Πέμπτη 24 Σεπτεμβρίου 2020

κύριε, ἵνα τι μέ ἐγκατέλειπες;


 


Ο καλός μου φίλος Αργύρης Βαϊνάς, μου έστειλε καινούριο «ρεπορτάζ» από το χωριό. Και ιδού: Το σπίτι μου πνιγμένο στην εγκατάλειψη. Και σαν να φωνάζει… «κύριε» (με μικρό-μικρότατο-πικρότατο κάππα!), «να τι μέ γκατέλειπες;»

Βλέπω τα πεσμένα φύλλα μαζεμένα, σά χρυσό σειρήτι, να στεφανώνουν την «εξώπορτα με τους δυό Αλέξανδρους», και τον αυλότοιχο, αγριόχορτα και ζιζάνια να ξεπηδούν από παντού, αείλανθοι κι αγριοσυκιές να καταλαμβάνουν σιγά σιγά το μέρος.



 

Από την κληματαριά κρέμονται ωραιότατα τσαμπιά με χοντρές ρόγες σταφύλι. Μόνα τους βγαίνουν μόνα τους σαπίζουν στο τσαμπί ή μοναχά τους πέφτουν καταγής, σπονδή στ’ αποθαμένα μας… Φέτος υποψιάζομαι πως μήτε οι σφήκες δεν θα τα καταδέχτηκαν.

Θυμήθηκα τους στίχους της Άννας Αχμάτοβα  από την «Τρίτη Ελεγεία του Βορρά»:

 

Νά τη λοιπόν, ἐκείνη ἡ φθινοπωρινή τοπιογραφία

Τήν ὁποία ὅλη μου τή ζωή, φοβόμουν,

Ὁ ουρανός – σά φλεγόμενο ἔρεβος,

Καί οἱ ἦχοι τῆς πόλης αἰωνίως ξένοι,

Θαρρεῖς κι ὅλα, ὅσα μέσα μου

Μιά ζωή πάλευα, ἀπέκτησαν ζωή

Ξεχωριστή κι ἐνσαρκώθηκαν σέ αὐτούς

Τούς τυφλούς τοίχους, σέ αὐτόν τόν μαῦρο κῆπο…

Κι ἐκείνη τή στιγμή πίσω ἀπό τόν ὦμο μου

Τό πρώην σπίτι μου μέ παρακολουθοῦσε

Μέ μισόκλειστο, δυσοίωνο μάτι […]

 

Μετάφραση:  Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης

Εκδόσεις: s@mizdat