Κυριακή 2 Αυγούστου 2026

Άφωνος φονιάς στο Δίον...

 

 

 

 

 ΩΔΕΙΟΝ ΠΑΡΟ...ΔΙΟΝ 

 

Άφωνος φονιάς  στο θέρος

—του Μητσιά ο Γιάννης μέρος,

και δικό μας-της ζωής μας—

Να το πω δε θα ’ναι κρίμας.

 

«Νο πασαράν» οι βάρβαροι

μα κι οι τραγουδιστάδες

που θέλουν του αισθήματος

να γίνουν θεριστάδες!

  

Τον Παλαμά σαν έθαβαν,

στης κατοχής τα χρόνια,

οι φίλοι οι πνευματικοί

βρόντηξαν σαν κανόνια.

 

Είπαν λοιπόν του Λέανδρου

—που ήταν ο υιός του—

«Εμείς θα το ’νε θάψουμε

Σε μας ανήκει ατός του»

 

Και στον καημένο τον Μητσιά,

μες στο καλοκαιράκι,

λέει «του απηγόρευσαν»

να πει το τραγουδάκι.

 

Του Χατζηδάκι ο υιός

—λόγοι που δεν με μέλει—

εις τον Μητσιά επέβαλαν

στίχους να απαγγείλει.

 

Δεν ετραγούδησε λοιπόν

τον Μάνο Χατζηδάκι

μόν’ διάβασε με σεβασμό

του Γκάτσου το στιχάκι.

 

«Ο Γιάννης ο φονιάς» χωρίς

φωνή σαν του Μανώλη

είναι  σαν μια ροδακινιά

στέρφα στο περιβόλι.

 

«Τα δικαιώματα» λοιπόν

κι η μείζων αυστηρότης

το έργο δεν στηρίζουνε

κι επικρατεί ωμότης.

 

 

 

 

Σάββατο 11 Ιουλίου 2026

«…ο πολυδάκρυτος τρυγιέται θέρος»

                                             


                                                 

 

Τι ν απαντήσει κανείς σ αυτό το αναίσθητο (ανθρώπινο;) κατασκεύασμα, τον φρικτό οιηματία νάρκισσο.... Ας αφήσουμε να μιλήσει, η αποκτημένη πείρα των χιλιετηρίδων και των περασμένων πολιτισμών, οι κύκλοι  του χρόνου και της ζωής. Και ...το φάντασμα του Δαρείου από τους «Πέρσες» του Αισχύλου (στιχ. 800-832), στη μετάφραση του Ι. Ν. Γρυπάρη:

 

[…] αν κανείς πρέπει

στις προφητείες τις θεϊκές να δίνει πίστη

βλέποντας όσα βγήκαν ως τα τώρ αλήθεια,

γιατί δεν αληθεύουν άλλες, κι άλλες όχι.

Κι αν έτσ είναι, στηρίχτηκε σ ελπίδες κούφιες

π άφησ ο Ξέρξης διαλεχτό στρατού εκεί πλήθος·

και τώρα μένουν όπου ο Ασωπός ποτίζει

τον κάμπο, θρέφοντας την γη των Βοιωτών του.

Κι εδώ είναι η πιο χειρότερη που τους προσμένει

να πάθουν συμφορά, για την αποκοτιά τους

και τ άθεα τα φρονήματα· γιατί σαν ήρθαν

στης Ελλάδας τη γη, δεν κρατήθηκαν χέρι

στ αγάλματα των θεών ιερόσυλο μη βάλουν

και φωτιά στους ναούς· και τώρα είν οι βωμοί τους

αφανισμένοι και συθέμελα απ τη ρίζα

των θεών τ άγια ανάκατα στη γη στρωμένα.

Απ όσα λοιπόν έπραξαν, όχι πιο λίγα

κακά παθαίνουν, κι άλλα μέλλουνται, κι ακόμα

πάτο δε βρήκε η συμφορά, μα όλο ανεβαίνει·

τόση σφαγή θενα γενεί κι αιμάτου πήχτρα

στη γη των Πλαταιών από τη δώρια λόγχη,

που ως την τριτόσπαρτη γενιά των νεκρών στοίβες

άφωνα θενά λεν στα μάτια όσων τις βλέπουν,

πως άνθρωπος θνητός δεν πρέπει να το παίρνει

απάνω του παρά πολύ, γιατ η περφάνεια

μεστώνοντας καρποφοράει ολέθρου στάχυ,

απούθε ο πολυδάκρυτος τρυγιέται θέρος.

Την τέτοια λοιπόν βλέποντας την πλερωμή τους,

μη ξεχνάτε την Αθήνα και την Ελλάδα

κι ας μην καταφρονά κανείς τ αγαθά πχει,

μην πάει και χάσει, άλλα ζηλεύοντας, το βιο του.

γιατί βαρύς κριτής στέκει από πάνω ο Δίας

που την υπέρμετρη έπαρση σκληρά κολάζει.

Εσείς λοιπόν, αφού του λείπει εκείνου η γνώση,

στα σύγκαλά του φέρτε τον με νουθεσίες,

μην την αντίθεη τύφλωση του νου του αφήσει

και τη θρασειά του αποκοτιά [...]