O ΝΙΚΟΣ ΔΗΜΟΥ ΠΙΑ ΠΡΟΧΩΡΑ ΜΕ ΠΑΤΗΜΕΝΑ τα 90. Πριν ένα σχεδόν χρόνο μάς ξανάδωσε, στην έβδομη έκδοση (Πατάκης), το σπουδαίο βιβλίο του Το απόλυτο και το τάβλι (Πρώτη έκδοση, Νεφέλη 1984), ένα κείμενο που άρχισε να γράφεται το 1958. Αντιγράφω από το κεφάλαιο «Η μοναχική σκοπιά»:
Η σκεπτική «δύναμη»: η μόνη δύναμη στον κόσμο που δεν είναι εξουσία. Που δεν αποσκοπεί στην υποδούλωση. Που έχει για όπλο την ερώτηση. Που έχει για σκοπό την απελευθέρωση και το άνοιγμα του νου.
Γιατί το Απόλυτο, όταν ξεπερνάει τον χώρο της ενόρασης και προχωράει στον χώρο της πράξης, είναι επικίνδυνο. Και είναι επικίνδυνο, επειδή είναι απόλυτο - δηλαδή απάνθρωπο. Ο χώρος του ανθρώπου είναι ο χώρος του σχετικού.
Κανείς δεν εμποδίζει κανέναν να έχει τη δική του απόλυτη αλήθεια, να την πιστεύει, να τη λατρεύει, φτάνει να μην αποφασίσει να την επιβάλει στους άλλους.
Εχ, βρε Νίκο! Βλέπω τα αφιλοσόφητα και αγεωμέτρητα τέρατα που αναδύθηκαν ξανά στον κόσμο… Και τις ορδές, τις πανστρατιές, των ψυχικά τυφλών, των ημιμαθών και φανατικών… Που διαβαίνουν για να πάνε αδιάβαστοι (χωρίς εισαγωγικά η λέξη). Και θυμούμαι, αίφνης, όσα έγραψε για σένα (Γράμμα στον Νίκο) ο μακαρίτης πανάξιος γραφιάς Αντώνης Σουρούνης, πριν κάμποσα χρόνια :
…είδα πάνω στο τραπέζι δυο στοίβες εφημερίδες απ' αυτές που διανέμονται δωρεάν και που ποτέ δεν μπόρεσα να διαβάσω τη συγκεκριμένη, γιατί όταν εγώ βγαίνω στο δρόμο, αυτή έχει εξαφανιστεί. Κάθισα στην καρέκλα που είχε το τραπέζι και την ξεφύλλιζα, σα να περίμενα ν' ανοίξει το μαγαζί για να φάω ή και σα να πουλούσα τις δωρεάν εφημερίδες. Σ' ένα και μόνο δισέλιδο είδα τρεις πένες που εκτιμούσα. Παπαγιώργης, Δήμου, Μιχαηλίδης. «Γράμμα στον Στάθη», είχε τίτλο ο Δήμου και σκέφτηκα ότι θα εννοεί τον Στάθη Τσαγκαρουσιάνο, που όπως είδα έβγαζε και την εφημερίδα. Παρόλο που με τον Τσαγκαρουσιάνο περάσαμε κάμποσους μήνες αντικριστά στη σαββατιάτικη Ελευθεροτυπία –εκείνος στη σελίδα 9 κι εγώ στην 8, δε νομίζω να έχουμε συναντηθεί ποτέ. Και με τον Δήμου συναντιόμαστε πιο πολύ στον αέρα παρά στη γη.
Στο φύλλο που κρατούσα, ο Δήμου απαντούσε σε ένα κείμενο του εκδότη που έγραφε, «Άπαξ και το πάρει απόφαση ο άνθρωπος ότι είναι εσωτερικά νεκρός, γίνεται ψύχραιμος σε όλα». «Ξέρω πώς είναι», απαντούσε ο Δήμου. «Το ψυχρό, κενό διάστημα. Κολυμπάω αργά σ' αυτό σαν αστροναύτης. Δεν ελπίζω τίποτα, δεν περιμένω τίποτα». «Είμαι πενήντα χρονών, αλλά δεν ξέρω να ζω», συνεχίζει ο Τσαγκαρουσιάνος. «Και ποιος ξέρει;» αναρωτιέται ο Δήμου. «Μόνο οι ηλίθιοι νομίζουν πως έμαθαν. Όσο δεν ξέρεις να ζεις, παραμένεις πραγματικά ζωντανός. Αυτοί που “ξέρουν” περιχαρακώνονται και μορφάζουν μέσα στη φορμόλη».
Έτσι είναι. Η ζωή δεν είναι τέχνη για να πας στη σχολή και να τη μάθεις, η ζωή είναι ταξίδι ανάσκελα στο κύμα. Αν αξίζεις, η θάλασσα θα σε βγάλει εκεί που σου πρέπει. Αν όχι, πάλι εκεί που σου πρέπει, για να μάθεις. Ο Δήμου τα ξέρει αυτά. Ξέρει πιο πολλά απ' όλους μας, αλλά η φωνή του είναι χαμηλή, πρέπει να βάλεις το αφτί σου κοντά για ν' ακούσεις. Όπως και η φάτσα του στην εφημερίδα – είναι ο μόνος χωρίς φωτογραφία αλλά με σκίτσο. Το κοιτάς και το ξανακοιτάς προσπαθώντας να βγάλεις κάποιο συμπέρασμα. Είναι έτσι ή είναι αλλιώς; Ξέρει τι λέει ή τα λέει κουτουρού; Ο Δήμου είναι όπως θες κι όπως τον πάρεις. Πάντως αυτά που λέει δε θα τ' ακούσεις από κανέναν. Και τα λέει σα να τρώει σπόρια, όχι σα να γεύεται ένα πλούσιο γεύμα. Κι όπως εκείνος δεν αφήνει τίποτα στη μέση, έτσι κι εσύ δεν μπορείς ν' αφήσεις ένα βιβλίο του στη μέση. Το διαβάζεις μέχρι τον πάτο κι απορείς για πράγματα που δεν έχεις απορήσει ποτέ σου. Απορείς ακόμα και με τη φράση του Ελύτη, που τον αγαπάει και νεκρό, και την αναφέρει στο κείμενό του σαν κάτι που αφορά και τον ίδιο. «Ζω για τότε που δε θα υπάρχω». Εντάξει, φίλε, εντάξει, αλλά για πολλούς, για πάρα πολλούς, ζεις και για τώρα που υπάρχεις.
