Πέμπτη 11 Σεπτεμβρίου 2014
Κυριακή 31 Αυγούστου 2014
λουσμένη μές στο Ποίημα
Μια φωτογραφία κι ένα ποίημα για τη Νένη Τσαδήλα
Στο χωριό μας οι ''μπάμπες" σε άρρώστιες -από την παραμικρή μέχρι την πιό σοβαρή- συνήθιζαν να πηγαίνουν στον ασθενή τα "αρρουστ'κά" (για να δυναμώσει και να ξεπεράσει τη αρρώστια του). Κάτι ταπεινά ψημένα μήλα ή κυδώνια, δυό-τρία πορτοκάλια κρυμμένα στην μαύρη ποδιά τους που καμώνονταν τα χρυσά, κι ακόμα ξερά σύκα ή χουσιάφια (κομπόστες ζεστές με μέλι και κανέλα) σε κάποιο βαθύ πιάτο της σούπας...
Η ιατρική μου ιδιότητα και ειδικότητά δεν μου επιτρέπουν καμμιά σοβαρή παρέμβαση Νένη, στον δικό σου αγώνα από τον οποίο περιμένω πως [ΟΠΩΣΔΗΠΟΤΕ! T' ακούς;] θα βγεις νικήτρια. Ίσα που καταφέρνω ν' αποθέσω στο κομοδίνο σου: την αρκούντως ψυχοθεραπευτική φωτογραφία που "τράβηξα" κάποτε στην Κρήτη και τον -πολυαγαπημένο!- Ρεμπώ που ανέσυρα από τα βιβλία που με περιστοιχίζουν, μ' όλη μου την αγάπη και την έγνοια.
Λογάριασέ με λοιπόν σαν ...μια βογατσιώτισα μπάμπω κι εμένα, που ήρθα με τα δικά μου αρρωστικά διαδικτυακά, μια και "οι γιατροί δεν αφήνουν".
Καθώς κατέβαινα ατάραχα Ποτάμια,
Δεν ένιωθα οδηγημένο από τους πλοηγούς
Κραυγάζοντες Ερυθρόδερμοι τους έβαλαν σημάδι
Σε πασσάλους χρωμάτων αφού τους κάρφωσαν γυμνούς.
Διάρα δεν έδινα για ούτε ένα από τα τσούρμα,
Αν κουβαλούσα μπαμπάκι εγγλέζικο ή στάρι φλαμανδικό
Σαν με τους πλοηγούς μου τέλεψαν τούτοι οι σαματάδες
Τα Ποτάμια όπου η ψυχή μου τράβαγε μ' άφησαν να κατεβώ.
Μες στης παλλίροιας τους οργισμένους παφλασμούς,
Εγώ, επέρσι τον χειμώνα, απ' τα τσέρβελα πιό κουφό τα παιδικά,
Έτρεξα! Και οι Χερσόνησοι με τους σπασμένους κάβους
Δεν δοκίμασαν πανδαιμόνια πιο θριαμβευτικά.
Η καταιγίδα ευλόγησε τα ναυτικά εγερτηριά μου
Κι από φελλό πιο έλαφρύ πάνω στα κύματα έστησα χορό
Που αιώνες τα λένε ατράκτους θυμάτων,
Δέκα νυχτιές, δίχως να αποζητήσω των φανών το μάτι το ζαβό!
Γλυκύτερο απ' όσο για τα παιδιά η σάρκα των μήλων των ξινών,
Το πράσινο νερό μούλιασε το κύτος μου από ελάτι
Και με λεκέδες μπλάβων κρασιών και ξερατών
Με ξέπλυνε, σκορπίζοντας γάντζο και διάκι.
Είμαι λουσμένο, από τότε, μες στο Ποίημα,
Της Θάλασσας, μουσκίδι απ' άστρα και γαλατερός σελαγισμός,
Τα πράσινα καταβροχθίζοντας τα βάθια, όπου ίσαλη γραμμή χλωμή
Κι εκστατική, ανάρια κατεβαίνει ένας πνιγμένος σκεφτικός.
Όπου, βάφοντας ξαφνικά τις μελανάδες, φρενίτιδες
και ρυθμοί άργοί κάτω απ' της μέρας τις φωτοβολές,
Πιό δυνατές από το αλκοόλ, κι από τις λύρες μας πιό πλατιές,
Κορώνουνε οι πυράδες του έρωτα οι πικρές!
Ξέρω τους ουρανούς που σκάνε σε μαρμαρυγές, και τους τυφώνες
Και τ' αντιμάμαλα και τα ρεύματα: ξέρω το βράδυ, την Αυγή
Αναπτερωμένη όμοια με ένα λαό περιστεριών,
Και εκείνο που ο άνθρωπος νόμισε ότι είδε, εγώ κάποιες φορές το έχω δει [...].
Αρθούρ Ρεμπώ, από Το Μεθυσμένο Καράβι [μτφρ. Ελένη Κόλλια].
Παρασκευή 29 Αυγούστου 2014
"[...] όταν οι σκαπάνες;"
Όταν μετά αιώνες οι σκαπάνες
σ' αρχαίο τάφο βρίσκοντας τα οστά μου
θα δούνε πάνω τους να φωσφορίζει τ' όνομά σου
άραγε θα ξαφνιαστούν;
θα καταλάβουν;
θά 'ναι ως τότε ακόμα ο έρωτας
πνοή πρωϊού επάνω στο τριφύλλι;
θα βλασταίνει ακόμα τούτο στον πλανήτη
όταν οι σκαπάνες;
EΚΤΩΡ ΚΑΚΝΑΒΑΤΟΣ, In perpetuum
Παρασκευή 22 Αυγούστου 2014
Κι ύστερα ήρθαν οι μπουλντόζες....
(ιστορία με συνηθισμένο τέλος...)
Άγιος Ιωάννης (στη Νέα Κρήνη). Αρχές του 1990 Φλεβάρη μήνα πήγαμε να στήσουμε το κοινό πια σπιτικό μας με τη γυναίκα μου. Με ενοίκιο, στο ισόγειο μιας μονοκατοικίας και με εξαιρετική τριγύρω άπλα και ησυχία μέσα στα χωράφια. Παραδίπλα το νεκροταφείο της Καλαμαριάς. "Μπρρρ! Δε φοβάστε μέσα στην ερημιά;" μας έλεγαν οι φίλοι."Όχι καθόλου!" λέγαμε εμείς καθώς σιγά σιγά συνειδητοποιούσαμε πως είχαμε δεχτεί το δώρο του Θεού.
Ένας τσοπάνης κάθε πρωί έφερνε κι έβοσκε το κοπάδι του -από που έρχονταν βρε; κάπου ανάμεσα από τις πολυκατοικίες της Καλαμαριάς όπου είχε το μαντρί του...- τα προβατάκια από νωρίς γκλαν γλκλιν γκλονγκ τα κουδουνίσματα και δώστου τα βελάσματα δίπλα στα κλειστά παραθύρια μας. Κάναμε ύστερα και φιλίες με το βοσκό, μας έδινε που και που και αυγουλάκια φρέσκα "για το παιδί" (το πρώτο μας ακόμα τότε παιδί).
Στην αυλή του σπιτιού έπεσαν συχνά χιόνια ενώ στην πόλη είχαν ακουστά περί αυτού, άνθισαν ροδακινιές, μια πορτοκαλιά επίσης (που την αγοράσαμε στην ετήσια "Ανθοέκθεση" για ...λεμονιά) κάποτε αξιώθηκε να μας δώσει εικοσιπέντε ζουμερά πορτοκάλια όλο γλύκα-μια και μοναδική φορά το έκανε/έκτοτε αρνείται η δόλια να δώσει έστω και το παραμικρό άνθος, ωστόσο την κρατάμε στον κήπο μας ελπίζοντας-. Έχει -σχεδόν- την ηλικία του μικρού μας γυιού...
Στην αυλή αυτή μεγάλωσαν τα παιδιά μας μαζί με κότες, σκυλιά και γατιά, έπαιξαν, έκαναν κούνιες, έτρεξαν με τα ποδήλατα, χόρτασαν πεσίματα. Πέταξαν χαρταετούς καθώς δεν χρειαζόταν ποτέ να εκδράμουμε κάπου αλλού προς τούτο (πάντοτε είχε χώρο και αέρα κατάλληλο η αυλή). Κάποτε μέσα στον κήπο πλένοντας το αμάξι μου δέχτηκα την επίσκεψη -ντάλα μεσημέρι- ενός εξαμελούς κοπαδιού από καμπίσιες πέρδικες οι οποίες με βήμα ταχύ ήλθαν και απήλθαν αφήνοντάς με σύξυλο.
Κάθε χρόνο το καλοκαίρι η περιοχή κατακλύζονταν από αθίγγανους με παρδαλοχρωμα ρούχα που πουλούσαν πλαστικές καρέκλες, καρπούζια, χαλιά και τα τοιαύτα. Τα τραγούδια, οι λικνιστικοί χοροί και οι χαρούμενες φωνές, το βράδυ στον μικρό καταυλισμό με τα φορτηγά και τα τσαντήρια, αποτέλειωναν νικώντας την σιγή του πλησίον νεκροταφείου. Στο μέρος που αυτοί κατασκήνωναν, οι φιλότιμοι πολίτες της πόλης και τα συνεργεία ανακαινίσεων, πετούσαν ολοχρονίς κάθε λογής μπάζα. Σκουπιδαριό...
Το Νοέμβρη έκαναν την εμφανισή τους "τα μαυροπούλια" κι έπεφταν στα χωράφια με Χιτσκοκικό τρόπο, σηκώνονταν δε σαν σύννεφο και χόρευαν σε πηχτό σχηματισμό το σούρουπο. Το χειμώνα ο αέρας σφύριζε θυμωμένα ανάμεσα στα δέντρα κι έκανε τα παραθυρόφυλλα να τρέμουν σύγκορμα ενώ την άνοιξη μας συντρόφευαν φωνές πουλιών. Τα βράδια κουκουβάγιες αντάλλασαν συνθηματικά. Τον Ιούλιο θεριζοαλωνιστικες μηχανές θέριζαν τα στάχια στα σταροχώραφα, που εν τω μεταξύ κάθε φθινόπωρο και με όλο πιο μεγάλη επιμέλεια είχαν αρχίσει να οργώνουν και να σπέρνουν οι επιτήδειοι ιδιοκτήτες των χωραφιών που έμελλε να γίνουν οικόπεδα και που οι ίδιοι εμέλλετο να γίνουν οι ιδιοκτήτες πολλών διαμερισμάτων ελέω αντιπαροχής (Δόξα του "κολπατζή"- Θεού των Ελλήνων, δόξα!).
Ένας τσοπάνης κάθε πρωί έφερνε κι έβοσκε το κοπάδι του -από που έρχονταν βρε; κάπου ανάμεσα από τις πολυκατοικίες της Καλαμαριάς όπου είχε το μαντρί του...- τα προβατάκια από νωρίς γκλαν γλκλιν γκλονγκ τα κουδουνίσματα και δώστου τα βελάσματα δίπλα στα κλειστά παραθύρια μας. Κάναμε ύστερα και φιλίες με το βοσκό, μας έδινε που και που και αυγουλάκια φρέσκα "για το παιδί" (το πρώτο μας ακόμα τότε παιδί).
Στην αυλή του σπιτιού έπεσαν συχνά χιόνια ενώ στην πόλη είχαν ακουστά περί αυτού, άνθισαν ροδακινιές, μια πορτοκαλιά επίσης (που την αγοράσαμε στην ετήσια "Ανθοέκθεση" για ...λεμονιά) κάποτε αξιώθηκε να μας δώσει εικοσιπέντε ζουμερά πορτοκάλια όλο γλύκα-μια και μοναδική φορά το έκανε/έκτοτε αρνείται η δόλια να δώσει έστω και το παραμικρό άνθος, ωστόσο την κρατάμε στον κήπο μας ελπίζοντας-. Έχει -σχεδόν- την ηλικία του μικρού μας γυιού...
Στην αυλή αυτή μεγάλωσαν τα παιδιά μας μαζί με κότες, σκυλιά και γατιά, έπαιξαν, έκαναν κούνιες, έτρεξαν με τα ποδήλατα, χόρτασαν πεσίματα. Πέταξαν χαρταετούς καθώς δεν χρειαζόταν ποτέ να εκδράμουμε κάπου αλλού προς τούτο (πάντοτε είχε χώρο και αέρα κατάλληλο η αυλή). Κάποτε μέσα στον κήπο πλένοντας το αμάξι μου δέχτηκα την επίσκεψη -ντάλα μεσημέρι- ενός εξαμελούς κοπαδιού από καμπίσιες πέρδικες οι οποίες με βήμα ταχύ ήλθαν και απήλθαν αφήνοντάς με σύξυλο.
Κάθε χρόνο το καλοκαίρι η περιοχή κατακλύζονταν από αθίγγανους με παρδαλοχρωμα ρούχα που πουλούσαν πλαστικές καρέκλες, καρπούζια, χαλιά και τα τοιαύτα. Τα τραγούδια, οι λικνιστικοί χοροί και οι χαρούμενες φωνές, το βράδυ στον μικρό καταυλισμό με τα φορτηγά και τα τσαντήρια, αποτέλειωναν νικώντας την σιγή του πλησίον νεκροταφείου. Στο μέρος που αυτοί κατασκήνωναν, οι φιλότιμοι πολίτες της πόλης και τα συνεργεία ανακαινίσεων, πετούσαν ολοχρονίς κάθε λογής μπάζα. Σκουπιδαριό...
Το Νοέμβρη έκαναν την εμφανισή τους "τα μαυροπούλια" κι έπεφταν στα χωράφια με Χιτσκοκικό τρόπο, σηκώνονταν δε σαν σύννεφο και χόρευαν σε πηχτό σχηματισμό το σούρουπο. Το χειμώνα ο αέρας σφύριζε θυμωμένα ανάμεσα στα δέντρα κι έκανε τα παραθυρόφυλλα να τρέμουν σύγκορμα ενώ την άνοιξη μας συντρόφευαν φωνές πουλιών. Τα βράδια κουκουβάγιες αντάλλασαν συνθηματικά. Τον Ιούλιο θεριζοαλωνιστικες μηχανές θέριζαν τα στάχια στα σταροχώραφα, που εν τω μεταξύ κάθε φθινόπωρο και με όλο πιο μεγάλη επιμέλεια είχαν αρχίσει να οργώνουν και να σπέρνουν οι επιτήδειοι ιδιοκτήτες των χωραφιών που έμελλε να γίνουν οικόπεδα και που οι ίδιοι εμέλλετο να γίνουν οι ιδιοκτήτες πολλών διαμερισμάτων ελέω αντιπαροχής (Δόξα του "κολπατζή"- Θεού των Ελλήνων, δόξα!).
Κι ένα πρωϊ φάνηκε η πρώτη μπουλντόζα. Ξερίζωσε τον μισό κήπο, το φράχτη με τις πικροδάφνες
κι έριξε στο συρματόπλεγμα. Τη φωτογράφησα το πρώτο βράδυ που έμεινε
αποκοιμισμένη στην αυλή μας με το μακρύ της χέρι αποκαμωμένο από το βγάλε βγάλε... Ήταν πια ώρα να φεύγουμε. Όπερ και συντόμως εγένετο.
Στο μέρος φύτρωσαν σύντομα λογής πολυκατοικίες τώρα υπάρχει ένα αδιαπέραστο τσιμεντένιο δάσος. Το παλιό μας σπίτι -όταν περνώ με τα αμάξι και ρίχνω βλέμμα -πνιγμένο εκεί ανάμεσα σε γίγαντες δεν μπορώ σχεδόν να το εντοπίσω και να το αναγνωρίσω.
Ο βοσκός που λέγαμε (ναι!!) έγινε πολυεκατομυριούχος. Πούλησε τα πρόβατα, το μαντρί και η έκταση τριγύρω έγινε οικόπεδο -λόγω ίσως της "χρησικτησίας" κατοχυρώθηκε σ' αυτόν-.
Κι ένα ωραίο πρωί έφυγε με το ζεστό παραδάκι για την πατρίδα του (κάποια ίσως επαρχιακή πόλη της ενδοχώρας).
Στο μέρος φύτρωσαν σύντομα λογής πολυκατοικίες τώρα υπάρχει ένα αδιαπέραστο τσιμεντένιο δάσος. Το παλιό μας σπίτι -όταν περνώ με τα αμάξι και ρίχνω βλέμμα -πνιγμένο εκεί ανάμεσα σε γίγαντες δεν μπορώ σχεδόν να το εντοπίσω και να το αναγνωρίσω.
Ο βοσκός που λέγαμε (ναι!!) έγινε πολυεκατομυριούχος. Πούλησε τα πρόβατα, το μαντρί και η έκταση τριγύρω έγινε οικόπεδο -λόγω ίσως της "χρησικτησίας" κατοχυρώθηκε σ' αυτόν-.
Κι ένα ωραίο πρωί έφυγε με το ζεστό παραδάκι για την πατρίδα του (κάποια ίσως επαρχιακή πόλη της ενδοχώρας).
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)


.jpg)


.jpg)



