμικρότητας, αφήγηση συνοπτική και καίρια ενός μεγάλου μύθου που είναι σε θέση να περιλαβαίνει και τον Όμηρο ακόμα...

Την προηγούμενη μόλις χρονιά είχε αποσοβηθεί στο παραπέντε πόλεμος με την καλή μας -πάντοτε!- γείτονα Τουρκία. Στα επόμενα χρόνια, πολύ πολύ μετά, κι όταν ο Κώστας θα έχει αποχωρήσει για τους ουρανούς, στη θάλασσα αυτήν την ίδια θα επιμένουν κάθε μέρα οι διωγμένοι, οι φευγάτοι άνθρωποι να παλεύουν με τα κύματα. Ζωές αστόχαστα να χάνονται, ψυχές, κορμιά κάθε ηλικίας ριγμένα σε βράχια, στον αφρό πλέοντας. Ορώμεν  ανθούν πέλαγος Αιγαίον νεκροίς...

Πάλι από την καρέκλα του καφενείου, σαν παίζοντας, μισοπιστεύοντας τις εικόνες, εντός των τειχών, εντός των λίαν ευμετάβλητων συνόρων -και ορίων μας!-  θα κοιτάμε και θα ιστορούμε αι γενεαί πάσαι...

Ο καημένος ο Θωμάς Γκόρπας είχε γράψει πριν από χρόνια:

Γαλάζια και άσπρα χρώματα κολυμπούν
στη μαύρη θάλασα των φανατικών
Δεν έμεινε άλλη θάλασσα για κολύμπι.*

Θα συμπλήρωνα ίσως:

Έμεινε θάλασσα μπόλικη 
για θανατικά
και για μελλοντικούς πολέμους
Χτικιό ο άνεμος και σαράκι το νερό...


 * "Μπέρδεμα" Θ. Γκόρπας, Τα Ποιήματα 1957-1983, εκδ. "Ποταμός




ΥΓ. Ούτε που θέλω σήμερα να θυμάμαι την ύβριν Στουρνάρα: "Η πολιτεία υπερπροστατεύει την Τρίτη ηλικία". Γι' αυτό "ξεστράτισα"...
 [Kαι τί να του πεις τώρα του ξεδιάντροπου με τους θώκους και τις περγαμηνές;]






Σάββατο 6 Φεβρουαρίου 2016

Τα "τραχτέρια" στις πόλεις...


...και άλλα τινά δύσπεπτα.



[...] Τί το θέλουν το "Αβέρωφ"
Τι το θέλουν το "Κιλκίς”"
Να τα κάνουμε τραχτέρια
Να οργώνουμε τη γή(ς)*

το οδόστρωμα της ...Τσιμισκή(ς)!]

*από διάσημο επαναστατικό προπολεμικό τραγούδι




Με τα [κλιματιζόμενα] τραχτέρια...


...φωτιά στα μεσημέρια!



ΥΓ. Την προτεραία ημέρα μεγαλουργούσαν -οι γνωστοί "επαναστάτες" ντε!-  καταστρέφοντας και ρυπαίνοντας εν ριπή οφθαλμού  τον νιόβγαλτο ακόμα πεζόδρομο της οδού Αγίας Σοφίας...


ΠΡΙΝ (...6μήνες!) 




ΝΥΝ (και -προφανώς- αεί...)







Kαι ένα δείγμα γραφής... [μεγάλης ενδοεγκεφαλικής τρικυμίας)





Τετάρτη 3 Φεβρουαρίου 2016

Όλο νυχτώνει στην Πατρίδα...




                                                                                                           φωτ. Ν. Τσίγκας


Κάποιο απόγευμα -πάνε χρόνια τώρα-  στην παραλία της Σαλονίκης. Η ιππήλατος άμαξα -με το άλογο να μην πατεί τη γή, σαν να αιωρείται και να ζυγιάζεται στον αέρα-. Ο Σιωπηλός Αγωγιάτης με σταθερή πορεία δυτικά όπου τον περιμένει η νύχτα. Ο άντρας και η γυναίκα βαδίζουν ανατολικά/προς το ξημέρωμα πηγαίνοντας αλλά αφού πρώτα θα διαβούν την πύλη της επερχόμενης νύχτας... Και το οδόστρωμα -το κακοπαθημένο πλακόστρωτο- ένα μαβί χαλί  (σαν εκείνα τα μαβιά, του Αλεξανδρινού, τα ποθεινά...). Η φωτογραφία -τραβηγμένη με φίλτρο, οι άνθρωποι και οι στιγμές μοιάζουν πια πολύ παλαιά πράγματα, σχεδόν αρχαία.

Οι συμβολισμοί τους όμως σαν να ιστορούν το δυστοπικό μας σήμερα [αυτήν τη αδιέξοδη ειρκτή, την αμφιπρόσωπη νύχτα...]

Σάββατο 30 Ιανουαρίου 2016

[...] "να μιλήσουμε ξανά κατάπληκτοι την γλώσσα των πουλιών."






Ήμασταν ψες -Παρασκευής βράδυ- στην Καμένη Γωνιά (παραδοσιακόν εστιατόριον -ψησταριά της πόλεως Θεσσαλονίκης με έτος ιδρύσεως 1960 / «της ρίχνω» ένα ολόκληρο  έτος αλλά είναι «παλιοσειρά» μου!). Με τον Αλέξανδρο συνάντηση για κρασί και φαΐ με μέτρο. Μαζί μας κι ο Στέργιος άνθρωπος πράος και αγαθός εκ των ιδιοκτητών και χορηγός του δείπνου. Συγκαθιστούς δεν ψάλαμε, επιτραπέζια άσματα δεν πέμψαμε (πού όρεξη για τέτοια...). 

Κοιτάζοντας τον τοίχο, κεκοσμημένο με τις ζωγραφιές του Γιάννη Ζήκα (1945-2008), ζωγράφου και ποιητού, μαγεύτηκα ξανά απο τα  πολύχρωμα, ουσιαστικώς ανύπαρκτα ή φαντασιακά και μαζί πανηγυριώτικα, πουλιά του -εκείνα  τα καθεστωτικά του δικού του Παραδείσου- κι έφερα στο νου και πάλι τους σπαρακτικούς του στίχους:



Αργήσατε φίλοι αργήσατε

ξεθάψαν τα πουλιά τα κόκκαλά μου

τα πλύνανε με δάκρυα και φιλιά

τα ράντισαν με κρασί

και τ΄ακουμπήσανε απαλά στα σύννεφα

να νιώσουνε το χέρι του ήλιου.




Αργήσατε φίλοι αργήσατε

πού θα βρεθούμε να μιλήσουμε

ξανά κατάπληκτοι την γλώσσα

των πουλιών για άλλη μια

φορά έξω και μέσα στην φθορά

αείζωοι κι ακέραιοι σαν

άγρια περιστέρια.*



*Γιάννης Ζήκας 1945-2008 ,΄΄φύλλο και φτερό΄΄ Ποιήματα, εκδ. Μυγδονία.



Ο Γιάννης Ζήκας, ύστερα από μια σύντομη ανάπαυση επί τριετία στο αφιλόξενο "Κοιμητήριον της Αναστάσεως του Κυρίου" -το περίλαμπρο και δυσβάστακτο για τα κανονικά βαλάντια των ανθρώπων για φιλοξενία επί μακρόν-, οδηγήθηκε για αλλού από τον φίλο του Αλέξανδρο. Μαζί πήγαν οδικώς στην Ουρανούπολη  και ύστερα από το απαγορευτικό σήμα απόπλου για τη Δάφνη επέστρεψαν ξανά πίσω. Συγκατοίκησε λίγον καιρό μαζί του στη Θεσσαλονίκη από το διαμέρισμα κοιτάζοντας ξανά το Θερμαϊκό να αστράφτει με το φώς, να χάνεται στις ομίχλες,  να καίγεται κάθε Δύση.  
Τώρα μας θυμάται ίσως και μας οικτίρει από κάποιο ...ράφι του ταπεινού οστεοφυλακίου της Μονής Ιβήρων στον Άθω. Οπωσδήποτε συντροφεύουν στο ημίφως τη γαλήνη του, κελαηδήματα πουλιών που πέταξαν μέσα από τα χέρια του κατά μυριάδες...

Πίσω μένουν οι φίλοι. Ορφανεμένοι.




       Στέργιος Κωνσταντζίκης κιαι Αλέξανδρος Κοσματόπουλος.