Τετάρτη 7 Ιανουαρίου 2026

Ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης εύχεται στον Ιωάννη Καποδίστρια το ...«εις έτη πολλά»!

 

 


Ο Νικόλαος Μ. Δραγούμης (Κωνσταντινούπολη, 1809 Αθήνα, 1879), παππούς του Ίωνος Δραγούμη, πολιτικός και λόγιος,  ανέλαβε στην καριέρα του αρκετές διοικητικές θέσεις ενώ διετέλεσε για μικρό διάστημα και υπουργός Εξωτερικών της Ελλάδας. Εξέδιδε μαζί με άλλους τα περιοδικά Πανδώρα και το   Le spectateur de l'Orient. Ο Νικ. Δραγούμης, σε νεαρότατη ηλικία, είχε εργασθεί ως γραμματέας στην Γ΄Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας  ενώ από το 1828 υπηρέτησε ως γραμματέας του Ιωάννη Καποδίστρια. Στο βιβλίο του «Ιστορικαί Αναμνήσεις» αφηγείται, εννέα μήνες πριν από το τραγικό γεγονός της δολοφονίας, μια χαριτωμένη σκηνή με τον [κλεινόν, 66χρονο] γέροντα Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη να επικέπτεται τον Κυβερνήτη. Ο Μαυρομιχάλης βρίσκεται πλέον σε περιορισμό στο Ναύπλιο καθώς στη Μάνη έχει σημειωθεί εξέγερση. Ανήμερα του Αη Γιαννιού  πηγαίνει στο σπίτι  του Κυβερνήτη για να του ευχηθεί το «εις έτη πολλά». Τραγική ειρωνεία: ο γιος του Κωνσταντίνος θα κόψει το νήμα της ζωής του Καποδίστρια, πυροβολώντας τον εξ επαφής στο ινίο, τον Σεπτέμβριο της ίδιας χρονιάςΟ Πετρόμπεης επίσης, τη μέρα εκείνη, θα ζητήσει χρήματα που, σύμφωνα με τον Δραγούμη, δὲν  τα ἐζήτει ὑπὲρ ἑαυτοῦ ὁ κλεινὸς γέρων, μα για να ανταπεξέλθει στα αιτήματα και τις ανάγκες των φιλοξενουμένων Μανιατών που κατέλυαν συχνά τότε στο σπιτικό του.

 

 […] Καὶ ἄλλους δὲ κινδύνους ὑπέστησαν ὑπὲρ τῆς πατρίδος· διότι τῷ μὲν 1821 εἷς τῶν ἀδελφῶν, Ἀναστάσιος, ἀπήχθη ὅμηρος εἰς τὰς ἐν Τριπόλει φυλακάς, αὐτὸς δὲ Γεώργιος ἐκρατεῖτο ἐπίσης ὅμηρος ἐν Κωνσταντινουπόλει. Ἀλλὰ καὶ διὰ μόνου τοῦ ἀξιώματος καὶ τοῦ ὀνόματος ἀνεζωπύρουν τὸν ἀγῶνα. Ἐτιμῶντο δὲ παρὰ πάντων καὶ τὴν κοινὴν ἀγάπην προσείλκυεν ἔτι μᾶλλον τὸ εὐγενὲς τῶν τρόπων καὶ τὸ σεμνὸν καὶ εὐπρεπὲς τοῦ ἤθους, διὧν διεστέλλοντο τε πατριάρχης τῆς ἡρωΐδος γενεᾶς καὶ τὰ τέκνα καὶ οἱ λοιποὶ προσήκοντες.

Ἐμεμψιμοίρουν ὅμως συνεχῶς διἐπαρχιακά, ὡς ἔλεγον, ἀδικήματα. μὲν Μάνη ἐθεωρεῖτο ἔτι ἐπαρχία αὐθύπαρκτος, ἀνεξάρτητος καὶ ἀπὸ τῆς Πελοποννήσου, οἱ δὲ Μανιᾶται, ὑπολαμβάνοντες πάντοτε ἀνώτατον ἄρχοντα τὸν πρώην ἡγεμόνα, κατέλυον σωρηδόν ἐν τῇ οἰκίᾳ αὐτοῦ ἐρχόμενοι εἰς Ναύπλιον καὶ παραὐτοῦ ἠξίουν τὴν θεραπείαν τῶν ἰδίων ἀναγκῶν καὶ ἀπαιτήσεων. Διὸ καὶ κατηναγκάζετο νὰ ἐξαιτῆται πολλάκις ἀνακούφισιν καὶ συνδρομήν, ἃς διὰ τὸ εὐτελὲς τῶν δημοσίων πόρων ἐχορήγει μετά φειδοῖς καὶ ἠρνεῖτο Κυβερνήτης. Τοιαύτης δὲ ἀρνήσεως ἐγενόμην κἀγὼ μάρτυς τῇ 7 Ἰανουαρίου, ἡμέρᾳ ἐπετείῳ τοῦ ὀνόματος τοῦ Κυβερνήτου, καθἣν συνήθιζε νὰ δέχεται ἐπισκέψεις, ὅτε σεβόμενοι τὸν ἑορτάζοντα ἀπείχομεν πάσης πρὸς αὐτὸν κοινωνίας ἀντικείμενον ἐχούσης τὴν ὑπηρεσίαν. Αλλἀναγκασθείς ποτε νὰ ὑποβάλω δύο ἔγγραφα πρὸς ὑπογραφήν, εἰσῆλθον εἰς τὴν αἴθουσαν τῆς ὑποδοχῆς καὶ εὖρον αὐτὸν ὄρθιον· ἅμα δὲ ἰδών με

Τί εἶδος ἄνθρωποι εἶσθε! ἀνέκραξεν οὔτε τὴν ἑορτήν μου μὲ ἀφίνετε νὰ ἀναπνεύσω.

Ἐξοχώτατε, ἀπεκρίθην, τὰ ἔγγραφα μοὶ ἐφάνησαν κατεπείγοντα· ἂν ὅμως ἀγαπᾶτε, ἀναχωρῶ.

Καὶ ἡτοιμάσθην ν’ ἀπέλθω.

— Μεῖνε, ἀνεφώνησε, δὲν ἐννοῶ σέ· δὲν εἶδες ποῖος ἐξήρχετο;

— Μάλιστα, ὁ γέρων Μαυρομιχάλης.

— Εὐθὺς μετὰ τὸ εἰς χρόνους πολλούς, μ’ ἐζήτησε γρόσια γρόσια καὶ αἰωνίως γρόσια.

Ἀλλὰ δὲν ἐζήτει ὑπὲρ ἑαυτοῦ ὁ κλεινὸς γέρων.  

Ἐπειδὴ δὲ αἱ ἀρνήσεις ἐπισωρευθεῖσαι ἔλαβον ἐπὶ τέλους μορφήν τιμωρίας, ἀδημονία τῶν νομιζόντων τὴν Μάνην ἀδικουμένην ἐκορυφώθη καὶ ἀνεγέννησε τὴν ἰδέαν τοῦ ἀρχαιοτάτου ἔθους τῆς ἀντιτιμωρίας, ὅπερ καὶ εἰς τὸν χριστιανισμὸν ἐπέζησε καὶ ἔτι ζῇ μεταξὺ τῶν ὀρεσιβίων ἀπογόνων τῶν Λακεδαιμονίων καὶ τῶν Σπαρτιατῶν 

Οὕτως ἀνέζησε καὶ ἡ ληστεία ἣν ἐπὶ μὲν Ὁμήρου καὶ μετὰ ταῦτα μετήρχοντο «ἄνδρες οὐ τῶν ἀδυνατωτάτων, οὐκ ἔχοντός πως αἰσχύνην τούτου τοῦ ἔργου, φέροντος δέ τι καὶ δόξης μᾶλλον», ἐν δὲ τοῖς καθ’ ἡμᾶς χρόνοις ἐκληρονόμησαν οἱ Κλέφται, ὧν τὰ ἀνδραγαθήματα ἀπεθανάτισεν ὡς δι’ ἀνδριάντων ἡ ποίησις.

Ἀλλὰ καὶ τὸ 1831, ἀποκαλοῦντες οἱ ἐν Ὕδρᾳ μάλιστα, διά τε λόγου καὶ γραφῆς, τὸν Κυβερνήτην τύραννον, ἀνεκήρυττον ἐκπλήρωσιν ἱεροῦ καθήκοντος τὴν ἐκδίκησιν καὶ καθηγίαζον τὴν δολοφονίαν.

 

               Ο πύργος των Μαυρομιχαλαίων στο Λιμένι της Μάνης (φωτ. ΝΤ 2006)

 

Προέτεινον δὲ οἱ περὶ Μαυρομιχάλην καὶ ἑτέραν αἰτίαν δεινολογίας, τν ξς· ν Λιμενί κα Μεσσηνί νεφύησαν, καθ’ παγόρευσιν τν ν δρ, νταρτικά κινήματα, κα δηώσεις κα φόνοι διεπράχθησαν, ν νεκα Κυβέρνησις προσεκάλεσεν ες Ναύπλιον τος διευθύνοντας ατά, ν ος κα τν Γεώργιον κα τν θεον ατοΚωνσταντνον. φεσα δ λευθέρους, λλ κα φοβουμένη μδραπετεύσωσιν, πετήρει διά δύο στυνομικν κλητήρων τ διαβήματα ατν· κα τούτους τος φύλακας διαφθείραντες δι χρημάτων πεχείρησαν τ νόσιον τόλμημα τς 27 Σεπτεμβρίου 1831, τν κτην κα μίσειαν ραν τς πρωΐας. Κα μετ’ λίγον εδον δύο πτώματα παραλλάσσοντα τν πρ τς οκίας μου δόν, τ μν ντς φερέτρου, κεκαλυμμένον π νωθεν ως κάτω κα συνοδευόμενον π κλαυθμν κα γόων, τ δέ, τ το Κωνσταντίνου, καταδιωχθέντος καφονευθέντος π το τέρου τν δύο κολούθων το Κυβερνήτου, συρόμενον μίγυμνον, φρικτόν θέαμα! κατ πετρν π το λαο, νειδιζόμενον κα προπηλακιζόμενον ς ποτε ο το κυλωνείου γους. Κα τατα μν ν Ναυπλί.

ν δ τ στί τς ποστασίας τί γένετο; «Ἔπεσε τ τέρας τς τυραννίας· πεσεν τύραννος» νεβόησαν σε θεόληπτοι δι το πόλλωνος. «Ἔπεσε θμα τς κραιφνούς φιλοπατρίας νέων ρμοδίων κα ριστογειτόνων, νέων Βρούτων κα Κασσίων».

Κα προσλαμβάνοντες ο ναγες συνένοχον κα ατν τν Θεόν «Βλέπομεν», διεσάλπιζον, «δι τς εγενούς ταύτης πράξεως τν ψηλν τς θείας δίκης πόφασιν κπληρουμένην ες μοιβν τν ρρήτων κα θεμίτων κακν κ τν ποίων λλς εχεν περπληρωθ».

«Κα οτω πως ληξε», κατ τν στρατηγν Πελλιόν, «τ ν λλάδι πολιτικν στάδιον το Καποδιστρίου, διαπρέψαντος δι τν δίων πηρεσιν, ς πένειμε μεταξύ δυσχερν περιστάσεων. Τς πηρεσίας δ ταύτας οδαμς προσήκει ν ξαλείψωσιν α π τς νθρωπίνης φύσεως διάσπαστοι πλάναι» […].*

 


 *Νικόλαος Δραγούμης, Ιστορικαί Αναμνήσεις, Επιμ. Άλκης Αγγέλου, Νέα Ελληνική Βιβλιοθήκη, Ερμής 1973. Τομ. Α΄, σελ. 194-196.

 

4 σχόλια:

Παράκληση να τηρούνται οι κανόνες της πολιτικής σχολίων που ισχύουν. Σχόλια με υβριστικό, προσβλητικό ή παρόμοιο περιεχόμενο δεν γίνονται αποδεκτά και επομένως θα διαγράφονται.