Πέμπτη 23 Φεβρουαρίου 2023

«Ύστερα πέθανα στο δρόμο της φυγής.»

 

KOSTAS LOUSTAS (1)*

 

 


2 Φεβρουαρίου του 1998. Στο Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης Φλώρινας. Ένα τέταρτο του αιώνος, μια γενιά σχεδόν πίσω… Εκεί έλαβε χώρα η Ποιητική βραδιά για τον Κωστάκη Λούστα, με τον ίδιο να απουσιάζει …

        Ο αξέχαστος Μίμης Σουλιώτης, ισχυρός δεσμός στη ζωή του Κώστα Λούστα που, δυστυχώς έφυγε νεότατος και νωρίτερα από εκείνον, αφήνοντας έργο διόλου ευκαταφρόνητο μαζί με φιλοπαίγμονες, ωστόσο δεόντως βαθείς και δονητικούς, στίχους σαν τους παρακάτω:

Είμαι ποιητής, ο περιπατών μ' εμένα

δεν θα περπατήσει στη Σκοτία,

μα στην Αχρίδα και τη Μολδαβία,

και θα σεργιανάει μαζί μου στο δάσος

χαϊδεύοντας τις γενικές φυλλωσιές,

ξεπερνώντας τα δέντρα,

 είχε πει στην εισαγωγή του χαιρετισμού του:

«Τι κρίμα που δεν έχουμε μαζί μας τον Λούστα. Κάθε λεπτό μαζί του ισοδυναμεί με πολιτιστική εκδήλωση πρώτης ποιότητας. Τι χάνουμε, που δεν τον έχουμε εδώ, για ν’ απευθύνει καμμιά από κείνες τις μνημειώδεις ερωτήσεις ή τις μνημειωδέστερες απαντήσεις, που πολλές έχουν κιόλας πολιτογραφηθεί και αποτελούν αναφαίρετο κομμάτι της κουλτούρας μας.

       Κι όχι μόνο· ο Λούστας είναι η ίδια η Φλώρινα, στην πιο ολάνθιστη και συνάμα πιο χιονισμένη ώρα της.

—Και γιατί να έρθει; Εδώ και χρόνια ο Λούστας απαύδησε με τους κατοίκους. Τον κούρασαν και τον απογοήτευσαν. Φυλάγει όμως μέσα του την άλλη Φλώρινα. Την κ α ν ο ν ι κ ή. Εκείνην που θα έπρεπε να είναι μα δεν μπόρεσε.

       Κρατάει λοιπόν τη Φλώρινά του άθικτη, «ανέπαφη με την άσφαλτο» των δικών μας προστριβών, και τη βάζει στις ζωγραφιές του, στη μουσική του, στην ποίησή του. Ο Λούστας τη Φλώρινα δεν την άφησε εδώ. Την πήρε μαζί του στη Θεσσαλονίκη. Φλώρινες,  εξάλλου υπάρχουν πολλές. Κυρίως όμως μία. Του Λούστα».

Είκοσι μέρες αργότερα ο Λούστας έστειλε στον «ανιψιό» (έτσι προσφωνούσε τον Σουλιώτη) το παρακάτω ποίημα που με τον τίτλο «Αμέτρητα» δημοσιεύτηκε στο τεύχος με αριθμό 30 στο λαμπρό περιοδικό Εταιρία που εξέδιδε η Εταιρία Γραμμάτων και Τεχνών της Φλώρινας, με συντάκτες τον Μίμη Σουλιώτη και τον Αντρέα Ανδρέου, όπου εξηγεί τους κρυφούς λόγους της απουσίας του. Τους φανερούς, ας υποθέσουμε πως, τους είχε αποκαλύψει σε σύντομη επιστολή του που διαβάστηκε εκείνο κιόλας το βράδυ  της εκδήλωσης: «Σας ευχαριστώ και πάλι, γνωρίζοντας τι έχετε κρυμμένο για τον Κωστάκη στην ωραία σας καρδιά, αλλά όχι  κ α ι  ποιητής εγώ… πάει πολύ…». Yπέγραφε με το: «Πάντα δικός σας, ΚΩΣΤΑΚΗΣ ΛΟΥΣTAΣ (κατά κόσμον δήθεν ζωγράφος…)». 

Το οποίον προφανώς σήμαινε: «Και μη διανοηθείτε να με καλέσετε ούτε και ως ζωγράφο, γιατί και πάλι δεν θα έλθω αφού σας τό 'χω πει πως …δεν είμαι!»

     Ιδού το ποίημα:

Αμέτρητα χρόνια και κατά καιρούς

είχε κι από ένα μικρό σπιτάκι-ατελιέ

στις δυο μεριές του ποταμού

όπου το κρεββάτι της κακιάς ώρας

όπου τα πινέλα

η σόμπα και η καρέκλα

σπάγκους και καρφιά σφυράκια

πριόνι και τελάρα

λάμπα του πετρελαίου

κι ένα σαπούνι στην αυλή

πλάι στη βρύση με τις μαργαρίτες

που το τσιμπούσαν τ’ αγριοπούλια συνεχώς

και μου άφηναν λίγο

ίσα για να πλυθώ, μια ή δυο φορές το πολύ.

Δεν ξέρω τι έγινε

δεν ξέρω πως τ’ άφησα όλα και έφυγα

δεν λέω πως μ΄ έδιωξε κανείς μα ξέρω καλά

δεν ήθελα ποτέ να φύγω

αφού ζωγράφιζα στην εξώπορτα

κοιτώντας κατά πάνω

και κατά κάτω ώσπου

εχάθη το πάνω και το κάτω

ξαφνικά

κι έγινα άνω-κάτω.

Tραβώντας τα μαλλιά μου

και ξεριζώνοντας την καρδιά

την άφησα στο κράσπεδο

να σαπίσει ως τον ερχόμενο χειμώνα

φεύγοντας την ίδια μέρα

και ρίχνοντας πέτρα πίσω μου.

Ύστερα πέθανα στο δρόμο της φυγής.

 

 

*Τα κείμενα που θα δημοσιεύονται με την ένδειξη  KOSTAS LOUSTAS αποτελούν ολόκληρη την ομιλία που είχα ετοιμάσει σχετικά με τη «βιογραφία-γενεαλογία της σχέσης μου» με τον ζωγράφο, ποιητή, μουσικό Κώστα Λούστα στο διάστημα μιας εικοσιπενταετίας μέχρι το θάνατό του. Τελικά μέρος μόνον του κειμένου αυτού διαβάστηκε στην ποιητική-μουσική βραδιά που διοργάνωσε  το «Ίδρυμα Υδρία» της Θεσσαλονίκης, το βράδυ της 2 Φεβρουαρίου του 2023, στη μνήμη του και στην οποία είχα ορισθεί ως «κεντρικός ομιλητής».

 

 

 

Κυριακή 5 Φεβρουαρίου 2023

Καιρός τοῦ σιγᾶν…

 

 

 



Αύριο στον κρύο τάφο, όχι, δε θα χάσουμε την ψυχραιμία μας*

Χρόνος εἶναι εἰς πάντα, καί καιρός παντί πράγματι ὑπό τόν οὐρανόν. Καιρός τοῦ γεννᾶσθαι καί καιρός τοῦ ἀποθνήσκειν· καιρός τοῦ φυτεύειν καί καιρός τοῦ ἐκριζόνειν τό πεφυτευμένον· καιρός τοῦ ἀποκτείνειν καί καιρός τοῦ ἰατρεύειν· καιρός τοῦ καταστρέφειν καί καιρός τοῦ οἰκοδομεῖν· καιρός τοῦ κλαίειν καί καιρός τοῦ γελᾶν· καιρός τοῦ πενθεῖν καί καιρός τοῦ χορεύειν· καιρός τοῦ διασκορπίζειν λίθους καί καιρός τοῦ συνάγειν λίθους· καιρός τοῦ ἐναγκαλίζεσθαι καί καιρός τοῦ ἀπομακρύνεσθαι ἀπό τοῦ ἐναγκαλισμοῦ· καιρός τοῦ ἀποκτῆσαι καί καιρός τοῦ ἀπολέσαι· καιρός τοῦ φυλάττειν καί καιρός τοῦ ρίπτειν· καιρός τοῦ σχίζειν καί καιρός τοῦ ράπτειν· καιρός τοῦ σιγάν καί καιρός τοῦ λαλεῖν· καιρός τοῦ ἀγαπήσαι καί καιρός τοῦ μισῆσαι· καιρός πολέμου καί καιρός ειρήνης.**  

 

*Τίτλος κεφαλαίου στο Βερολίνο Αλεξάντερπλατς του Άλφρεντ Ντέμπλιν

** ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΗΣ, Kεφάλαιο  3

 

 

 

 

 

 

Πέμπτη 2 Φεβρουαρίου 2023

Θαύμα …εκ παραδρομής!



 


 

Το 1997  -τί άλλο από κάποιο Σαββατόβραδο;- φάγαμε, ήπιαμε κρασί, μιλήσαμε περί ανέμων -ουχί βεβαίως σαχλαμαρίζοντας- διαβάσαμε ποιήματα και δακρύσαμε με το απόσπασμα από τις Μέρες του Σεφέρη για την επίσκεψή του στο πατρικό σπίτι στη Σκάλα στα Βουρλά της Σμύρνης («Στη μόνη πατρίδα: εκεί όπου βλάστησαν τα παιδικά μου χρόνια»).  Ο Κώστας Λούστας, η αγαπημένη του Σούλα, η Ανθή κι εγώ. Απόμερα καθισμένη, πλην όμως εποπτεύουσα, η γιαγιά Κλεοπάτρα που έμπαινε συχνά στη συζήτηση… 

Καθίσαμε, για το γλυκό και τον καφέ, στις πολυθρόνες και πήρα τη μηχανή να τραβήξω μια δυο φωτογραφίες. Τις προάλλες ανακάλυψα μια από αυτές. Φανερό αυτό που συνέβη. Απολύτως τυχαίο και διόλου σκόπιμο: Ένα φιλμ τραβηγμένο που το είχα «μαζέψει» με την αναλογική OLYMPUS OM 101 power focus που είχα τότε, το ξανατοποθέτησα νομίζοντας πως είναι καινούργιο. Κι έτσι οι φωτογραφίες που τραβήχτηκαν επικάθησαν πάνω σε άλλες. Στην εμφάνιση του φιλμ είδα τι αυγά είχα βάψει…

Ο μακαρίτης ο Κώστας λοιπόν σε μια από τις φωτογραφίες αυτές βρέθηκε αγκαλιά με τον μικρό μας γιό σε τέλεια συναρμογή. Στο βάθος έργα δικά του: οι αναπαυμένες βάρκες στην παραλία της Φούρκας και μια Φλώρινα με τον Σακουλέβα να κυλάει τα νερά του…

Παιχνίδια με το χρόνο. Ζώντες και τεθνεώτες αγκαλιά. Σε ποιήματα, σε φωτογραφίες, σε βιβλία και σε όνειρα μέσα!

 

 

 

Τρίτη 31 Ιανουαρίου 2023

Το τελευταίο του βιβλίο…

 

 


Γνωστά και άγνωστα ονόματα παρελαύνουν σε αντίστιξη: LOEWE – MOSCHELES, LACHNER – BURGMULLER, KALLIWODA – BERWALD, FARRENC – REBER, RUFINATSCHA – GADE, GOUVY – GOUNOD, VOLKMANN – FRANCK, RAFF – REINECKE, DIETRICH – JADASSOHN, DRAESEKE – GOETZ, SVENDSEN – KLUGHARDT, SGAMBATI – MARTUCCI, PARRY – STANFORD, FIBICH – TANEYEV, MAGNARD – GLAZUNOV…

Τίτλος ομιλητικός: Συμφωνίες που δεν πρόλαβαν την κιβωτό του Νώε. Βιβλίο που κανείς ίσως δεν το πήρε μυρουδιά.  Ολιγοσέλιδο, και με όχι τόσο σπουδαία εκδοτική επιμέλεια, το τελευταίο του βιβλίο από τις εκδόσεις Οδός Πανός, τυπώθηκε τέλος του 2021, όταν ο Μάρκος είχε αρχίσει να καταπίπτει. Πιστός όμως στην «σταθερή του οφειλή» να μην αφήσει να περάσουν απαρατήρητα δημιουργοί και έργα της λόγιας ή της λαϊκής μουσικής, που τόσο οι «ειδήμονες» όσο και «το κοινόν» ανοήτως αντιπαρέρχονται, συνέχισε να γράφει για τους αγνοημένους («ελάσσονες») συνθέτες και για τα παραμελημένα παιδιά (=ήσσονα έργα) των Μεγάλων συνθετών. [Είχε αρχίσει κάμποσα χρόνια νωρίτερα  να δημοσιεύει σχετικά με τις Σελίδες από το Ημερολόγιο ενός νέου μουσικολόγου (εκδόσεις Γκόνη 2007) και με τις Σημειώσεις ενός μελομανούς, σε  συνέχειες μέσα από τις σελίδες του περιοδικού Οδός Πανός].

Στο οπισθόφυλλο σημειωμένα: «Και, παρακολουθώντας τη μουσική κίνηση από τις αίθουσες συναυλιών και τα ραδιόφωνα, θα διαπιστώσει ότι, σε μερικές περιπτώσεις, μόνο ένα μέρος των Συμφωνιών τους έχει ενταχθεί στο τακτικό ρεπερτόριο των ορχηστρών. Π.χ. από τις τέσσερεις Συμφωνίες του Berlioz, είναι τελείως άγνωστη, στους περισσότερους ακροατές, η ανεπανάληπτη "Πένθιμη και θριαμβευτική", ή, από τις εννέα του Dvorak, ποτέ δεν ακούγονται οι πρώτες τέσσερις και, σπάνια, η 5η ή η 6η. Θύμα, επίσης, αυτής της μονομέρειας είναι και ο Saint-Saens, του οποίου παίζεται μόνο η τελευταία από τις πέντε Συμφωνίες του. […] Κάτι ανάλογο θα μπορούσε να ειπωθεί και για τους Bruckner και Tchaikowsky». Και παρακάτω: «Το χειρότερο όμως είναι ότι, στα περισσότερα από αυτά τα συγγράμματα, αποσιωπούνται τελείως ονόματα συνθετών που πρόσθεσαν στη μουσική φιλολογία Συμφωνίες εφάμιλλες ή ακόμα κι ανώτερες από τις καθιερωμένες».

Ο Μάρκος Δραγούμης των αφανών και των αποσιωπημένων. Ανθρώπων και έργων…

 

 

 

Κυριακή 29 Ιανουαρίου 2023

Η πρώτη φορά που δεν έχει δίκιο...

 

 


Διαβάζω τη θαυμάσια συλλογή (μικρο-) διηγημάτων, με την «στενογραφική»-ποιητική μέθοδο, του Κώστα Μαυρουδή Οι κουρτίνες του Γκαριμπάλντι. Το βιβλίο υποθέτω πως «θα πήγε άπατο» όταν πρωτοκυκλοφόρησε το 2014 (το αγόρασα από «στοκαδιτζίδικο»  πριν από καιρό με …2.80 ευρώ ντροπής πράματα!) αλλά η Νεφέλη έχει προβεί σε μια επανεκτύπωση/επανέκδοση απ' όσο μπόρεσα να αντιληφθώ. Το διαβάζω απολαμβάνοντάς το φράση τη φράση και δεν είναι λίγες οι στιγμές που υποκλίθηκα νοερά στον άνθρωπο αυτόν που υπηρετεί (κι όχι μονάχα με το περιοδικό «Το Δέντρο» που συνεχίζει να εκδίδει) με συνέπεια και αξιοπρέπεια «τα γράμματα μας». Βλέπω όμως ότι κι αυτουνού τα βιβλία δεν καθίστανται επ’ ου ουδενί «ευπώλητα» και μένουν εισπρακτικώς …ξυπόλυτα. Ποιος νοιάζεται; Tην σήμερον ημέρα το «να μπορείς να πουλάς» έχει τον πολύ ιδιαίτερο τρόπο του…

Στη σελίδα 46 διαβάζω:

«Η ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΑΡΧΙΑ μας έδωσε ό,τι είχε: ένα πρωτογενές υλικό για μεταγενέστερες αισθηματικές αναπολήσεις. Οφείλαμε αργότερα να τρέξουμε, αναζητώντας πράγματα που οι άλλοι, στο κέντρο κατείχαν αυτονόητα. Όταν εκείνοι άκουγαν τις Εικόνες από μιαν έκθεση, εγώ έβλεπα εκθέσεις από εικόνες». 

Τουτέστιν, εκκίνηση από άλλες προσλαμβάνουσες, με διαφορά φάσης… Κι αναθυμούμαι τη φράση που τόσο στοχαστικά μου είχε κάποτε γράψει ο μακαρίτης φίλος μου Πάνος Πούγγουρας «Όταν οι άνθρωποι θα πάψουν να περνούν από μπροστά σου σαν εικόνες…». Πόσο ταιριαστή με τούτο δω το μικρό απόσπασμα είναι σήμερα!

Πίσω από το ανοιχτό βιβλίο προβάλει στο φόντο, με κάποια πεισμονή κοιτώντας, η «Τίγρις» σαν θέλει να μου πει με μπόλικη ειρωνεία: «Τι κοιτάς βρε και ξερογλείφεσαι κι όλο ανασηκώνεις τάχατες ανύπαρκτα μανίκια; Καθόλου δεν σε αφορά εσένα η παρατήρηση του συγγραφέα! Έχεις στιγματιστεί  δια βίου ως …Αθηναίος. Το “Εξ Αθηνών ορμώμενος” πού θα το καταχωνιάσεις; Και πως -γράφοντας...- θα το ξεγράψεις;»

Είναι βέβαια η πρώτη φορά που δεν έχει δίκιο…