Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νίκος Α. Παναγιωτόπουλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νίκος Α. Παναγιωτόπουλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 27 Ιουλίου 2023

Ο Νίκος Α. Παναγιωτόπουλος τώρα «στὸ νυχτερινό οὐρανό-τὴ συνοχή τῶν πάντων»...

 

 

            Ο Νίκος Παναγιωτόπουλος και η Ρίτα Λυτού, με την "πολύτιμη" γάτα τους Φιλοθέη,

            στο σπίτι τους στου Φιλοπάππου, ζωγραφισμένοι από την Λήδα Κοντογιαννοπούλου.

 

Ἀνάμεσα στὴ Χριστιανική προσδοκία τῆς Ἀνάστασης τῶν νεκρῶν

καὶ στὴν ἑλληνική πίστη στὴν Ἀθανασία τῆς ψυχῆς

καὶ ἐμεῖς περιμένουμε καὶ οἱ νεκροὶ περιμένουν.

Πάντως καλά θυμᾶμαι ὅτι

(σημείωσέ το, μοῦ ἐντυπώθηκε)

στὴν Ἀθήνα δὲν ὑπῆρξε οὔτε γέλιο οὔτε εἰρωνεία

ὅταν ὁ Παῦλος μίλησε γιὰ τήν Ἀνάσταση.

…………………………………………………………......................................

Ἕνας βαρύς σκοπός ἀναδύθηκε. Κι ἀπό ἕνα ἠπειρώτικο μοιρολόγι, τὸν Ὀσμάν Τάκα, ἦρθε στὸ νοῦ μου ὁ στίχος: Ἐσὺ κοιμᾶσαι κι ἐγώ νυστάζω· διαβάζοντάς τον ἐσύ ’σαι πεθαμένος κι ἐγώ σὲ ξενυχτῶ, θαύμασα μὲ πόση ἀκρίβεια περιέγραφε τὸν κόσμο μου.*


Ο Νίκος Α. Παναγιωτόπουλος, έγραψε το «ισόβιο» ποίημα-έπος Σύσσημον ή Τα Κεφάλαια, αυτήν την «κρίσιμη καμπή στα γράμματα μας» σύμφωνα με την Φραγκίσκη Αμπαζοπούλου. Ποίημα «ειρκτή» (φάνηκε να διασκεδάζει που το ονόμασα έτσι)  και σκοπός ζωής μαζί. Χρέος και έκφραση, στα πατήματα των μεγάλων εργατών του λόγου. Στην ξανακοιταγμένησυμπληρωμένηολοκληρωμένη του μορφή δεν κατάφερε να το δει τυπωμένο. (Ίσως στο τέλος της χρονιάς αυτό θα γινόταν πραγματικότητα μαζί με άλλα—Ο Γιαραμπής δε θέλησε…).

Σήμερα, την ώρα που ανακοινώθηκε ο θάνατός του,  είχαν αρχίσει ν’ ακούγονται εκρήξεις στην πυρκαγιά της αεροπορικής πτέρυγας μάχης στη Ν. Αγχίαλο. Προσπάθησα να συγκρατήσω τους λυγμούς σκεπτόμενος, για αντιπερισπασμό, τον σατιρικό στίχο του Έζρα Πάουντ που συνομιλεί με τον αντίστοιχο του T.S. Eliot «Μ' ένα λυγμό τελειώνει ο κόσμος»:

Μ’ ἕνα βρόντο τελειώνει ο κόσμος!

 


*Από την προσθήκη στο «Σύσσημον», Θαλασσόκεδρος, που τυπώθηκε ξεχωριστά το 2019 σε μια θαυμάσια έκδοση από το Ροδακιό της Τζούλιας Τσιακίρη. [Οι επισημάνσεις με έντονα στοιχεία δικές μου. Στο κείμενο είναι με πλάγια γραφή].

 

 

 

Κυριακή 1 Μαΐου 2022

Μια παπαρούνα (το εφήμερο ...εφημερεύει) ως αφορμή

 



1η Μαΐου. Μνήμη Αλέξανδρου Παναγούλη

που αντιστάθηκε στα σκοτάδια του Έλληνα

 

Σε παρτέρι του «ακάλυπτου» σήμερα είδα να σκάζουν αυτά τα πρώτα κόκκινα άνθη της παπαρούνας πρώτη του Mαγιού όλο θάρρος. Γιατί θάρρος χρειάζεται να μπορείς ν’ ανθίζεις ενώ γνωρίζεις πως διαρκώς σε καταποδιάζει «το αιώνιο διάβα» που πρόκειται —ούτως ἠ άλλως— να σε περάσει αλλού…

Γιατί ὅλοι εἴμαστε σά νά μήν ὑπήρξαμε ποτέ

Δέ βλέπω τήν ἀκτή τῆς λογικῆς—,

Δέ μπορῶ νά βρῶ τό μίσος κάτω ἀπ’ τά δάκρυα—,

όπως γράφει κι ο αγαπημένος ποιητής Ν. Α. Παναγιωτόπουλος που έφερε «εις πέρας»(;) το ατέρμονο έπος, το ατελεύτητο ποίημα, αυτό το θηριώδες κατόρθωμα της σύγχρονης ελληνικής ποίησης που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Το Ροδακιό σε λίγες μέρες.

 Τα ποιήματα του Παναγιωτόπουλου σαν ιστός αράχνης που απλώνει στο υπόγειο ή στο «αργαστήρι» ενώνει με λεπτές κλωστές -κόκκινες κατά προτίμηση- όλες τις εποχές της ανθρώπινης παρουσίας, τον λόγο, το ανείπωτο  και το ανέκφραστο, και διατρέχουν την ελληνική παράδοση όλη, από τα τεχνήματα των καραβομαραγκών μέχρι τον σκοτεινό Σεφέρη και τον Παπαδιαμάντη, ως τους αρχαίους τραγικούς. Ανάποδο πέρασμα των ποταμών...

Στενό καιρό θ’ ἀνεβῶ το ποτάμι

Γραφείς για το άγραφο, ράφτες που κεντούν τις λέξεις, γέφυρες για να ενωθούν οι κόσμοι, ερεβώδεις αποθήκες σκοτάδια των μυστών, ικανές και για το κάρβουνο και για το διαμάντι.

Από σκοτάδι σε σκοτάδι

Το πνεῦμα κατεβαίνει στην ἄκρη των δακτύλων μας.

Ταπεινά και ασήμαντα λόγια αποθέτω. Ίσως και ολότελα άστοχα. Σε ένα καθόλου δε λαθεύω όμως: στην κοινή μας αγάπη με τον ποιητή για τον Ίωνα Δραγούμη. Το επιβεβαιώνει και το εξομολογητικό του κείμενο στη Lifo—επιμέλεια Στάθη Τσαγκαρουσιάνου όπως υποπτεύομαι [ΚΛΙΚ ΕΔΩ], όπου διαβάζω:

[…] Στη γειτονιά με πρωτόφερε και με σεργιάνισε ο ανεπανάληπτος ζωγράφος Πέρης Ιερεμιάδης ο φιλακόλουθος —«είναι η γειτονιά της Κερένιας Κούκλας του Χρηστομάνου», μου έλεγε, «μπορεί και να ’χουν γυροφέρει ο Ίων Δραγούμης με τη Μαρίκα Κοτοπούλη»— εδώ θα έστηνε τον πάγκο του με της τέχνης τα φαρμάκια και της τέχνης τη σκυτάλη μέσα στο μυθικό ατελιέ του· και θα γινόμασταν γείτονες και φίλοι αχώριστοι·

Ένας ποιητής κι ένας ζωγράφος, που ξέρουν τι τους γίνεται, σχεδιάζουν να μείνουν σε μια γειτονιά στην Αθήνα για να συντροφέψουν τους ίσκιους που κάνουν τη ζωή και τους τόπους ενδιαφέροντες…

Καλώς να μας έρθει λοιπόν ο Μάης με το Σύσσημόν του, όλο μοσχομυριστό μελάνι και σταχωμένο με κόκκινη κλωστή!