Κυριακή 18 Οκτωβρίου 2026

«Μισώ τον Γέιτς»...

 

 

                                    

  

«Μισώ τον Γέιτς· πώς έγινε αυτός έμβλημα της Ιρλανδέζικης γραμματείας;» Απορεί και εξίσταται η νεοτάτη και επιτυχημένη ιρλανδή συγγραφέας Σάλι Ρούνεϊ σε παλιότερη συνέντευξή της στoν Independent. Η συγγραφέας πρόσφατα έστρεψε πάνω της τα φώτα της δημοσιότητας λόγω της απαγόρευσης της κυκλοφορίας των βιβλίων της στη Βρετανία εξ αιτίας της υποστήριξής της στην Palestine Action.  

Θαρρώ πως μια δική της συνέντευξη, πριν μερικά χρόνια, όπου αποκαλούσε μια κι έξω τον Γέιτς «φασίστα», ήταν κι ο λόγος που με ώθησε ν’ αρχίσω αμέσως να μεταφράζω μερικά ποιήματα Γέιτς, της «ώριμης», κυρίως, περιόδου και τέλος να τολμήσω να τα εκδώσω κι όλας. Έτσι περιέσωζα μέσα μου τον Γέιτς μην έχοντας όμως κούφιες φιλοδοξίες ν' αλλάξω τη γνώμη κανενός γι' αυτόν και την τέχνη του. 

Είναι συνηθισμένο και δικαιολογημένο, θεώρησα, επαναστατημένοι και ιδιοφυείς συγγραφείς, όπως ο αλλοπρόσαλλος Αντρέ Μπρετόν, να θέλουν να ρίξουν ακόμα  κι ένα χαστούκι στον εθνικό συγγραφέα της Γαλλίας  Ανατόλ Φρανς που κείτονταν στο φέρετρο. Η, λίαν «επιδραστική» (ίνφλουενς, ινφλουένσερ και ινφλουέντζα έχουν κοινή ρίζα...), Σάλι Ρούνεϊ σκέφτεται ότι της είναι αποκρουστική αυτή η ποιητική κληρονομιά. Δεν αδιαφορεί απλώς. Αποκηρύσσει μετά βδελυγμίας τον Γέιτς και τον στιγματίζει ανεξίτηλα ίσως σε ανθρώπους που δεν  έχουν πιθανότατα καν διαβάσει ποιήματά του  και ασφαλώς δεν έχουν ιδέα για τη ζωή του Γέιτς όπως και τις ιστορικές και κοινωνικές συνθήκες της περιόδου που εκείνος  έζησε. 

Εμένα όμως η στάση της με υποχρεώνει πάντα να επιμένω σώζοντας λίγον ακόμα Γέιτς, στα Ελληνικά–μέσα μου, αφήνοντάς τον να ηχεί πέρα από τους καιρούς και την επικαιρότητα… 

 

 

W.B. YEATS

Που πηγαίνουν τα βιβλία μου.

 
Όλες οι λέξεις που αρθρώνω,

Κι όλες οι λέξεις που γράφω,

Πρέπει να  ξεδιπλώσουν ακούραστα τις φτερούγες τους

Χωρίς αναπαμό στο ατέρμονο πέταγμά τους

Μέχρι να φτάσουν στην βαριοθλιμμένη σου καρδιά 

Και να σου τραγουδήσουν μέσα στη νύχτα

Πέρα από κει που τα νερά τρέχουν

Σκοτεινιασμένα από την καταιγίδα

ή λαμπερά απ’ τ’ άστρα.

 
                                                 
London, January 1892.

                                       
           [Μετάφραση:  Νώντας Τσίγκας]

 

 

WHERE MY BOOKS GO.

 

All the words that I utter,

And all the words that I write,

Must spread out their wings untiring,

And never rest in their flight,

Till they come where your sad, sad

heart is,

And sing to you in the night,

Beyond where the waters are moving,

Storm darkened or starry bright.

 

LONDON, January 1892.

 

                       

               Βιβλιοπωλείο public ΚΛΙΚ
 

 

Τετάρτη 14 Οκτωβρίου 2026

Το πρώτο δημοσιευμένο ποίημά της...

 
 

Η (διαρκώς) απρόβλεπτη ζωή και έργο της Αν Κάρσον 

                                                                                                                       

Anne Carson  

ΒΡΑΒΕΙΟ ΝΟΜΠΕΛ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ 2026

 

                  

          Ἀποστολική Πόλη

 

Ὕστερα ἀπό τὸν θάνατό σου.

Φυσοῦσε κάθε μέρα.

Κάθε μέρα.

Μᾶς ἀπωθοῦσε σὰν τεῖχος.

Προχωρούσαμε. Φωνάζοντας ὁ ἕνας κατά τὴ μεριά τοῦ ἄλλου.

Κατά μῆκος τοῦ δρόμου.

Ἦταν μάταιο.

Τὰ ἄδεια διαστήματα ἀνάμεσά μας. Σκλήρυναν.

Εἶναι ἄδεια χωρίσματα.

Κι ὅμως εἶναι συμπαγῆ.

Καὶ μαῦρα καὶ ὀδυνηρά.

Ὅπως τὰ χάσματα ἀνάμεσα στὰ δόντια.

Μιᾶς γριᾶς γυναίκας.

Ποὺ τὴν εἶχες γνωρίσει χρόνια πρίν.

Ὅταν ἦταν.

Ὄμορφη μὲ τὰ νεῦρα νὰ ξεχύνονται μέσα της σὰν τή φωτιά στὴ μέση τοῦ παλατιοῦ.

 

                                  «The Life of Towns» [in: Plainwaters], 1995

   MEΤΑΦΡΑΣΗ: NΩΝΤΑΣ ΤΣΙΓΚΑΣ 

 Apostle Town

 

After your death.

It was windy every day.

Every day.

Opposed us like a wall.

We went.

Shouting sideways at one another.

Along the road.

It was useless.

The spaces between us.

Got hard.

They are empty spaces.

And yet they are solid.

And black and grievous.

As gaps between the teeth.

Of an old woman.

You knew years ago.

When she was.

Beautiful the nerves pouring around in her like palace fire.

 

 

 

Σάββατο 10 Οκτωβρίου 2026

Φιλόθεος

   

                                  

                     

 

ΣΧΟΛΙΑΣΤΗΚΕ ΠΟΙΚΛΟΤΡΟΠΩΣ, και στους στενούς συντηρητικούς κύκλους μάλλον δυσμενώς, το βίντεο που κυκλοφόρησε καθυστερημένα από την επίσκεψη του μητροπολίτη Θεσσαλονίκης στη Μονή της Αγίας Άννης, στο Αγιονόρος, το φετινό καλοκαίρι. 

Εκεί, στην Τράπεζα της Μονής, ο μητροπολίτης καθισμένος στο κεφαλάρι του τραπεζιού, αρχίζει και τραγουδά το «Στο ’πα και στο ξαναλέω», το θαυμάσιο αυτό νησιώτικο δημοτικό μας τραγούδι. Φέρνει το χέρι με τον δείκτη του κοντά στον κρόταφο και τραγουδά τους πρώτους στίχους. Τον ακολουθούν, ύστερα από νεύμα του, στην επανάληψη,  οι συνδαιτυμόνες κληρικοί, ίσως και καλόγεροι που δεν φαίνονται στην οθόνη. 

Ο Φιλόθεος, δώρο ανεκτίμητο  της εκκλησίας στην πόλη της Θεσσαλονίκης ύστερα από δεκαετίες, έχει ωραία φωνή και τον ακούω με ευχαρίστηση στις λειτουργίες που χοροστατεί. Βλέπω εδώ πως κλείνει τα μάτια όταν τραγουδά. 

Όταν κλείνουν τα μάτια και τραγουδούν οι τραγουδιστές, τότε και μόνον τότε, με πείθουν πως αισθάνονται το τραγούδι που λένε. Αλλιώς «κρατώ πισινή» και «δεν με παίρνει μαζί του» ο τραγουδιστής με το ανοιγμένο διάπλατα στόμα, με την καλή και δυνατή φωνή και την κλειστή και άβαθη καρδιά...

Εδώ, θαρρώ πως ο Φιλόθεος προσεύχεται την ίδια ακριβώς στιγμή. Ίσως ο σπαρακτικότερος στίχος που τον δονεί ως τα βάθη να είναι:

Στο ’πα και στο ξαναλέω μη μου γράφεις γράμματα

γιατί γράμματα δεν ξέρω και με πιάνουν κλάματα

(Κι ο νοών νοείτω τι θέλει να πει αυτό…)

Αυτό που αντιλαμβάνομαι επίσης, με το φτωχό μου νου, είναι πως ο Φιλόθεος στο τραγούδι αυτό με κλειστά μάτια μάλλον απαγγέλει μαζί και τον στίχο «Πάντα ανοιχτά πάντ’ άγρυπνα τα μάτια της ψυχής μου» (Σολωμός, Ελεύθεροι πολιορκημένοι). Και για τούτο, αλλά και γι’ άλλους δικούς μου λόγους, τον αγαπώ διπλά και τρίδιπλα αυτόν τον ιερωμένο…