Μέρες πριν, έβλεπα την ζωηρή κινητικότητα, τον ευπρεπισμό, το δραστήριο καταβρεχτήρι των δρόμων με υψηλή πίεση που σε πετύχαινε –όχι παίζουμε!– και στην άλλη μεριά του πεζοδρομίου, το μεγάλο πανό στο κιγκλίδωμα πλάι στην είσοδο του Ιερού Ναού της Αγίας της του Θεού Σοφίας, τον σημαιοστολισμό με το δικέφαλο αετό και τα μικρά (κινέζικα) γαλανόλευκα ή κίτρινα τριγωνικά σημαιάκια, τα γαλάζια διαχωριστικά παραπετάσματα για τα ερίφια και τους αμνούς. (Το αυτοκρατορικό χαλί με το κρασάτο χρώμα, όχι, δεν το είδα). Της μεγαλοπρεπούς τελετής ενθρονίσεως προοίμια.
Ακολούθησε, το κλείσιμο των δρόμων την κατάλληλη στιγμή, η άφιξη του ποιμνίου από τις μητροπόλεις ομόρων Νέων Χωρών, η μαζική προσέλευση των επίσημων. Ο μητροπολίτης Φιλόθεος, ευθυτενής, ηδύφωνος και σοβαρός, κατά την ενθρόνισή του, απευθυνόμενος στους νέους, απήγγειλε Νίκο Πορτοκάλογλου. Για τους γεροντότερους φύλαξε λιγάκι αποκαμωμένο Σεφέρη.
Αλλά, σαν έφυγαν οι επίσημοι και οι ξένοι, σε μια μικρή ομήγυρη με κλειστό μικρόφωνο και φωνή παλλόμενη από συγκίνηση, είμαι σχεδόν βέβαιος πως ο δεσπότης θα απάγγειλε το ποίημα του ΥΠΟΕΚΤΙΜΗΜΕΝΟΥ ποιητή Μαρίνου Χαραλάμπους (μακαρίτη εδώ και χρόνια βέβαια–γιατί καλύτεροι ποιητές είναι οι νεκροί ποιητές!) «Απολογισμός»*:
Θεσσαλονίκη, πολύ μοῦ ἔλειψες·
ἦταν πολύ δυό καλοκαίρια μακριά σου
μὰ περισσότερο μοῦ ἔλειψαν
οἱ γνώριμες φωνές σου στὴ Μοδιάνο,
οἱ δηκτικές ὀσμές ἁλμύρας καὶ σκόρδου
χυμένες στοὺς δρόμους στὸ Καπάνι,
οἱ μυρωδιές τοῦ τόπου μου
ἀνάκατες μὲ θυμιατά καὶ μοσχολίβανο,
πουλιά καὶ λαμπάδες.
*Μαρίνος Χαραλάμπους, Οι φωνές των δρόμων,Εκδόσεις Διαγωνίου, Θεσσαλονίκη 1971.

