Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τσιγκας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τσιγκας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 30 Σεπτεμβρίου 2014

[...]" μια ζυγαριά ανάμεσα στους νεκρούς και στους ζωντανούς"...

(σχόλια στον "Εποχιακό διανομέα" και ...μια παραίνεση για τον συγγραφέα του)



                                                                                      του ΙΣΙΔΩΡΟΥ ΖΟΥΡΓΟΥ*




     
             Φίλες και φίλοι καλησπέρα,
     

      Πολλές φορές τα τελευταία χρόνια έχω ακούσει τον συγγραφέα Θανάση Τριαρίδη, που είναι απόψε ανάμεσά μας, όταν τύχαινε να παρουσιάζει το έργο κάποιου φίλου να ξεκινάει ως εξής: Είμαι φίλος του και γι’ αυτό μη με πιστεύετε, σας το δηλώνω προκαταβολικά πως είναι φίλος μου γι’ αυτό μη πιστεύετε λέξη από ό,τι θα ακούσετε.

       Απόψε θα αναφερθώ στον «εποχιακό διανομέα» με λίγες λέξεις  αλλά σας καλώ εξαρχής να με πιστέψετε, και παρότι ο Τσίγκας είναι αδελφικός μου φίλος, μπορώ να ορκιστώ ότι θα πω την αλήθεια και μόνο την αλήθεια.


    Διαβάζοντας τον «εποχιακό διανομέα» γκρίνιαξα από μέσα μου και είπα: Μόλις αυτός ο άνθρωπος γράψει μερικά δεκαεξασέλιδα τρέχει και τα κάνει αμέσως βιβλίο. Έτσι είναι ο συγγραφέας για τον οποίο μιλάμε σήμερα, παρορμητικός ως παιδί, ως νηπιάζων ενηλικιαζόμενος, φοβικός στην ίδια του την έμπνευση, στο ίδιο του το ταλέντο που είναι καλλίγραμμο άτι, αυτό που το μαζεύει απ’ τα λιβάδια με το πρώτο σούρουπο και βιάζεται να το μαντρώσει σε μια έκδοση ενώ αυτό ως καθαρόαιμο έχει μόλις αρχίσει να ξεμουδιάζει και φρουμάζει αδημονώντας να διασχίσει κάμπους. Αυτό σκέφτηκα όταν πρωτοδιάβασα το βιβλίο.

     Στον «εποχιακό διανομέα» πάντως, για να φτάσουμε και στο δια ταύτα, βρήκα κάτι απ’ αυτά που περίμενα χρόνια να διαβάσω, απ’ αυτά που θα ήθελα και εγώ ο ίδιος να ’χα γράψει. 


Πρώτα απ’ όλα σελίδες ζατελικού ποιητικού λόγου με τη μυρωδιά της μακεδονικής γης. Ένιωσα πολλές φορές πως οι πεθαμένοι ήρωες του Βογατσικού, αυτοί οι καθημερινοί χωριανοί της παιδικής του ηλικίας, συναντιούνται με τους ξωμάχους του Σοχού της Ζυράνας Ζατέλη και πίνουν κρασί μπρούσκο στο εντευκτήριο του κάτω κόσμου.

         Βρήκα ακόμη τα υγρά υπόγεια των ποιητών που μετρούν τους σφυγμούς του χρόνου με τα βήματα των περαστικών μπροστά απ’ τα καγκελωτά τους παράθυρα. Αντί για ρολόγια και δευτερόλεπτα μετρούν τον χρόνο με παπούτσια, αντρικά και γυναικεία, που καλπάζουν στα πεζοδρόμια, παπούτσια ξεκάλτσωτα, μπότες, πέδιλα …Του λείπει πολύ ο Καρούζος του Νώντα αν και δεν πρόλαβε να του σφίξει το χέρι. 

        Σ’ αυτό το μικρό βιβλίο βρήκα εντέλει μια ζυγαριά ανάμεσα στους νεκρούς και στους ζωντανούς, έναν ζυγό που ισορροπεί με τον έναν δίσκο γεμάτο ψυχές αποβιωσάντων και με τον άλλο ξέχειλο πέταλα ανθέων από τον Επιτάφιο.

     Στον εποχιακό διανομέα υπάρχουν όμως και οι ζωντανοί, όπως οι νεομετανάστες που γεμίζουν μουσική τους έρημους σταθμούς, τη δικιά μας μουσική, γιατί ο Βιβάλντι είναι όλης της Ευρώπης, τα παιδιά μας που ξενιτεύονται αυτά τα χρόνια είναι παιδιά της Ευρώπης. Υπάρχουν επίσης στη συλλογή οι εξαμηνίτες συμβασιούχοι των ταχυδρομείων, αμήχανοι και δυσπροσάρμοστοι στα μηχανικά μοτίβα της ζωής, διανομείς ίδιοι πελαργοί που ανά πάσα ώρα και στιγμή είναι έτοιμοι να ανοίξουν τα φτερά τους και να πετάξουν.

    Μιας και λέμε όμως για πουλιά υπάρχουν και οι κυνηγοί, στο διήγημα «Κελαηδούν οι τρυποφράχτες;» Είναι από εκείνους τους παλιούς που τώρα άλλαξαν, που τώρα νομίζω πως έχουν γεράσει πια, αλλά τα παιδιά τους που τα ανάθρεψαν με τον φόνο και το αίμα άλλαξαν τώρα θηράματα, παράτησαν τα δάση και κυνηγούν το βράδυ στις συνοικίες Ασιάτες κι άστεγους, έτσι νομίζω. Ίσως γιατί οι φονιάδες δεν πεθαίνουν ποτέ, τα όπλα τους μόνο αλλάζουν και τα λημέρια.

    Στον διανομέα υπάρχουν και τα φτωχά Χριστούγεννα ή αλλιώς τα Χριστούγεννα των φτωχών, αν το θέλετε έτσι, γραμμένα με αναγνωστικές μνήμες του Ντίκενς, μια σπουδή στο μπλε, στο κολλάρισμα των τετραδίων τη δεκαετία του εξήντα, στη σημαία, στον ουρανό, σπονδή στο μπλε της μνήμης του, ένα αποτέλεσμα μαγευτικό.
      Νώντα Τσίγκα, παρεμπιπτόντως στον Μπόμπυ Ντικ, ο Χέρμαν Μέλβιλ, μόνο για το λευκό χρώμα, αν θυμάμαι καλά, αφιερώνει πάνω από είκοσι σελίδες.

    Εν κατακλείδι ο «εποχιακός διανομέας» είναι ένα υπέροχο βιβλίο σε μια καλαίσθητη έκδοση, πιστέψτε με, και νομίζω είναι περισσότερο η σύντομη εκδοχή ενός συγγραφικού σύμπαντος που μένει ακόμη ατελές αλλά ασφυκτιά εν τη γενέσει του.

        Νώντα, με όλη μου την αγάπη σε εξορκίζω! Άφησε επιτέλους το άλογό σου να τρέξει!




*Το κείμενο διάβασε ο συγγραφέας στη συνάθροιση που έγινε στο σπίτι του Σίμου και της Λένας Οφλίδη στο Νέο Πανώρι την Τετάρτη 10 Σεπτεμβρίου 2014.

Η φωτογραφία έχει τραβηχτεί από τον Φίλιππο Στεφ. Δραγούμη στα 1926 στο Βογατσικό ("Παζάρι", "προύχοντες"). Ανήκει στο Αρχείο της Γενναδείου Βιβλιοθήκης. 





Πέμπτη 25 Σεπτεμβρίου 2014

ΤΑ ΧΩΜΑΤΑ ΚΑΙ ΤΑ ΝΕΡΑ*


                           
Νώντας Τσίγκας, Εποχιακός διανομέας
Πανοπτικόν, Θεσσαλονίκη 2013



                                                      ΟΛΓΑ ΣΤΑΥΡΙΔΟΥ, Λίμνη τις εστίν: 1978, τέμπερα σε χαρτί 55Χ45 εκ.


   Έβγαλα την πρώτη Δημοτικού στα Βασιλικά της Θεσσαλονίκης. Εκεί έφαγα πρώτη και τελευταία φορά ποταμίσια ψάρια τηγανισμένα με αυγά. Προτού πάω σχολείο, στη Μονή της Αγίας Αναστασίας της Φαρμακολύτριας είδα από κοντά όχιές και σκορπιούς κι από μακριά λύκους. Τα τελευταία χρόνια έχω ταξιδέψει πέντε ή έξι φορές στη συμπρωτεύουσα, από το αυτοκίνητο στη αίθουσα και από εκεί πάλι στο αυτοκίνητο.

    Φαίνεται όμως πως αυτή η ελάχιστη -και κυρίως παιδική- γνώση είναι αρκετή για να νιώθω πως η γραφή των Βορειοελλαδιτών, ακόμη κι όταν δεν μιλούν για τον τόπο τους, περπατάει αλλιώς. Στα εννιά έρρυθμα διηγήματα της μικρής συλλογής του Θεσσαλονικιού γιατρού Νώντα Τσίγκα αυτό το περπάτημα βλέπω και ακούω, είτε ο  λόγος είναι για  τον εν υπογείω Νίκο Καρούζο, είτε απαριθμούνται τα δύστυχα πουλιά -καρδερίνες, σπίνοι, κορυδαλλοί, παπαδίτσες, τσιτσιδόνια, πετροχελίδονα, σπούργοι, κοτσύφια, συκοφάγοι, αλκυόνες, αηδόνια, σουσουράδες, κούκοι, τσαλαπετεινοί, δρυοκολάπτες, κοκκινολαίμηδες, τρυποφράχτες- «όλα τους σκοτωμένα και μέσα στα αίματα» από αρματωμένους νταήδες της Αθήνας για χάρη ταριχευτών της πρωτεύουσας.

    Στα χώματα και τα νερά του Νώντα Τσίγκα πέφτει χιόνι και μια ήπια σκοτεινιά, πράγματα που καθόλου δε μ’ εμποδίζουν να διαβάζω τα διηγήματά του περιδιαβάζοντας συνάμα στη ζωγραφική της Όλγας Σταυρίδου και του Ν.Γ. Πεντζίκη που έλαβα λίγο αργότερα. Χαρμολύπη.



                                                                          Ν.Δ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΛΟΠΟΥΛΟΣ



                                Ν.Γ. ΠΕΝΤΖΙΚΗ,   Γλάρος, ψάρι, δίθυρο και αερόφοβη απλυσιά (1971, τέμπερα σε 
                                                           χαρτόνι 29Χ35 εκ) , Συλλογή Σόλης Μαίρης Αμαρίλιο, Αθήνα.





*Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό 
ΝΕΟ ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ 2 , Καλοκαίρι 2014.




 

Πέμπτη 11 Σεπτεμβρίου 2014

βραδιά αφιερωμένη στον "Εποχιακό διανομέα"

 

στο σπίτι του Σίμου και της Λένας Οφλίδη

 

Οι δυό αγαπημένοι φίλοι κάλεσαν κόσμο, στον κήπο τους  με το αμφιθεατράκι, στο Νέο Πανώρι. Μια βραδιά όπου εμφανώς κυκλοφορούσε μεράκι, αγαπητικη διάθεση, δόσιμο καρδιάς, αισθαντικότητα, πράγματα δηλαδή ολωσδιόλου σπάνια και πολύτιμα, αδήλωτα παντελώς στο τελωνείο των ημερών...

Επί του πιεστηρίου προλαβαίνω να καταθέσω εδώ:

 

μια φωτογραφία


 


ένα μικρό ζωγραφικό έργο

[φιλοτεχνημένο και χαρισμένο σε μένα από τον αγαπητικό και ζεστό άνθρωπο Ηλία Κουτσούκο]

 


 

 

κι ένα ποίημα 

 

Εποχιακός Διανομέας

        του Άρη Μπιτσώρη

Μέσα στα κείμενα η Ελλάδα
Αυτή η χάρτινη πατρίδα,
Η ιστορία ενός αιώνα
Από σελίδα σε σελίδα

Κάθε διήγημα σενάριο
Είναι για ένα φιλμ οχτάρι,
Προτάσεις σαν φωτογραφίες
Κι ήχοι από βιολιού δοξάρι.

Απ’ το Βογατσικό ως τον Κάμπο
Εποχιακός διανομέας,
εκ Καναδά, εκ Γερμανίας
γράμματα φέρνει ο συγγραφέας.

Θα ’βρουν τα γράμματα αποδέκτες;
 Τα χόρτα πνίξανε τους φράχτες (θέριεψαν των καιρών οι φράχτες)
Άραγε θα ξαναλαλήσουν
Οι λιλιπούτειοι τρυποφράχτες;

Μικρό βιβλίο κι όμως πλήρες
Από λογοτεχνία τίγκα (χυμών λογοτεχνίας τίγκα)
Ο Εποχιακός διανομέας
του νευρολόγου Νώντα Τσίγκα.

                                                           1.7.2014

Μίλησαν για μένα και την δουλειά μου και διάβασαν αποσπάσματα από το βιβλίο: ο Σίμος κι η Λένα Οφλίδη, ο  κ α τ α π λ η κ τ ι κ ό ς  μικρός τους εγγονός Σίμος Οφλίδης, ο Ομ. Καθηγητής της Ανατομικής του ΑΠΘ κ. Αλέξανδρος Άγιος, ο συγγραφέας και δημοσιογράφος Ηλίας Κουτσούκος, τα αδέρφια μου Θανάσης Τριαρίδης και Ισίδωρος Ζουργός και ο φιλόλογος -κριτικογράφος λογοτεχνίας Κώστας Δρουγαλάς. Διάβασε την εξαιρετική του ρίμα -που είδατε παραπάνω- ο κ. Άρης Μπιτσώρης. Ήταν πολλοί εκεί. Εκ βάθους τους ευχαριστώ όλους!

Μια μέρα που θα θυμάμαι για πάντα.

Έφυγα πολύ πλούσιος και δεν έφταιγε γι' αυτό, όπως αντιλαμβάνεστε, μονάχα το χρυσό φεγγάρι που  είχε στρογγυλοκαθίσει από πάνω μας.

Αλλά πρόκειται να επανέλθω συντόμως...

 

Παρασκευή 15 Αυγούστου 2014

Το ύφος είναι ο τόπος*




                                                                           Jasmine Roganovic Lament of the homeland

                                                    


                                                                              του ΗΛΙΑ ΠΑΠΑΜΟΣΧΟY
    

    Σε τι έγκειται η δυσκολία του φερέλπιδος συγγραφέα; 
         Πρώτα απ’ όλα στο να χαράξει την περιοχή του, την εκφραστική της ευαισθησίας του, κομμάτι μιας κοινότητας, που ζητά, σιωπηλά, διαπιστευτήρια επάρκειας, αγκαλιασμένο στην αρχή από τα μέλη της με την ωρίμανσή του διεκδικεί το δικό του μερίδιο στην επικράτεια. Στην προσπάθειά του να κινητοποιήσει τις αδρανείς μονάδες του λεξικού, προσκρούει σε τρόπους, εμποδίζεται από ήδη ειπωμένες ιστορίες, από αυτό που λέμε παράδοση. Ο μόνος τρόπος για να προχωρήσει είναι η αφομοίωση, η οικειοποίηση, η παρανάγνωση, κάποτε ο σφετερισμός, και πάντοτε η επώδυνη χάλκευση και συμπλήρωση μιας ακρωτηριασμένης προσωπικής μνήμης με επιθυμίες και με όνειρα. Ο Σεφέρης - αφοπλιστικά ειλικρινής - παραδέχεται πως είναι παιδιά πολλών ανθρώπων τα λόγια μας.

     Στη γλώσσα τα πάντα είναι παρόν, τίποτα δεν παρέρχεται, και με αυτό, με το παρόν, ο συγγραφέας αναμετράται, καίτοι το μεταλλείο του είναι το παρελθόν και οι Μυκήνες του το μέλλον. Το σωτήριο γι’ αυτόν είναι πως η γλώσσα δεν είναι μόνο η λόγια του λογοτεχνικού κανόνα, αλλά κι αυτή που θήλασε, η λαϊκή και ντόπια λαλιά,  η γνήσια δηλαδή μητρική. Πιστεύω στο σύμφυτο του τόπου και της γλώσσας πέρα από κούφιες και επικίνδυνες, διάβαζε εθνικιστικές λογικές, γιατί μέσα στη γλώσσα πιστοποιείται και η υπεροχή και η περηφάνια δίχως, όμως, όρους κυριαρχίας, καθώς το εγώ είναι ένα ωραίο λουλούδι που ζητάει να το μαδήσεις. Όλα είναι δυνατά μέσα στη θυσία.  Άλλωστε, ό,τι αρτιότερο παρήγαγε η ελληνική διηγηματογραφία είναι πάντοτε προσαρτημένο σε έναν τόπο, όπως στο χώμα το φυτό. Φυτό ποτισμένο με νάματα μεταφυσικά. Και υπάρχουν προπάτορες που έσπειραν και καλλιέργησαν τον αγρό, που θρέφουν και ανδρώνουν τις επόμενες γενιές, που δεν μετριούνται με τον χρόνο αλλά με τη συνεισφορά τους στα γεννήματα, περιορίζοντας λοιπόν τον τόπο κι όχι τον ορίζοντα θα ανέφερα τον Κοσματόπουλο, τον Γκολομπία, τον Δραγούμη και τον Παύλο Μελά ― προτιμώ μια στάλα αίμα από ένα ποτήρι μελάνι, αποφαίνεται πάλι μες στη μοναξιά του ο σοφός γέρος.  
    Έγραφα για κάποιο βιβλίο: Αν κάτι δένει τις ιστορίες του τότε αυτό είναι ο τόπος. Εξ αυτού αντλούν την όποια συνάφειά τους, η πυξίδα τους, αρχικά παίζοντας κάπως, σταθεροποιείται σημαδεύοντας πάντα τον βορρά. Αναρωτιέμαι τελικά μήπως ο τόπος είναι και ο τρόπος, μήπως η γλώσσα είναι το άλλο χώμα, το πνευματικό, από το οποίο αναφύεται το ύφος, που για κάποιους ταυτίζεται με τον άνθρωπο. Μακρά παράδοση διαμηνύει τη συνάφεια του μικρού το δέμας αφηγήματος που ονομάζουμε διήγημα με τις γενέτειρες των θεραπόντων του,  η απώλεια της παράδοσης μπορεί και να σημαίνει την απώλεια μιας ταυτότητας, οι υπηρέτες του είδους αυτού δεν κινδυνεύουν, ωστόσο φορτίο βαρύ φέρουν στους ώμους τους, βαρύ όσο κι ένα τοπίο.  
     Οι ιστορίες αυτού του βιβλίου επιχειρούν να ισορροπήσουν, δίκην εκκρεμούς ή καλύτερα ζυγιού ανάμεσα στον πεζό και τον ποιητικό λόγο, η βελόνα  τους, όμως, δείχνει σταθερά προς μια κατεύθυνση παρακαμπτήριο εκείνης που ό,τι βρεθεί στο διάβα της γίνεται του χρόνου βορά, κατά τις επιταγές της γλώσσας πάντα, φυσικά. Πιστεύω πως ο καλός διηγηματογράφος μαθητεύει περισσότερο μέσα στην ποίηση παρά στο εκτενές πεζογράφημα, εκτός κι αν αναφερόμαστε σε σύμμικτα πεζά, όπως τα απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη. Και εδώ, στην περίπτωση του Τσίγκα, μιλάμε για γραφή ποιητική. Αρκεί και μόνο η ανάγνωση των Μαύρων αγγέλων του για να το πιστοποιήσει. Άλλωστε το καταληκτικό διήγημα μοιάζει να απαντά στο σπαρακτικό Πού είναι τα πουλιά; του Γιώργη Παυλόπουλου, όπως κι η φύση στο Στον κάμπο της Χίου νύχτα μοιάζει βγαλμένη από το παράδοξο και μυστηριακό σύμπαν του Γονατά. Ο Τσίγκας γράφει αναζητώντας τη λύτρωση και όχι για να προσφέρει παρηγοριά, όπως από ευκολία αναφέρουμε πολλές φορές κάνοντας παραχωρήσεις σε ένα αίσθημα νοσταλγίας για μια απωλεσμένη παιδικότητα. 
      Όμως η λογοτεχνία είναι ο προνομιούχος τόπος της παιδικής ηλικίας. Ας ακούσουμε τον Φουκό: «Τελικά η μόνη πραγματική πατρίδα, το μόνο έδαφος πάνω στο οποίο μπορεί να βαδίσει κανείς να σταθεί και να καταφύγει, είναι η «γλώσσα», εκείνη που έμαθε από τα παιδικά του χρόνια. Για μένα το ζήτημα λοιπόν είναι να ξαναδώσω πνοή σ’ εκείνη τη «γλώσσα», να χτίσω για τον εαυτό μου ένα είδος οικίσκου της γλώσσας που θα ήμουν εγώ κύριός του και θα γνώριζα τις γωνιές του εν παραβύστω». 
     Αυτό φρονώ πως μας παρέχει με την πρώτη μικρή το δέμας συλλογή του ο διηγηματογράφος Νώντας Τσίγκας, και για να «μετατοπίσω» τον Γάλλο φιλόσοφο θα έλεγα πως ο Τσίγκας μου παρέχει και πάλι εκείνη την κρήνη των παιδικών μου χρόνων, μια κρήνη της γενέτειράς του, όπου, οδεύοντας για Θεσσαλονίκη, σταματούσαμε, για να δροσιστούμε και να πλύνουμε τον γλυκό καρπό.  Ο Τσίγκας μας λέει πως κάθε τόπος γίνεται ο τόπος μας όταν μεταφυτεύσουμε τον νόστο μας σ’ αυτόν, υπερασπιζόμενος την τέχνη, το λίπασμα της ουτοπίας, τον εναπομείναντα σπόρο της παιδικής ηλικίας, μας λέει πως τα γράμματα που απευθύνουμε στους πεθαμένους μοιάζουν με νανούρισμα, άλλωστε αυτό δεν είναι μακριά από το μοιρολόι, πως κι ο θεός κι ο θάνατος παίζουν ή κάνουν διάλειμμα όπως κοινός εποχιακός διανομέας, πως όταν κάποιος θρηνεί τους αγαπημένους δεν μπορούμε να τον διακόψουμε, όπως δεν διανοούμαστε να μπούμε στα δωμάτια των ερωτευμένων, πως όταν ακούμε μια φωτογραφία να αυτοβιογραφείται είναι σαν να ακούμε το μουρμουρητό ενός κοιμισμένου που παλαντζάρει ανάμεσα στην πληρότητα της ζωής και την σαφήνεια της απώλειας,  πως ακόμη κι ο θάνατος φαντάζει ευάλωτος και εύθραυστος όταν αποτελέσει αντικείμενο ενός θεράποντος της ομορφιάς, πως στα όνειρα οι ζωντανοί φαντάζουν σκιές κι οι τεθνεώτες ολοζώντανοι, μια χρωματιστή περίπολος που φρουρεί τη ζωή, πως τα πλάσματα που χαλάσαμε γίνονται λιτανείες εικόνων σωτήριων στα χέρια γριών και άφεση αμαρτιών ακόμη και της Ιστορίας όταν αυτή αναβαπτίζεται στην κολυμβήθρα της παιδικής ηλικίας.  
   Ας σταθούμε λοιπόν, ας ξαποστάσουμε σ’ αυτή την κρήνη κι ας πιούμε, το νερό της άλλοτε φέρνει τραγούδι κι όνειρα, άλλοτε σκιές και διψασμένες λέξεις, τις φωνές που πέταξαν στα κυπαρίσσια κι αλμύρα της ψυχής, θραύσματα από στήλες επιτύμβιες που δυναμώνουν της φωνής μας το μέταλλο, και κάποτε τη γεύση της σκουριάς που αφήνει στο στόμα η πρώτη μας ποίηση. 
    Στην υγειά σου, φίλε!


Διαβάστηκε από τον συγγραφέα κατά την παρουσίαση των διηγημάτων "Εποχιακός διανομέας", στον ξενώνα Βυσσινόκηπος στην Καστοριά - εκδήλωση που διοργάνωσε η Αντιδημαρχία Πολιτισμού της πόλης στις 14.6.2014. Το κείμενο έχει δημοσιευθεί και στην εφημερίδα ΟΔΟΣ της Καστοριάς [Αριθ. Φ. 747, σελ. 10-11].