Πέμπτη 30 Νοεμβρίου 2023

«Μόνο περνούμε σαν φτωχοί τραγουδιστές...»

 

 


Το 1977, δούλευα 12 μέχρι 15 ώρες τη μέρα, επί  εφτά μέρες τη βδομάδα,  κι έπαιρνα 400 δραχμές βδομαδιάτικο. (Τι και πως μη τα ρωτάτε). Χρόνια της μεταπολίτευσης και ανακαλύπταμε σιγά σιγά όσα η επάρατος κακόχρονο νάχει– επταετία είχε εξαφανίσει-καταλύσει. Έτσι και τον Βασίλη Βασιλικό, έτσι και το «Ζ» του, έτσι και τα λοιπά... Θυμάμαι που χα δώσει  40 δραχμές για το «Εκτός των τειχών» και 90 για το «Ζ». Από τα πρώτα βιβλία που με δικά μου λεφτά μπόρεσα ν' αγοράσω. Τα ’χω ακόμα-σε καλή κατάσταση. Μισόν αιώνα μετρούν πια… 

Αργότερα, ακολούθησαν κι άλλα δικά του όμως τον Βασίλη Βασιλικό έπαψα να τον παρακολουθώ με το ίδιο ενδιαφέρον. Είχα έναν δαιμόνιο φίλο –καλή του ώρα κι αυτόν εκεί που είναι τώρα– που μου τον κακολογούσε συνέχεια και με έβαζε φιτίλια: «ο προχειρογράφος», «αυτός με τη δημοσιογραφική πένα του κασετόφωνου» κλπ κλπ. «Όσα δε φτάνει η αλεπού…» του ’λεγα αλλά όλο και κάτι με πετύχαινε στο ψαχνό από τα φαρμάκια του.

Ήταν φυσικά, ο Βασιλικός στη νέα εποχή και ο Καζαντζάκης στην παλιότερη, που έμαθαν τους Έλληνες συγγραφείς πως πρέπει να πληρώνονται γι’ αυτό που κάνουν. Κι ο Καζαντζάκης ασφαλώς πήρε «θέσεις», «οφίκια»  (επικεφαλής της διεθνούς βοήθειας στην Κριμαία) και ο Βασιλικός έγινε ευρωβουλευτής και πρεσβευτής μας στην UNESCO και με εκπομπές στην τηλεόραση κλπ. και δόξες πολλές άλλες αποκόμισε. Ήταν όμως, προ παντός, ΕΡΓΑΤΗΣ ο άνθρωπος. Επομένως, αυτό κρατώ από τον βίο του και το ότι γενικώς «δεν μας γέμισε αλογόμυγες!».

Ήταν ο Βασίλης Βασιλικός. Και πέθανε σήμερα πλήρης ημερών και δόξης επιγείου. Με ένα δικό του, νεανικό, ποίημα τον αποχαιρετώ:

 

Κι ας μη νομίζουμε πως είμαστε μεγάλοι,

τρανοί, υπερκόσμιοι κι αθάνατοι ποιητές,

Περνούμε εμείς, έρχονται πίσω άλλοι

κι όλοι μας είμαστε φτωχοί τραγουδιστές.

Ξεπέσαμε -πουλιά αποπλανεμένα-

στη γη. Κι αναρωτιόμαστε: «που πάμε;».

Κι εκεί που άλλοι μισούνε -μάταιη έννοια-

τις ομορφάδες της, περνώντας τραγουδάμε.

Αδιόρθωτοι κι ανώφελοι νεφοπαρμένοι

-κι ίσως για σε, αναγνώστη, να 'μαστε τρελοί-

μας τυραννά στο διάβα μας η σκέψη: «τι απομένει;»

κι ένα αναπάντητο κι ασίγαστο «γιατί;»

Κι έτσι φεύγουμε εμείς. Μας ακολουθάνε άλλοι.

Με άλλα τραγούδια τραγουδούν τις ομορφιές.

Δεν είμαστε τρανοί, δεν είμαστε μεγάλοι

Μόνο περνούμε σαν φτωχοί τραγουδιστές.

 

 

                                        Ο  Βασ. Βασιλικός, το 2015, στη Δ.Ε.Β.Θ (φωτ. ΝΤ)

 

 

Δευτέρα 27 Νοεμβρίου 2023

Μια Καρυάτις πλήττει στο Λονδίνο...

(...και τι να καταλάβει ο Σούνακ τώρα, μου λες;)

 

                                                 

 

 Νομικά, είναι ιδιοκτησία των διαχειριστών του Βρετανικού Μουσείου. Υποστηρίζουμε πλήρως αυτή τη θέση - πράγματι ο Νόμος του Βρετανικού Μουσείου απαγορεύει την αφαίρεση αντικειμένων από τη συλλογή του μουσείου. Δεν έχουμε πλάνα για να αλλάξουμε τη νομοθεσία […]  ο κόσμος έρχεται τακτικά στη Βρετανία για να δει τα Γλυπτά του Παρθενώνα.

Ρίσι Σούνακ, Πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου

 

 

Βρετανικό μουσείο (Ελγίνου μάρμαρα)*

 

                                     της Κικής Δημουλά

 

Στην ψυχρή του Μουσείου αίθουσα

την κλεμμένη, ωραία, κοιτώ

μοναχή Καρυάτιδα.

Το σκοτεινό γλυκύ της βλέμμα

επίμονα εστραμμένο έχει

στο σφριγηλό του Διονύσου σώμα

(σε στάση ηδυπαθείας σμιλευμένο)

που δυό βήματα μόνον απέχει.

Το βλέμμα το δικό του έχει πέσει

στη δυνατή της κόρης μέση.

Πολυετές ειδύλλιον υποπτεύομαι|

τους δυό αυτούς να 'χει ενώσει.

Κι έτσι, όταν το βράδυ η αίθουσα αδειάζει

απ' τους πολλούς, τους θορυβώδεις επισκέπτες,

τον Διόνυσο φαντάζομαι

προσεκτικά απ' τη θέση του να εγείρεται

των διπλανών γλυπτών και αγαλμάτων

την υποψία μην κινήσει,

κι όλος παλμό να σύρεται

τη συστολή της Καρυάτιδας

με οίνον και με χάδια να λυγίσει.

 

Δεν αποκλείεται όμως έξω να 'χω πέσει.

Μιαν άλλη σχέση ίσως να τους δένει

πιο δυνατή, πιο πονεμένη:

Τις χειμωνιάτικες βραδιές

και τις εξαίσιες του Αυγούστου νύχτες

τους βλέπω,

απ' τα ψηλά να κατεβαίνουν βάθρα τους,

της μέρας αποβάλλοντας το τυπικό τους ύφος,

με νοσταλγίας στεναγμούς και δάκρυα

τους Παρθενώνες και τα Ερεχθεία που στερήθηκαν

στη μνήμη τους με πάθος ν' ανεγείρουν.

 

*Ποιήματα, Ίκαρος, Αθήνα 2005 , σ. 36-37

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Σάββατο 25 Νοεμβρίου 2023

Ενθρόνιση

 

 


 

Μέρες πριν, έβλεπα την ζωηρή κινητικότητα, τον ευπρεπισμό, το δραστήριο καταβρεχτήρι των δρόμων με υψηλή πίεση που σε πετύχαινε –όχι παίζουμε!– και στην άλλη μεριά του πεζοδρομίου, το μεγάλο πανό στο κιγκλίδωμα πλάι στην είσοδο του Ιερού Ναού της Αγίας της του Θεού Σοφίας, τον σημαιοστολισμό με το δικέφαλο αετό και τα μικρά (κινέζικα) γαλανόλευκα ή κίτρινα  τριγωνικά σημαιάκια, τα γαλάζια διαχωριστικά παραπετάσματα για τα ερίφια και τους αμνούς. (Το αυτοκρατορικό χαλί με το κρασάτο χρώμα, όχι, δεν το είδα). Της μεγαλοπρεπούς τελετής ενθρονίσεως προοίμια. 

Ακολούθησε, το κλείσιμο των δρόμων την κατάλληλη στιγμή, η άφιξη του ποιμνίου από τις μητροπόλεις ομόρων Νέων Χωρών, η μαζική προσέλευση των επίσημων. Ο μητροπολίτης Φιλόθεος, ευθυτενής, ηδύφωνος και σοβαρός, κατά την ενθρόνισή του, απευθυνόμενος στους νέους, απήγγειλε Νίκο Πορτοκάλογλου. Για τους γεροντότερους φύλαξε λιγάκι αποκαμωμένο Σεφέρη. 

Αλλά, σαν έφυγαν οι επίσημοι και οι ξένοι, σε μια μικρή ομήγυρη με κλειστό μικρόφωνο και φωνή παλλόμενη από συγκίνηση, είμαι σχεδόν βέβαιος πως ο δεσπότης θα απάγγειλε το ποίημα του ΥΠΟΕΚΤΙΜΗΜΕΝΟΥ ποιητή Μαρίνου Χαραλάμπους (μακαρίτη εδώ και χρόνια βέβαια–γιατί καλύτεροι ποιητές είναι οι νεκροί ποιητές!)  «Απολογισμός»*:

 

Θεσσαλονίκη, πολύ μοῦ ἔλειψες·

ἦταν πολύ δυό καλοκαίρια μακριά σου

μὰ περισσότερο μοῦ ἔλειψαν

οἱ γνώριμες φωνές σου στὴ Μοδιάνο,

οἱ δηκτικές ὀσμές ἁλμύρας καὶ σκόρδου

χυμένες στοὺς δρόμους στὸ Καπάνι,

οἱ μυρωδιές τοῦ τόπου μου

ἀνάκατες μὲ θυμιατά καὶ μοσχολίβανο,

πουλιά καὶ λαμπάδες.

 

 


 

 *Μαρίνος Χαραλάμπους, Οι φωνές των δρόμων,Εκδόσεις Διαγωνίου, Θεσσαλονίκη 1971.