Πέμπτη 12 Δεκεμβρίου 2024

«persona non grata»…

 


 

Κανείς δεν αγαπάει τους χαραμοφάηδες. Δεν με ενδιαφέρει αν φτιάχνετε καλό γιαούρτι, δεν με νοιάζειΧωνέψτε το, σηκωθείτε το πρωί και πηγαίνετε στις δουλειές σαςΠαίρνετε πολύ νωρίς σύνταξη. Ξέρω ότι έχετε πολύ καλό καιρό, αλλά αυτό δεν έχει σημασία. Και αυτό είναι μέρος του προβλήματος. Έχετε πολιτικούς που κάνουν ανεδαφικές υποσχέσεις για να εξαγοράσουν ψήφους με θέσεις που δεν μπορούν να στηρίξουν. Συγκρίνοντας τους Έλληνες πολίτες με ένα ανεκπαίδευτο κατοικίδιο, η Γκίλφοϊλ κατέληξε λέγοντας ότι «κανείς δεν τους τιμωρεί» όπως έναν σκύλο που κατουράει στο χαλί»

Δηλώσεις της μετά το δημοψήφισμα «μένουμε ή φεύγουμε», στο Fox όταν μεσουρανούσε ως παρουσιάστρια.

 

 

Ω, η  Κίμπερλι Γκίλφοϊλ

Φουσκωτή με μότορ όιλ

Φθάνει πρέσβης στην Ελλάδα

Την τεμπέλα αγελάδα.

 

Έλληνες παραγωγοί

Γιαουρτιού και οι λοιποί

Ετοιμάστε τους κεσέδες

Να μη μείνουν βερεσέδες

 

Αν ο Έλληνας μπορεί

Στο χαλί σας να ουρεί

Φίλοι Αμερικανοί

και την πρέσβη σας μπορεί.

 

Τέρμα τα Πολυτεχνεία

Με πορείες στην πρεσβεία

Οι συμβολικές κινήσεις

Ν΄ απομείνουν αναμνήσεις

 

Mες σ' αυτό το καρναβάλι

Θα εισβάλει ως βουβάλι

Θα εισάγει άλλους όρους

Όθεν συλλυπούμαι όλους!

 

 

 


Τρίτη 10 Δεκεμβρίου 2024

Πυγολαμπίδες τον Δεκέμβρη

 

 

 Πρόσφυγες που επιστρέφουν στη Δαμασκό από την Τουρκία.

 

Φαίνονται από ψηλά. Ποτάμια χρυσά της λάβας, δρόμοι που αστράφτουν. Κόκκινα ρουμπίνια, πυγολαμπίδες που αρμενίζουν κοπαδιαστά σε λεωφόρους. Από την Ανατολία, από την κεντρική Τουρκία, από την ασιατική ακτή, με ανάστροφη τώρα πορεία, το χρυσό έρχεται ποτάμι. Πάνω από μισό εκατομμύριο οι νεκροί του πολέμου. Και δεκατρία χρόνια προσφυγιάς γιαυτούς που τώρα επιστρέφουν  με αναμμένα τα φώτα στο Χαλέπι, τη Χομς, τη Δαμασκό, την Παλμύρα. Ίσως δεν είναι εδώ το τέλος του δρόμου τώρα που μια συνιστώσα του σπαραγμού εκδιώχθηκε. Ίσως ο πόλεμος να επαναληφθεί με την ίδια ξανά αγριότητα. Για την ώρα όμως ελπίζω πως αυτό δεν θα συμβεί και πως ίσως ήρθε η ώρα του σπείρειν για τη Συρία... Και για τούτη την ώρα δεν έχω πάρα να σιγοψιθυρίσω το ποίημα «Φωνή» από Τα άσματα του Μιχιάρ του Δαμασκηνού* του σπουδαίου Σύρου ποιητή Άδωνη (γεν. 1930), με το πραγματικό όνομα Άλι Άχμαντ Σαίντ, που μετέφρασε εξαιρετικά ο φίλος του Μάρκελος Πιράρ


Μιχιάρ πρόσωπο πο προδσαν ο γαπημένοι του

Μιχιάρ, καμπάνα δίχως ντίλαλο,

Μιχιάρ, στ πρόσωπα γραμμένος,

σμα πο λαθραία μς πλησιάζει

σ δρόμους ξόριστους λευκούς


Μιχιάρ καμπάνα περιπλανωμένων

σατήν τ γ τς Γαλιλαίας.

 

Εύχομαι στον κάθε Μιχιάρ της Συρίας να αξιωθεί να επιστρέψει και να ζήσει εν ειρήνη. Αφήνοντας πίσω τις φρικτές μέρες.

 

  * Εκδόσεις Άγρα, 1996

 

 

Παρασκευή 6 Δεκεμβρίου 2024

Αρκούδες και σαρδόνιοι γέλωτες στο καφενείο

 

 

  

Στον Νίκο Δήμου που γιορτάζει σήμερα

Λυπούμαι τους ανθρώπους που έχουν δεχτεί επιθέσεις από αρκούδες στα ορεινά της χώρας. Ένας ή κανένας  το χρόνο. Αρκούδες δεκάδες εδώ κι εκεί στα μουλωχτά ξεπαστρεύονται από παγίδες, φόλες, βοσκούς, λαθροθήρες, αυτοκίνητα που πάνε βολίδα κλπ. 

Οι γυναίκες που πυροβολούνται, τσεκουρώνονται, μαχαιρώνονται, στραγγαλίζονται, κομματιάζονται από «τους αφέντες τους» φέτος μέχρι στιγμής καμιά τριανταριά για το 2024. Ασύγκριτοι οι  αριθμοί και η αγριότητα… Κανείς ως τώρα όμως δεν αξίωσε την μείωση του υπερπληθυσμού των «γυναικοκτόνων» εν Ελλάδι. (Των αρκούδων όμως, ναι).

Λυπούμαι τους βοσκούς που χάνουν το βιός τους. Ελπίζω στη μέριμνα του κράτους. Θλίβομαι για όσους φοβούνται να πάνε στις δουλειές τους στην ύπαιθρο ή βλέπουν τη σοδειά τους σε δέντρα, οπωροφόρα κυρίως, λεηλατημένα από αρκούδες ή άλλα ζώα. Και πάλι ελπίζω στο υπουργείο Γεωργίας και τη μέριμνα της Ε.Ε.  

Πλήθυναν τα άγρια, λιγόστεψαν τα ήμερα στη Μακεδονία, ίνα να πληρωθεί το ρηθέν ...της παροιμίας. Αλλά και γιατί η Μακεδονία είναι πλέον μια εγκαταλελειμμένη περιοχή. Κι όπως τα δέντρα και κάθε λογής βλάστηση απλώνονται εκεί που κάποτε  υπήρχαν σπίτια και χωράφια, έτσι και τα άγρια ζώα αναζητούν το χώρο τους. (Και τροφή εκεί που έχουν αντιληφθεί ότι υπάρχει..)

Όμως… Όταν ο άνθρωπος ήταν ακόμα εκεί δεν είχαμε ακούσει σχεδόν μισό αιώνα, όσοι γεννηθήκαμε στα μέρη, επίθεση από αρκούδα ή ακόμα και εμφάνιση αρκούδας στα περίχωρα. Εκτός… από τις αρκούδες που έσερναν μαζί τους οι γύφτοι πίσω από τα κάρα, κάτισχνες και σε ελεεινή κατάσταση, με χαλκά περασμένο στη μούρη και σιδερένιο φίμωτρο.

«Κάνε Τασούλα πως χορεύει η Βουγιουκλάκη!» Και σείονταν όρθιο στα δυο πόδια το ζώο σάμπως να χόρευε ενώ ο αρκουδιάρης βαρούσε τον νταϊρέ. «Κάνε τώρα Τασούλα πώς χτενίζεται η Βουγιουκλάκη και πώς κοιτάζει τον καθρέφτη!». Το ‘κανε και αυτό το έρμο το ζωντανό,  η «Τασούλα», για την παράσταση στην πλατεία.

Έπεσα σήμερα πάνω σ’ αυτή τη φωτογραφία παρμένη από το βιβλίο του Χρήστου Ἐξάρχου, Ἡ Φούρκα τῆς Ἠπείρου (Ἱστορία - Λαογραφία), τυπωμένο στη Θεσσαλονίκη το 1987,  και δεν μπορώ να ησυχάσω.

Τραβηγμένη το 1969. «Σύλληψη αρκουδόπουλου στη θέση Ρέβα» γράφει η λεζάντα. Θριαμβευτικές σχεδόν πόζες όλο ειρωνεία και περηφάνια. Αυτός με το τσιγάρο στο στόμα που το ’χει γραπωμένο από το λαιμό το αρκουδάκι καθ’ εαυτού σφάχτης μου μοιάζει και γδάρτης περιωπής. Για τον δημόσιο εμπαιγμό, τον τρόμο που βιώνει το ζωάκι στο καφενείο ανάμεσα στους άνδρες, για τις τσιρίδες του, για τη μάνα του που λείπει, για τη τραγική του ανυπερθέτως  τύχη που θα ακολουθήσει ούτε λέξη στη λεζάντα. 

Όμως, βλέπω τον θρίαμβο του απελέκητου ανθρώπου πάνω στη φύση σ’ αυτή τη φωτογραφία και πασχίζω να αντιληφθώ ποιος είναι ο άγριος… Αυτός που τρώει σάρκες η εκείνος που κομματιάζει ψυχές;

Αυτό το θέαμα και μόνον δικαιώνει όλα τα μαζεμένα που μας κάνει τώρα ο υπερπληθυσμός της αρκούδας». Και που δεν θα πατσίσει ποτέ όσα έχουμε ήδη κάνει και συνεχίζουμε να διαπράττουμε εμείς…