Πέμπτη 9 Απριλίου 2020

4Χ4 || Τέσσερις ποιητές / Δεκαέξη ποιήματα ( ΙIΙ)





                   
  Νίκη Καραγάτση (1914-1986), Εσωτερικό μέ αφίσα του Κόντογλου
     τέμπερα σε χαρτί || από τόν κατάλογο Δημοπρασιών "Βέργος" (Νοέμβριος 2014).


  

Δάφνη Χρονοπούλου


στα βήματα των ρομαντικών, πεισιθανάτια σονέτα, χαϊκού, σπασμένες ρίμες της  δημοτικής μούσας, δάφνες και πικροδάφνες, μιας Αθηναίας της Μυκόνου…





ΚΑΙΡΟΣ

Πάλι βοριάς»· τούς σπρους τοίχους
τζακιο καπνός θά τούς μαυρίζει
πό τά στρίμματα, ταν καιρός γυρίζει.

Νύχτας βορις πό τς ρημις τούς χους
σκυλιά μακριά, πόρτα πού τρίζει,
γρια κύματα, θάλασσα φρίζει.

Σιωπς βαρις σά πέτρες τείχους
πού ψωσαν καί τούς χωρίζει,
τς νιότης κρίματα, θανάτου βήματα
καί καιρός πού πίσω δέ γυρίζει.

 *


ΑΥΤΟΝΟΗΤΑ

Ο ναυτικοί χουν μιά γλάστρα στά καράβια,
ψάρι στή γυάλα χουν στήν πόλη ο στεριανοί.
Ο μεγάλοι ρωτες στό θάνατο τελειώνουν
κι ο κωμικοί νά φέρνουν δάκρυα εἶναι κανοί.

Ο ρρωστοι γαπνε τά λουλούδια
πού θά πεθάνουνε πιό γρήγορα π’ ατούς
Κι ο πικραμένοι κλανε μέ τραγούδια
πού κοροϊδεύεις στή χαρά σου ταν τ’ κος.

Τό ατονόητο χει μιά γοητεία
πού Φύση κάθε μέρα μς στερε
Κλείνει ξω π’ τά τείχη τή φοβία
πώς συμφορά ὅπου να ’ναι θά μᾶς βρεῖ.

Με πόλεις, μέ γεφύρια, μέ καράβια
ζητμε νά ζητήσει νακωχή
Φύση, πού νικάει καί μς μικραίνει
πως τή γάτα τή μικραίνει βροχή.

Ο ναυτικοί χουν μιά γλάστρα στά καράβια
καί τά παιδιά ζητάνε καναρίνι στό κλουβί.
Παρηγοριά εναι γιά μς τό μάτι συμμετρία,
πού τό ποσπ πό μιά κραυγή βουβή.

  *



Από τη συλλογή «Ἡ πόρτα τῆς Ληνῶς», έκδοση Kastellakia Records, 2004





ΤΑ ΧΑΪΚΟΥ ΤΗΣ ΞΕΝΗΣ


Μιά κουκουβάγια
π’ τό σκοτάδι:
Γλακα στήν θηναία,

κόμισε μορα
νά μο θυμίσει
τι λλο νήκω.

Μιά ξένη εμαι.
που γαπ:
τό κε μου δ εναι.

Τό κε μου χθές
τό δ λλο
τό γώ μετέωρο.

  *



ΔΕ ΘΑ

21 κτωβρίου
το φεγγαριο δρόμος
πάνω στή θάλασσα
σκίζει μέ σήμι τό μελάνι.

Σκοτείνιασαν τό μεσημέρι
ο λιοι νοιξης παλις.

Δέ θά γαπήσουμε ξανά, ρωτάω.
Ατό τανε;
Στή μνήμη πιά δοσμένα
κενα τά ταξίδια;

Δέ θά γαπήσουμε ξανά;

  *



Από τη συλλογή «Τά 40 του θανάτου», εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2015








ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ ΔΑΦΝΗΣ ΧΡΟΝΟΠΟΥΛΟΥ

(1979)   Οι προεκτάσεις της μαύρης κάλτσας, Κέδρος
(1987)   Όνειρο μέσα σε όνειρο [μτφρ. ποιήματα] Βιβλία των Μουσών, Αθήνα
(1987)   Ιαπωνικά λουλούδια του τσαγιού, Βιβλία των Μουσών, Αθήνα
(1994)   Τρεις ιστορίες, Βιβλία των Μουσών, Αθήνα  (1994)
(2004)   Η πόρτα της Ληνώς, Kastellakia Records
(2015)   Τα 40 του θανάτου, Γαβριηλίδης


τα blogs της Δάφνης Χρονοπούλου:








Τετάρτη 8 Απριλίου 2020

Με "βρόντο" ή με "κλαψούρισμα";



Ημερολόγια μοναστικής περιόδου 
["ὡς στρουθίον μονάζον ἐπί δώματος"]




[...]This is the way the world ends
This is the way the world ends
This is the way the world ends
  Not with a bang but with a whimper.


Τ.S. Eliot, The  hollow men



     Θαρρώ πως στο πανεπιστήμιο της Οξφόρδης οι επιδημιολόγοι βλέποντας σε ποιά δώματα του St. Thomas Hospital έστειλαν τον πρωθυπουργό τους, και σε ποιόν αγύριστο δρόμο χιλιάδες συμπατριώτες τους (γέρους και νιούς), συστήνοντας την ολέθρια τακτική τους απέναντι στον covid-19, όταν στο εξής θα τους μιλάνε για την περίφημη «ανοσία της αγέλης»,  «ποιός Βαγγέλης;» θα απαντούνε σηκώνοντας τους ώμους. Και βάζοντας φυσικά σε μπελάδες τους νευρολόγους να κοιτάξουν μήπως εκτός από ανοσμία και υπογευσία (και σύγχυση, εγκεφαλοπάθεια, επιληπτικές κρίσεις, πολυνευροπάθεια, οξεία νεκρωτική εγκεφαλίτιδα, stroke, νοητική δυσλειτουργία, ψυχιατρικές διαταραχές κλπ) ο καινοφανής -και λίαν ανθρωποφάγος-  ιός, προκαλεί επιπροσθέτως και... βαρηκοΐα - τουτέστιν προσβολή της όγδοης εγκεφαλικής συζυγίας σε κάποιο  επίπεδο αυτής!
    Η δε έγκριτη καθηγήτρια της επιδημιολογίας στο οξφορδιανό Πανεπιστήμιο,  αλλά και δόκιμη μυθιστοριογράφος επίσης, η κυρία Σουνέτρα Γκούπτα,  η οποία υπεραμύνθηκε της τεράστιας αυτής ανοησίας χρησιμοποιώντας τον τελευταίο στίχο του ποιήματος Οι κούφιοι άνθρωποι του Τ.Σ. Έλιοτ, πως τάχα «όλο αυτό θα τελειώσει μ’ ένα κλαψούρισμα», τώρα προφανώς θα είναι υποχρεωμένη να ανασκευάσει τα λόγια της σύμφωνα με την ανεστραμμένη εκδοχή του συγκεκριμένου στίχου από τον μέντορα του Έλιοτ, τον Έζρα Πάουντ, που έγραψε ότι μ’ ένα βρόντο τελειώνει ο κόσμος