Ο Νικόλαος Μ. Δραγούμης (Κωνσταντινούπολη, 1809 –Αθήνα, 1879), παππούς του Ίωνος Δραγούμη, πολιτικός και λόγιος, ανέλαβε στην καριέρα του αρκετές διοικητικές θέσεις ενώ διετέλεσε για μικρό διάστημα και υπουργός Εξωτερικών της Ελλάδας. Εξέδιδε μαζί με άλλους τα περιοδικά Πανδώρα και το Le spectateur de l'Orient. Ο Νικ. Δραγούμης, σε νεαρότατη ηλικία, είχε εργασθεί ως γραμματέας στην Γ΄Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας ενώ από το 1828 υπηρέτησε ως γραμματέας του Ιωάννη Καποδίστρια. Στο βιβλίο του «Ιστορικαί Αναμνήσεις» αφηγείται, εννέα μήνες πριν από το τραγικό γεγονός της δολοφονίας, μια χαριτωμένη σκηνή με τον [κλεινόν, 66χρονο] γέροντα Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη να επικέπτεται τον Κυβερνήτη. Ο Μαυρομιχάλης βρίσκεται πλέον σε περιορισμό στο Ναύπλιο καθώς στη Μάνη έχει σημειωθεί εξέγερση. Ανήμερα του Αη Γιαννιού πηγαίνει στο σπίτι του Κυβερνήτη για να του ευχηθεί το «εις έτη πολλά». Τραγική ειρωνεία: ο γιος του Κωνσταντίνος θα κόψει το νήμα της ζωής του Καποδίστρια, πυροβολώντας τον εξ επαφής στο ινίο, τον Σεπτέμβριο της ίδιας χρονιάς. Ο Πετρόμπεης επίσης, τη μέρα εκείνη, θα ζητήσει χρήματα που, σύμφωνα με τον Δραγούμη, δὲν τα ἐζήτει ὑπὲρ ἑαυτοῦ ὁ κλεινὸς γέρων, μα για να ανταπεξέλθει στα αιτήματα και τις ανάγκες των φιλοξενουμένων Μανιατών που κατέλυαν συχνά τότε στο σπιτικό του.
[…] Καὶ ἄλλους δὲ κινδύνους ὑπέστησαν ὑπὲρ τῆς πατρίδος· διότι τῷ μὲν 1821 εἷς τῶν ἀδελφῶν, ὁ Ἀναστάσιος, ἀπήχθη ὅμηρος εἰς τὰς ἐν Τριπόλει φυλακάς, αὐτὸς δὲ ὁ Γεώργιος ἐκρατεῖτο ἐπίσης ὅμηρος ἐν Κωνσταντινουπόλει. Ἀλλὰ καὶ διὰ μόνου τοῦ ἀξιώματος καὶ τοῦ ὀνόματος ἀνεζωπύρουν τὸν ἀγῶνα. Ἐτιμῶντο δὲ παρὰ πάντων καὶ τὴν κοινὴν ἀγάπην προσείλκυεν ἔτι μᾶλλον τὸ εὐγενὲς τῶν τρόπων καὶ τὸ σεμνὸν καὶ εὐπρεπὲς τοῦ ἤθους, δι’ ὧν διεστέλλοντο ὅ τε πατριάρχης τῆς ἡρωΐδος γενεᾶς καὶ τὰ τέκνα καὶ οἱ λοιποὶ προσήκοντες.
Ἐμεμψιμοίρουν ὅμως συνεχῶς δι’ ἐπαρχιακά, ὡς ἔλεγον, ἀδικήματα. Ἡ μὲν Μάνη ἐθεωρεῖτο ἔτι ἐπαρχία αὐθύπαρκτος, ἀνεξάρτητος καὶ ἀπὸ τῆς Πελοποννήσου, οἱ δὲ Μανιᾶται, ὑπολαμβάνοντες πάντοτε ἀνώτατον ἄρχοντα τὸν πρώην ἡγεμόνα, κατέλυον σωρηδόν ἐν τῇ οἰκίᾳ αὐτοῦ ἐρχόμενοι εἰς Ναύπλιον καὶ παρ’ αὐτοῦ ἠξίουν τὴν θεραπείαν τῶν ἰδίων ἀναγκῶν καὶ ἀπαιτήσεων. Διὸ καὶ κατηναγκάζετο νὰ ἐξαιτῆται πολλάκις ἀνακούφισιν καὶ συνδρομήν, ἃς διὰ τὸ εὐτελὲς τῶν δημοσίων πόρων ἢ ἐχορήγει μετά φειδοῖς ἢ καὶ ἠρνεῖτο ὁ Κυβερνήτης. Τοιαύτης δὲ ἀρνήσεως ἐγενόμην κἀγὼ μάρτυς τῇ 7 Ἰανουαρίου, ἡμέρᾳ ἐπετείῳ τοῦ ὀνόματος τοῦ Κυβερνήτου, καθ’ ἣν συνήθιζε νὰ δέχεται ἐπισκέψεις, ὅτε σεβόμενοι τὸν ἑορτάζοντα ἀπείχομεν πάσης πρὸς αὐτὸν κοινωνίας ἀντικείμενον ἐχούσης τὴν ὑπηρεσίαν. Αλλ’ ἀναγκασθείς ποτε νὰ ὑποβάλω δύο ἔγγραφα πρὸς ὑπογραφήν, εἰσῆλθον εἰς τὴν αἴθουσαν τῆς ὑποδοχῆς καὶ εὖρον αὐτὸν ὄρθιον· ἅμα δὲ ἰδών με
— Τί εἶδος ἄνθρωποι εἶσθε! ἀνέκραξεν οὔτε τὴν ἑορτήν μου μὲ ἀφίνετε νὰ ἀναπνεύσω.
—Ἐξοχώτατε, ἀπεκρίθην, τὰ ἔγγραφα μοὶ ἐφάνησαν κατεπείγοντα· ἂν ὅμως ἀγαπᾶτε, ἀναχωρῶ.
Καὶ ἡτοιμάσθην ν’ ἀπέλθω.
— Μεῖνε, ἀνεφώνησε, δὲν ἐννοῶ σέ· δὲν εἶδες ποῖος ἐξήρχετο;
— Μάλιστα, ὁ γέρων Μαυρομιχάλης.
— Εὐθὺς μετὰ τὸ εἰς χρόνους πολλούς, μ’ ἐζήτησε γρόσια γρόσια καὶ αἰωνίως γρόσια.
Ἀλλὰ δὲν ἐζήτει ὑπὲρ ἑαυτοῦ ὁ κλεινὸς γέρων.
Ἐπειδὴ δὲ αἱ ἀρνήσεις ἐπισωρευθεῖσαι ἔλαβον ἐπὶ τέλους μορφήν τιμωρίας, ἡ ἀδημονία τῶν νομιζόντων τὴν Μάνην ἀδικουμένην ἐκορυφώθη καὶ ἀνεγέννησε τὴν ἰδέαν τοῦ ἀρχαιοτάτου ἔθους τῆς ἀντιτιμωρίας, ὅπερ καὶ εἰς τὸν χριστιανισμὸν ἐπέζησε καὶ ἔτι ζῇ μεταξὺ τῶν ὀρεσιβίων ἀπογόνων τῶν Λακεδαιμονίων καὶ τῶν Σπαρτιατῶν.
Οὕτως ἀνέζησε καὶ ἡ ληστεία ἣν ἐπὶ μὲν Ὁμήρου καὶ μετὰ ταῦτα μετήρχοντο «ἄνδρες οὐ τῶν ἀδυνατωτάτων, οὐκ ἔχοντός πως αἰσχύνην τούτου τοῦ ἔργου, φέροντος δέ τι καὶ δόξης μᾶλλον», ἐν δὲ τοῖς καθ’ ἡμᾶς χρόνοις ἐκληρονόμησαν οἱ Κλέφται, ὧν τὰ ἀνδραγαθήματα ἀπεθανάτισεν ὡς δι’ ἀνδριάντων ἡ ποίησις.
Ἀλλὰ καὶ τὸ 1831, ἀποκαλοῦντες οἱ ἐν Ὕδρᾳ μάλιστα, διά τε λόγου καὶ γραφῆς, τὸν Κυβερνήτην τύραννον, ἀνεκήρυττον ἐκπλήρωσιν ἱεροῦ καθήκοντος τὴν ἐκδίκησιν καὶ καθηγίαζον τὴν δολοφονίαν.
Ο πύργος των Μαυρομιχαλαίων στο Λιμένι της Μάνης (φωτ. ΝΤ 2006)
Προέτεινον δὲ οἱ περὶ Μαυρομιχάλην καὶ ἑτέραν αἰτίαν δεινολογίας, τὴν ἑξῆς· ἐν Λιμενίῳ καὶ Μεσσηνίᾳ ἀνεφύησαν, καθ’ ὑπαγόρευσιν τῶν ἐν Ὕδρᾳ, ἀνταρτικά κινήματα, καὶ δηώσεις καὶ φόνοι διεπράχθησαν, ὧν ἕνεκα ἡ Κυβέρνησις προσεκάλεσεν εἰς Ναύπλιον τοὺς διευθύνοντας αὐτά, ἐν οἷς καὶ τὸν Γεώργιον καὶ τὸν θεῖον αὐτοῦ Κωνσταντῖνον. Ἀφεῖσα δὲ ἐλευθέρους, ἀλλὰ καὶ φοβουμένη μὴ δραπετεύσωσιν, ἐπετήρει διά δύο ἀστυνομικῶν κλητήρων τὰ διαβήματα αὐτῶν· καὶ τούτους τοὺς φύλακας διαφθείραντες διὰ χρημάτων ἐπεχείρησαν τὸ ἀνόσιον τόλμημα τῆς 27 Σεπτεμβρίου 1831, τὴν ἕκτην καὶ ἡμίσειαν ὥραν τῆς πρωΐας. Καὶ μετ’ ὀλίγον εἶδον δύο πτώματα παραλλάσσοντα τὴν πρὸ τῆς οἰκίας μου ὁδόν, τὸ μὲν ἐντὸς φερέτρου, κεκαλυμμένον ἀπὸ ἄνωθεν ἕως κάτω καὶ συνοδευόμενον ὑπὸ κλαυθμῶν καὶ γόων, τὸ δέ, τὸ τοῦ Κωνσταντίνου, καταδιωχθέντος καὶ φονευθέντος ὑπὸ τοῦ ἑτέρου τῶν δύο ἀκολούθων τοῦ Κυβερνήτου, συρόμενον ἡμίγυμνον, φρικτόν θέαμα! κατὰ πετρῶν ὑπὸ τοῦ λαοῦ, ὀνειδιζόμενον καὶ προπηλακιζόμενον ὥς ποτε οἱ τοῦ κυλωνείου ἄγους. Καὶ ταῦτα μὲν ἐν Ναυπλίῳ.
Ἐν δὲ τῇ ἑστίᾳ τῆς ἀποστασίας τί ἐγένετο; «Ἔπεσε τὸ τέρας τῆς τυραννίας· ἔπεσεν ὁ τύραννος» ἀνεβόησαν ὡσεὶ θεόληπτοι διὰ τοῦ Ἀπόλλωνος. «Ἔπεσε θῦμα τῆς ἀκραιφνούς φιλοπατρίας νέων Ἁρμοδίων καὶ Ἀριστογειτόνων, νέων Βρούτων καὶ Κασσίων».
Καὶ προσλαμβάνοντες οἱ ἐναγεῖς συνένοχον καὶ αὐτὸν τὸν Θεόν «Βλέπομεν», διεσάλπιζον, «διὰ τῆς εὐγενούς ταύτης πράξεως τὴν ὑψηλὴν τῆς θείας δίκης ἀπόφασιν ἐκπληρουμένην εἰς ἀμοιβὴν τῶν ἀρρήτων καὶ ἀθεμίτων κακῶν ἐκ τῶν ὁποίων ἡ Ἑλλὰς εἶχεν ὑπερπληρωθῆ».
«Καὶ οὕτω πως ἔληξε», κατὰ τὸν στρατηγὸν Πελλιόν, «τὸ ἐν Ἑλλάδι πολιτικὸν στάδιον τοῦ Καποδιστρίου, διαπρέψαντος διὰ τῶν ἰδίων ὑπηρεσιῶν, ὃς ἀπένειμε μεταξύ δυσχερῶν περιστάσεων. Τὰς ὑπηρεσίας δὲ ταύτας οὐδαμῶς προσήκει νὰ ἐξαλείψωσιν αἱ ἀπὸ τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως ἀδιάσπαστοι πλάναι» […].*
*Νικόλαος Δραγούμης, Ιστορικαί Αναμνήσεις, Επιμ. Άλκης Αγγέλου, Νέα Ελληνική Βιβλιοθήκη, Ερμής 1973. Τομ. Α΄, σελ. 194-196.


Δεν σου ξεφεύγει τίποτε από τους Δραγούμηδες!!!
ΑπάντησηΔιαγραφήΑποκαλυπτικότατο !!!
ΑπάντησηΔιαγραφήΕξειδικευθείς στον Δραγούμη!
ΑπάντησηΔιαγραφήΚοντεύω ν' αλλάξω επώνυμο...
Διαγραφή