
«Μισώ τον Γέιτς· πώς έγινε αυτός έμβλημα της Ιρλανδέζικης γραμματείας;» Απορεί και εξίσταται η νεοτάτη και επιτυχημένη ιρλανδή συγγραφέας Σάλι Ρούνεϊ σε παλιότερη συνέντευξή της στoν Independent. Η συγγραφέας πρόσφατα έστρεψε πάνω της τα φώτα της δημοσιότητας λόγω της απαγόρευσης της κυκλοφορίας των βιβλίων της στη Βρετανία εξ αιτίας της υποστήριξής της στην Palestine Action.
Θαρρώ πως μια δική της συνέντευξη, πριν μερικά χρόνια, όπου αποκαλούσε μια κι έξω τον Γέιτς «φασίστα», ήταν κι ο λόγος που με ώθησε ν’ αρχίσω αμέσως να μεταφράζω μερικά ποιήματα Γέιτς, της «ώριμης», κυρίως, περιόδου και τέλος να τολμήσω να τα εκδώσω κι όλας. Έτσι περιέσωζα μέσα μου τον Γέιτς μην έχοντας όμως κούφιες φιλοδοξίες ν' αλλάξω τη γνώμη κανενός γι' αυτόν και την τέχνη του.
Είναι συνηθισμένο και δικαιολογημένο, θεώρησα, επαναστατημένοι και ιδιοφυείς συγγραφείς, όπως ο αλλοπρόσαλλος Αντρέ Μπρετόν, να θέλουν να ρίξουν ακόμα κι ένα χαστούκι στον εθνικό συγγραφέα της Γαλλίας Ανατόλ Φρανς που κείτονταν στο φέρετρο. Η, λίαν «επιδραστική» (ίνφλουενς, ινφλουένσερ και ινφλουέντζα έχουν κοινή ρίζα...), Σάλι Ρούνεϊ σκέφτεται ότι της είναι αποκρουστική αυτή η ποιητική κληρονομιά. Δεν αδιαφορεί απλώς. Αποκηρύσσει μετά βδελυγμίας τον Γέιτς και τον στιγματίζει ανεξίτηλα ίσως σε ανθρώπους που δεν έχουν πιθανότατα καν διαβάσει ποιήματά του και ασφαλώς δεν έχουν ιδέα για τη ζωή του Γέιτς όπως και τις ιστορικές και κοινωνικές συνθήκες της περιόδου που εκείνος έζησε.
Εμένα όμως η στάση της με υποχρεώνει πάντα να επιμένω σώζοντας λίγον ακόμα Γέιτς, στα Ελληνικά–μέσα μου, αφήνοντάς τον να ηχεί πέρα από τους καιρούς και την επικαιρότητα…
W.B.
YEATS
Που πηγαίνουν τα βιβλία μου.
Όλες οι λέξεις που αρθρώνω,
Κι όλες οι λέξεις που γράφω,
Πρέπει να ξεδιπλώσουν ακούραστα τις φτερούγες τους
Χωρίς αναπαμό στο ατέρμονο πέταγμά τους
Μέχρι να φτάσουν στην βαριοθλιμμένη σου καρδιά
Και να σου τραγουδήσουν μέσα στη νύχτα
Πέρα από κει που τα νερά τρέχουν
Σκοτεινιασμένα από την καταιγίδα
ή λαμπερά απ’ τ’ άστρα.
London, January 1892.
[Μετάφραση: Νώντας Τσίγκας]
WHERE MY BOOKS GO.
All the words that I utter,
And all the words that I write,
Must spread out their wings untiring,
And never rest in their flight,
Till they come where your sad, sad
heart is,
And sing to you in the night,
Beyond where the waters are moving,
Storm darkened or starry bright.
LONDON, January
1892.

