Τρίτη 6 Δεκεμβρίου 2022

Ο «γύφτος» Γρηγορόπουλος…

 

 


Ρομά, δεκαέξι ετών, πατέρας παιδιού δεκαοκτώ μηνών, κλινικά νεκρός σε ΜΕΘ, για κλοπή βενζίνης αξίας είκοσι ευρώ… «Οι Άθλιοι» του Β. Ουγκώ σε χειρότερη εκδοχή…

Το κέντρο επιχείρησης της «ομάδας Ζ» ήταν το βενζινάδικο! Εκεί η καταγγελία της κλοπής, εκεί και η οργάνωση της καταδίωξης. Η σφαίρα στο ινίο του εφήβου… Γίνεται «εμβολισμός του περιπολικού» με την όπισθεν;

Κάποιος ξανά παίζει στα ζάρια την κοινωνική έκρηξη. Θ’ αφήσουμε τα «όργανα» να κάνουν κουμάντο;

 

 

 

 

 

Σάββατο 3 Δεκεμβρίου 2022

Ο κουνουποκτόνος


 



Οι παλαιότεροι γιατροί, κατά την κλινική εξέταση,  παράγγελναν από τον ασθενή το γνωστό τοις πάσι «βήξε κι ανάσανε και πες “τριαντατρία-τριαντατρία-τριαντατρία”». Ο Π. Γύπαρης φαίνεται, χωρίς να του το ζητάει κανείς, του άρεσε έτσι όπως ανάπνεε, να αραδιάζει σαν τα τριάντα τριάρια των ασθενών τις παληκαριές και τα ανδραγαθήματά του είτε προφορικά είτε …αφήνοντάς τα σαν κουτσουλιές σε βιβλία που είχε και το θράσος να τα τυπώνει κιόλας. 

    Δεν ήξερα βέβαια πως ο μακαρίτης Μεσσήνιος  συγγραφέας Κώστας Αθάνατος τού άστραψε του Γύπαρη κάποια στιγμή έναν φούσκο  «εν μέση οδώ». Θα ήθελα να είμαι από κάπου να το έβλεπα αυτό το χαστούκι στον σωματοφύλακα —επί το ορθότερον: «μπράβο» για να τα λέμε με τ’  όνομά τους τα πράγματα, ας μην ντρεπόμαστε τώρα— του Βενιζέλου. Δεν ήξερα επίσης πως ̶ για λόγους άγνωστους ̶  είχε καλέσει σε μονομαχία το γιατρό Βασίλη Μιχαλέα από τη Μάνη και πως ο «Εθνάρχης», με παρέμβασή του, εξημέρωσε τα ήθη και η μονομαχία αυτή ματαιώθηκε. 

        Πιο κάτω, τον Παυλή Γύπαρη, τον περιποιείται, στο φ. με αρ. 4  του 1933 στην «Παπαρούνα» του, ο Πολ Νορ (Νίκος Νικολαΐδης) ως …χιουμορίστα-φονιά. Ένα από τα «κουνούπια» του Γύπαρη όπως αντιλαμβάνεστε ήταν και ο Ίων Δραγούμης…

 

ΑΛΩΝΙ ΤΗΣ «ΠΑΠΑΡΟΥΝΑΣ»

ΑΙ ΚΑΙΝΟΤΟΜΙΑΙ ΤΗΣ «ΠΑΠΑΡΟΥΝΑΣ»

__________

Ο κ. ΓΥΠΑΡΗΣ ΩΣ ΕΥΘΥΜΟΓΡΑΦΟΣ._ ΠΩΣ ΤΟΥ ΗΡΘΕ ΤΟ ΞΑ-

ΦΝΙΚΟ._ Ο ΘΕΟΣ ΝΑ ΣΕ ΦΥΛΑΗ ΑΠΟ ΤΟ ΑΔΙΚΟ

_____________

Παρουσιάζουμε σήμερα, σύμφωνα μέ τήν ὑπόσχεση πού εἴχαμε δώσει στό προηγούμενο φύλλο της «Παπαρούνας» τόν κ. Παύλο Γύπαρη ὡς εὐθυμογράφο. Ὁ κ. Γύπαρης, ὁ γνωστός ὁπλαρχηγός, συνηθίζει κατά τάς ὥρας τῆς σχόλης του καί ὅταν ἔχει ἐκτελέσει τό πρόγραμμα τῶν καθημερινῶν του φόνων, νά ἐπιδίδεται στή σάτιρα. Ὁ κ. Π. Γύπαρης ἔχει ἑτοίμους πρός ἔκδοσιν καμπόσους τόμους εὐθυμογραφημάτων εἰς τά ὁποία μέ περισσήν χάριν καί γοητευτικήν φαιδρότητα ἐκθέτει πῶς ἐφόνευσε τά 3.333.333 θύματά του καί πῶς ηὑφραίνετο μέ τό θέαμα τοῦ ψυχορραγήματός των. Ὁ κ. Γύπαρης μετριοφρόνως φερόμενος ὁμιλεῖ περί 3.333.333 «κουνουπιῶν, ἡ δέ μετριοφροσύνη του ὅμως αὔτη δέν ἐξαπατᾷ κανένα. Εἴμεθα εἰς θέσιν νά γνωρίζομεν ὅτι δέν πρόκειται περί κουνουπιῶν, ἄλλά περί καλῶς ἐννοουμένων ἀνθρώπων, εἰς τούς ὁποίους ὁ γενναιότερος ὁπλαρχηγός, ἔχει χαρίσει τόν παράδεισον.

       Μέ τρόμον εἰς τήν ψυχήν συναντήσαμεν τόν κ. Γύπαρην εἰς τήν αἴθουσαν ἑνός ζαχαροπλαστείου παρά τά Χαυτεῖα. Ὁ φίλος ὁπλαρχηγός, ἐπί τῇ θέᾳ μας, ἐξερράγη εἰς ἐπιφωνήματα χαρᾶς.

       —Τί γίνεσθε ἀγαπητέ; Ἐδιάβασα στήν «Παπαρούνα» σας πού με ἀναγγέλατε γιά εὐθυμογράφο στό ἑπόμενο φύλλο σας.

       —Συγγνώμην, καπετάνιο, ἐψιθυρίσαμε. Θά πρόκειται περί τυπογραφικοῦ λάθους…

       —Μή ζητᾶτε νά δικαιολογηθῆτε φίλτατε! Σᾶς ἐννοῶ πολύ καλά. Ἐπειδή ἐπιστέψατε καί σεῖς στό θρῦλο, ὅτι δέν κάνω στή ζωή μου τίποτ’ ἄλλο παρά νά σκοτώνω κουνούπια ἀπό τό πρωΐ ὡς τό βράδυ, ἐνομίσατε ὅτι θά ἦταν πολύ ἀστεῖο νά βάλετε τούς ἀναγνῶστας σας νά με φαντασθοῦν ὡς εὐθυμογράφο. Τί θά λέγατε λοιπόν ἄν σᾶς ἐβεβαίωνα ὅτι δέν ἐπέσατε ἔξω καί ὅτι πραγματικά ἔχω σκαρώσει μερικά εὐθυμογραφήματα;

        —Μήπως ἔχετε γράψει τήν Ἱστορία τῆς μονομαχίας σας μέ τον κ. Μιχαλέα;

        —Ὄχι ἀκόμη, εἶπε ὁ καπετάν Παῦλος. Ἀλλά ἔχω κάτι ἄλλα καλά κομμάτια πού θά γελάσῃ ὁ διάολος ὁ ὀρετσίνατος καί τοῦ παπᾶ ἡ γουρούνα, σάν θά μποῦν στήν «Παπαροῦνα».

         Συγχαρήκαμε τόν κ. Γύπαρη γιά τόν ὡραῖο ἄν καί ἀκούσιο στίχο του καί τόν ξαναρωτήσαμε.

        —Εἶνε ἀλήθεια κ. Γύπαρη, ὅτι κάποτε σᾶς ἐμπάτσισε ἐν μέσῃ ὁδῷ ὁ κ. Κώστας Ἀθάνατος;

         Εἰς τό ἄκουσμα τοῦ ὀνόματος αὐτοῦ ὁ κ. Γύπαρης ἐπήδησε ἀπάνω στό κάθισμά του.

         —Ἄς μήν ἐλέγετο Ἀθάνατος ὁ κ. Ἀθάνατος, εἶπε ὁ κ. Γύπαρης καί ὁ ἄνθρωπος αὐτός εἶνε ζήτημα ἄν θά ζοῦσε σήμερα.

         Ἦτο τόσο μελίχια ἡ ἔκφραση τοῦ καπετάνου, λέγοντας αὐτάς τάς λέξεις, ὥστε ὅταν συνήλθαμε, εὑρεθήκαμε στόν παράδεισο…