Κυριακή, 2 Ιουνίου 2013

Περίπατοι στη Φλωρεντία


Συνάντηση με τον Χρυσόστομο Τζημάκα και αποχαιρετισμός



Θα το γράψω πως σε άκουσα
Και πως κανένα έργο δε γίνεται χωρίς την άδειά σου
Εσύ δεν είσαι ένα κρυφό όνομα όπως εγώ
Είσαι θάλασσα
Κι εγώ σαν τη θάλασσα θα σε σέβομαι και θα σωπαίνω.


Νίκος Παναγιωτόπουλος
 «Σύσσημον»




Τι καλά που συναντηθήκαμε εδώ πέρα «Χρυσούλη»! Άφησέ με έτσι να σε φωνάζω. Ξέρω πως εσύ προτιμάς το «Χρυσόστομος» μα το πρώτο προσθέτει ζέστη και σχεδόν οικογενειακή θαλπωρή. Κι ίσως αυτό πιο κοντά στα συναισθήματά μου για σένα στέκει. Χωρίς να διώχνει το μεγάλο σεβασμό. Χωρίς να μεταπίπτει στην αυθάδεια. Έτσι εξ άλλου σε ονοματίζουν όλοι οι φίλοι. Έτσι σε αποκαλεί κι η Σάσα. Η αδελφή σου που στέκεται αγκιστρωμένη δίπλα σου μαζί με τον σύντροφό της το Νίκο, φρουροί που διώχνουν εδώ και χρόνια το κακό να μη σε σιμώνει.
Για δες εκεί! Το γιατρομάνι ύστερα από το μπούκωμα με τις καινούργιες θεραπευτικές εμπειρίες και τις σοφίες των experts στο Συνέδριο ξεχύνεται βλέπεις -όπως άλλωστε ήταν κι αναμενόμενο- στα ακριβά μαγαζιά της πόλης για ψώνια περιωπής, δώρα ακριβά και στολίσματα για το σπίτι αλλοπρόσαλλα. Δύσκολο να συνοδεύσεις τέτοιους συναδέλφους. Σε άλλο μετερίζι ταγμένοι αυτοί. Άλλωστε ίσως δεν ξέρουν –τολμώ να πω- μήτε που κείται το Ουφίτζι. Τι καλά που ανταμώσαμε λοιπόν. Ξεχωριστοί και μόνοι όπως νοιώθουμε και μακρυσμένοι από του πλήθους τη συνάφεια. Σ’ αυτήν την σημαντική πόλη βρεθήκαμε αναπάντεχα.


                          Αλλά στη γεωγραφία του πνεύματος η έρημος είναι η μεγάλη ενότητα.
1

Φθινόπωρο πια. Στη χώρα της Τοσκάνης που ντύνεται σιγά σιγά τα χρώματα της απογυμνωμένης γης. Σκουραίνουν τα κυπαρίσσια της κι άλλο. Η ώρα της γονιμότητας πλησιάζει. Σπόροι μουλιάζουν στο χώμα για την καινούργια σοδειά των καρπών τη χρονιά που θάρθει. Νοτίζει το χώμα από τις βροχές. Ο Άρνος μοιάζει να κυλά ήσυχα τώρα. Τιθασευμένος μέσα στην υπερυψωμένη κοίτη του δίνοντας ζωή κι ομορφιά ανίκανος να προξενήσει άλλο κακό πια. Σαράντα χρόνια πριν, έξη μέτρα σχεδόν ανέβασε τα νερά του ύστερα από βροχές που κράτησαν για μέρες. Κι έφτανε αυτό για να πάρει στο διάβα του το νερό και η λάσπη μουσεία και μνημεία βλάπτοντας ανεπανόρθωτα την ιερή μνήμη της μεγάλης δημιουργίας. Όπως αυτή αναδείχτηκε στην πιο μεγάλη περίοδο του ανθρώπινου πνεύματος. ΄Εχουν πει για την Αναγέννηση πως σ’ αυτήν την περίοδο μοναχά «ο άνθρωπος αναγνώρισε την ποιητική φύση του αισθητού κόσμου». Και Φλωρεντία ίσον Αναγέννηση. Ίσον καρδιά του κόσμου. Κοίταγμα μπροστά προς την καινούργια εποχή. (Είσοδος στη μοντέρνα τέχνη. Μα και για την επιστήμη σημαίνει τη νέα εποχή, τη φιλοσοφία, τη λογοτεχνία και την ποίηση). Με βλέμμα στοργικό όμως και προς τα πίσω. Διαχρονικότητα και διάρκεια. Η ανθρώπινη δημιουργία και η σημασία της.

Φλωρεντία, Άρνος 
Κουράστηκες θαρρώ. Σε είδα να κοντανασαίνεις πρωτύτερα… Ας σταθούμε λοιπόν κάπου εδώ να ξαποστάσουμε. Καθώς θ’ ακούμε το Souvenir de Florence (ενθύμιο από τη Φλωρεντία) για έξη όργανα του Πιότρ Ιλιτς Τσαϊκόφσκι. Σου διαλέγω το Allegro con spirito. Γνωρίζω εδώ κοντά μια πολύ συμπαθητική τρατορία που θα ανταμείψει την κουραστική μας βόλτα. Θα πάρουμε και μια μποτίλια καλό Κιάντι (τι άλλο εδώ;) και θα πιούμε σαν τον παλιό καλό καιρό χωρίς τα «μη» της ιατρικής. Και θα αφήσουμε τον Πέτρο της μουσικής και πασών των Ρωσιών να συνοδεύει την ψυχή μας μ’ αυτό το σεξτέτο σε έξαψη. Μισοζαλισμένοι κάποτε θα ξεκινήσουμε όπως πρότεινες να αντικρίσουμε τις δυο όψεις του «Δαβίδ».



Φτάσαμε στην Πιάτσα ντε λα Σινιορία κι αντικρίζουμε αυτήν την υπαίθρια γλυπτοθήκη. Οι Μέδικοι ήξεραν καλά την τέχνη να χειρίζονται τα πάθη του λαού. Τέχνη και πολιτική στη σωστή δόση. Απλόχερα δοσμένα μέσα σε μια μονάχα πλατεία όλα μαζί. Στην ίδια πλατεία η καύση του Σαβοναρόλα.

Περσέας και Ανδρομέδα του Μπενβενούτο Τσελίνι, Πιάτσα ντε Λα Σινιορία Φλωρεντία  

Εδώ και το… μακέλεμα της Ανδρομέδας από τον Μπενβενούτο Τσελίνι (συγνώμη ...από τον «Περσέα» ήθελα να πώ!). Εδώ το πύρωμα της υψηλής αισθητικής. Σήμερα αντικρίζουμε πια τα αντίγραφα των γλυπτών που δεν ξεχωρίζουν όμως διόλου από τ’ αληθινά. Εδώ και το προοίμιο του αποκεφαλισμού του Γολιάθ απ’ αυτόν τον ηρωικό Δαβίδ. Αυτόν τον έφηβο με το φαρμάκι στα μάτια. Ω, Μικελάντζελο Μπουοναρότι θεϊκέ! Κι εδώ βρίσκεσαι...

Ο Δαβίδ του Μικελάντζελο, Πιάτσα ντε Λα Σινιορία Φλωρεντία 


Τώρα ο Δαβίδ λίγο σαν χαμένος στο πλήθος μου φάνηκε . Σα να ποζάρει αμήχανα σε λαίμαργους φωτογράφους ιδίως Ιαπωνικής προέλευσης. Η ουρά στο Ουφίτζι σταθερή παραμένει εδώ και δυο ώρες στο μήκος της λίγο πιο κει κάτω από το ερευνητικό του βλέμμα. Αμείωτη στην προσέλευση η ανθρωποθάλασσα που συρρέει στην κατανάλωση της τέχνης. Θα το σφεντονιάσει αυτό το πλήθος ο Δαβίδ; Θα εμφανιστεί μήπως ο κινηματογραφικός συνάδελφός μας -στην ιατρική επιστήμη εννοώ- Χάνιμπαλ Λέκτερ να ξεκοιλιάσει τον πρώτο φωτογράφο; Κι ύστερα από τα παράθυρα του Παλάτσο Βέκκιο προβάλλοντας σαν τον Ιάσωνα που σηκώνει το Δέρας να τον πετάξει κάτω σαν άδειο σακί; Παραήπια μάλλον. Παραλογίζομαι και φλυαρώ. ΄Ωρα για την Γκαλερί της Ακαδημίας. Ο …κανονικός Δαβίδ μας περιμένει! ΄Ομως ας παρεκκλίνουμε περνώντας για λίγο στις όχθες του Άρνου στη γέφυρα του Πόντε Βέκκιο. Τη μόνη γέφυρα που σεβάστηκε ο Χίτλερ όταν κατέλαβε την Ιταλία και κατέστρεψε όλες τις γέφυρες της Φλωρεντίας. Και τίποτα άλλο δεν πείραξε από το μουσείο αυτό το μεταμορφωμένο σε πόλη. Ενώ οι εχέφρονες σύμμαχοι, σε άλλη χρονική στιγμή και σε άλλη περίσταση, ας θυμηθούμε μονάχα τι φρίκη προκάλεσαν στη Δρέσδη (τη «Φλωρεντία του ΄Ελβα» για να εξηγούμαστε…).

Πόντε Βέκκιο 

Τα τόξα της γέφυρας σηκώνουν υπομονετικά το πλήθος που πηγαινοέρχεται μέσα στη στοά των κοσμηματοπωλείων (που κρατούν μια ανάμνηση απλώς από το μεγαλείο που κάποτε ανάστησε εδώ η συντεχνία των αργυροχρυσοχόων της πόλης). Σε παρατηρώ με πόση στοργή σχεδόν παρακολουθείς τους υπαίθριους ζωγράφους σκύβοντας πάνω από το καβαλέτο τους. Χαμογελάς ανεπαίσθητα.
«Ο ζωγράφος είναι ο άρχοντας της οικουμένης»
2 μου πετάς.

Ο Χρυσόστομος. "επί το έργον" (Αρχείο Χ.Τ.)

Ξέρω πως εσύ θα τόκανες αλλιώς. Αν είχες προνοήσει -ή καταφέρει- να κουβαλήσεις μέχρι εδώ τα σύνεργά σου. Πόσες φορές σχολιάζοντας πίνακες δε συνήθιζες να φέρνεις τις παλάμες μπροστά στο οπτικό πεδίο καδράροντας το κύριό του θέμα. Κι άλλοτε κρύβοντας ένα μέρος του πίνακα να ανακαλύπτεις πόσο καλά συμπληρώνει το κρυμμένο κομμάτι το έργο. Και θετικά κατανεύοντας πόσες φορές δεν συμπλήρωσες: «Όμως εδώ ήθελε λίγο κόκκινο! Όχι πολύ. Ελάχιστο. Δες το με λίγο κόκκινο πως αλλάζει…». ΄Ηξερες καλά κι αυτή την τέχνη. Τα τελευταία χρόνια η λιτότητα, η θεματική φλεγματικότητα, η κατάργηση κάθε φλυαρίας, οι αδρές -φορές αφαιρετικές και ιμπρεσιονιστικές -γραμμές η χρωματική πρωτοτυπία και ποικιλότητα μας αξίωσαν ν’ αναπαύσουμε πάνω στη δουλειά σου τα μάτια μας και να ζηλέψουμε ένα από τα πολλά σου ταλέντα. Και να αντιληφθούμε πως η σοφία του πνεύματός σου και ο ψυχικός σου πλούτος έφτασαν στο πιο ψηλό τους σημείο. Στην ώρα της μεγάλης ωριμότητας.


Ρόδια (Αρχείο Χ.Τ.)

Τυχαία, καθώς είναι και φθινόπωρο, φέρνω στο νου μου τα ανεπανάληπτα «ρόδια» σου. Μα και τις άλλες θαυμάσιες «νεκρές φύσεις» σου. Και τα τοπία που διάλεξες να καθηλώσεις στον καμβά. Με νοσταλγία, ποιητικότητα, θλίψη. Τη θλίψη που φέρνει ο χρόνος με την ωριμότητα και τη σοφία που προσθέτει. Τα χωμάτινα χρώματα του Βογατσικού. Της πατρίδας που μαραίνεται. Και πώς ανάμεσά τους ξεφύτρωναν εκείνα τα αναπάντεχα μπλε; Μα και τα λευκά και τα πράσινα και τα κόκκινα βεβαίως… Ωριμότητα της τέχνης και υψηλό σημείο της διαδρομής!

Στο πατρικό σου σπίτι στο χωριό κάθισες πριν από χρόνια και ζωγράφισες με υπομονή τους τοίχους. Εδώ μια πλεξούδα με σκόρδα. Πιο κει μια αρμαθιά καλαμπόκια . Και μια δυο πέρδικες θαρρώ σκοτωμένες σε κυνήγι. Καυχήθηκες πως αρκετοί ακουμπάνε τα σκόρδα γιατί δεν ξεχωρίζουν αν είναι αληθινά η ζωγραφισμένα. 

Δεν είχαν άδικο οι άνθρωποι Χρυσούλη!

Σκόρδα, πλαστικό-τοιχογραφία στο σπίτι του στο Βογατσικό (Αρχείο Χ.Τ.)


΄Εχουν μιλήσει πολλοί για τη τέχνη σου. Η κ. Ε. Γεωργιάδου-Κούντουρα καθηγήτρια στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης  κριτικός Τέχνης μας λέει:

«Όπως για κάθε καλλιτέχνη , έτσι και για τον Χρυσόστομο Τζημάκα, η τέχνη είναι η έκφραση ενός δίπολου προβλήματος, εσωτερικής αναγκαιότητας και επικοινωνίας. Η συγκίνηση από την άμεση επαφή με τη φύση και την περιδιάβαση σε γνώριμους τόπους, στο Βογατσικό, στα βουνά και στις λίμνες της Δυτικής Μακεδονίας, διοχετεύεται στη σχηματοποίηση των ιδιαίτερων όγκων και στο λυρισμό των χρωμάτων και των αποχρώσεων, ενώ οι μεταξύ τους συνδυασμοί μεταφράζονται στην αρμονία της σύνθεσης» 
3.

Χρυσά τώρα τα νερά στο ποτάμι. Ένας ήλιος τα πλουταίνει και τα καταποδιάζει στην αιώνια ροή τους. Πόλεις με ποτάμια. Με τη ζωή να κυλά στο σώμα τους. Αθάνατες και ευλογημένες. Μια μελαγχολία όμως τώρα με κυριεύει. Κι αυτό μου συμβαίνει όταν νιώθω πως αγαπώ πολύ αυτόν τον κόσμο τον νοητό. Κι όταν αγγίζω στιγμές ευδαιμονίας κι ευτυχίας όπως αυτήν που ζούμε τώρα εδώ. Εχω μαζί μου τα «Σονέτα» του Φρανζέσκο Πετράρκα (Πετράρχη). Πως θα μπορούσα να ’ρθω άοπλος στη Φλωρεντία; Ο θρήνος του για τη Λάουρα -την αιώνια γυναίκα- ο υψηλός στοχασμός- ο επιγραμματικός και άλλοτε λυρικός λόγος, η παντοτινή θλίψη των ποιητών. Η μεταφράστρια γράφει στη εισαγωγή:

«Πολλές φορές η ποίησή του είναι σαν ένα μουσικό κομμάτι.
Η φαντασία παίζει με τη φύση, τη μελωδία , τη θλίψη, την αγάπη. Ξαφνικά η σάλπιγγα της ματαιότητας ηχεί και σε χτυπά κατά πρόσωπο. Τα τρομπόνια αναγγέλλουν τη θύελλα, ο έρωτας, το πρώτο βιολί ξεψυχά και όλη η ορχήστρα της ποίησης του θρηνεί πάνω στην επερχόμενη συμφορά: το θάνατο. Καθώς οι απαισιόδοξοι στίχοι κατρακυλούν στο σκοτάδι, να πάλι που η ζωή η ίδια συνεπαίρνει τον ποιητή μουσικό και πάλι κόκκινοι ήλιοι οι στίχοι ανατέλλουν, τα τρομπόνια σιωπούν η Λάουρα κι η φύση ηχούν γλυκά, γεμάτες σάρκα και πράσινο κι ο άνθρωπος απολαμβάνει ότι του ανήκει».
4

Πετράρχης-περιστήλιο Ουφίτσι 


Κάθομαι και σου διαβάζω το Σονέτο με αριθμό XXXII :
΄Οσο περισσότερο πλησιάζω στην ύστατη ώρα
που η ανθρώπινη ζωή έδαφος χάνει και φεύγει,
Τόσο ξάστερα βλέπω τον χρόνο ταχύ κι αλαφρύ να σέρνει
την ελπίδα μαζί του-ανόητη, μάταιη. Φτάνει τώρα,
λέω τότε σ’ εμέ και για αγάπη όχι άλλα λόγια,
Γιατί το αμαρτωλό και γήϊνο σώμα μας πια,
Ανάλαφρο σαν το χιόνι γλιστρά,
Κι εμείς τη γαλήνη θα βρούμε στην ουράνια χώρα.
Με το σώμα μας κι η ελπίδα φεύγει γλιστρά,
Που τόσο μακρύ χρόνο αυτή μας ξεγέλασε
Με τη χαρά, το κλάμμα, το φόβο την οργή.
Ετσι θα δούμε ξεκάθαρα πια, πόσο συχνά
Με τα αμφίβολα πράγματα κανείς τη ζωή πέρασε
Και πόσο άδικα γι αυτά πολλές φορές στέναξε. 5

Σου διαβάζω και βλέπω την ηρεμία και τη γαλήνη να κάθονται στοχαστικά στο πρόσωπό σου. Εμένα το ποίημα αυτό με θλίβει βαθιά. Εσύ που από καιρό βρίσκεσαι σε μια άλλη διάσταση -στην άλλη όχθη;- ίσως θεωρείς κάπως υπερβολική αυτή μου τη στάση.


Καθώς δρασκελίζουμε ανάμεσα στο πλήθος και τη στοά του Ουφίτζι που οδηγεί και πάλι στην σκουληκόβραση της πιάτσα ντε λα Σινιορία ατενίζουμε ψηλά στο περιστήλιο τις μορφές που η Φλωρεντία θέλησε να τιμήσει στις προθήκες της. Ο Τζιότο, ο Μακιαβέλι, ο Ντονατέλο, ο Ντάντε ,ο Πετράρχης, ο Λεονάρντο Ντα Βίντσι. Στέκομαι σ’ αυτόν και σου θυμίζω πως το πρότυπο του Homo Universalis που θεμελίωσε ετούτος ο άνδρας στην ιστορία της τέχνης και των επιστημών -τόσο ώστε πολλοί να του αποδίδουν και μυστικές θεϊκές και εξώκοσμες ιδιότητες (μετεμψύχωση του Πυθαγόρα, επανεμφάνιση του Ερμή του Τρισμέγιστου κλπ )- τι άγχος και δέος μπορεί να γεννήσουν σ’ έναν άνθρωπο της σημερινής εποχής. Που ζει βέβαια περισσότερο χρόνο εδώ πάνω μα τόσα λίγα μαθαίνει για την αληθινή ζωή. Αλλά επανέρχομαι σ’ αυτά που θέλω χρόνια τώρα να σου πω. Γιατί στην Ελλάδα των επιτηδείων και των επικηδείων απωλέσαμε με τον καιρό Χρυσούλη μου το χάρισμα, την αξιοπρέπεια και την ευθύτητα να λέμε εγκαίρως αυτά που πρέπει. Γι’ αυτό ας προχωρήσουμε για να σου εξομολογηθώ ότι μπορέσω:


Λεονάρντο Ντα Βίντσι-περιστήλιο Ουφίτσι 

Τον Λεονάρντο τον έσωσε από την Ιερά Εξέταση η πρόνοιά του να γράφει ανάποδα τα κείμενά με τις ανατομικές περιγραφές που έκανε παράνομα, ανατέμνοντας νεκρά σώματα, κατά παράβαση των δοξασιών και των νόμων της παπικής εξουσίας. Τα ανατομικά του σχέδια παραμένουν μνημειώδη και εξαιρετικής ακρίβειας έκτοτε. Όμως στη δεκαετία του ’80 γνώρισα κι έναν απόγονο του Λεονάρντο στη ...Θεσσαλονίκη. Στο μάθημα της Περιγραφικής Ανατομικής όταν χρειάστηκε να συγκεντρωθούμε γύρω από το μαρμάρινο τραπέζι, όπου πάνω του ξάπλωνε ένα άψυχο ανθρώπινο σώμα -με την αποκρουστική μυρωδιά της φορμόλης να φτάνει μέχρι το μυαλό διαποτίζοντας τα πάντα- παρηγοριά μου υπήρξαν εκείνοι οι πελώριοι ανατομικοί πίνακες μελέτες εξαιρετικές και ζωγραφικά τεκμήρια ενός μεγάλου ταλέντου που κάποτε είχε περάσει σαν φοιτητής από εκείνο το ανατομείο. Σαν ένας άλλος Ντα Βίντσι -χωρίς το φόβο της Ιερής Εξέτασης βέβαια- αποτύπωσε ζωγραφικά τις ανατομικές του σπουδές με τέτοιο τρόπο ώστε ο αυστηρός ο φόβος και ο τρόμος της Ιατρικής Σχολής, ο  καθηγητής Αλέξανδρος Σάββας ν’ αποφασίσει να τις κρατήσει μόνιμα στη συλλογή της Σχολής και να τις αναρτήσει μάλιστα στους τοίχους του ανατομείου. Στην υπογραφή διάβασα περιχαρής: «Χ.Τ. Τζημάκας!». Βιάστηκα να πω, εκτός των άλλων, στους συμφοιτητές μου: «Αυτός είναι συμπατριώτης μου!». Το ταλέντο σου δεν κρύβονταν ποτέ και πάντοτε μεγαλούργησε. Κι άλλες φορές στο μέλλον συνέβη. Εξαιρετικές εκδοτικές επιμέλειες και ζωγραφικές αποδόσεις όπως στο βιβλίο της Ορθοπεδικής του αείμνηστου Παναγιώτη Συμεωνίδη και στο μικρό εγκόλπιο για την κλινική εξέταση στην Πνευμονολογία. Και πόσες ακόμα φορές δεν συνάντησα και πάλι αυτόν τον καλλιτεχνικό οίστρο να παντρεύει την ιατρική με την Τέχνη. Και μια αγαθότατη, ιερή σχεδόν, αφιλοκέρδεια μαζί με την γενναιόδωρη προσφορά όπου κι αν σου ζητήθηκε. Όλα δοσμένα με αρχοντιά και αριστοκρατική αποστασιοποίηση.

Το τμήμα βρογχοσκοπήσεων πρώτο και πρότυπο στη Βόρεια Ελλάδα έκανε γοργά βήματα στη διάγνωση του βρογχογενούς καρκίνου, γρήγορα έδωσε και τη νέα γενιά των βρογχοσκοπιστών που συνεχίζουν και "πίνουν νερό στ’ όνομά σου". Γιατί στάθηκες γι’ αυτούς και Δάσκαλος μαζί και φίλος που τους δίδαξε εκείνο με το οποίο αργότερα θα κέρδιζαν το ψωμί τους έχοντας τη χαρά, τη μεγάλη τιμή και ευκαιρία να προσφέρουν στον πάσχοντα άνθρωπο. Όλοι οι μαθητές σου πάντοτε μιλούσαν για σένα με λόγια λατρείας και πραγματικής ευγνωμοσύνης. Κι ύστερα πώς να μην εκτιμήσουν τον Δάσκαλό τους που ποτέ δεν υπήρξε ένας «αργυρώνητος» γιατρός; Εσένα δηλαδή που δεν άντεξες μήτε δυο χρόνια να κρατήσεις ιδιωτικό ιατρείο. Και δεν δόθηκες ποτέ σ’ αυτό που λέμε «ιδιωτικό επάγγελμα». Πόσες φορές δεν σ’ άκουσα να λες: «Ζω ασκητικά. Έχω περιορίσει στο ελάχιστο τις καταναλωτικές μου ανάγκες!». Σπίτι δικό σου απόχτησες τα τελευταία δέκα χρόνια. Δόθηκες στην Εκπαίδευση, στην Τέχνη και την Επιστήμη με όλο σου το είναι. Ποιός σου ζήτησε και δεν πήρε; Πάντοτε μ’ εκείνο τον μειλίχιο τρόπο, με την φωνή βάλσαμο μίλησες στους ανθρώπους κι έδωσες. Τι άλλο από το πρότυπο του Αναγεννησιακού Άνδρα ήταν λοιπόν αυτό; Δια βίου εκπαίδευση και μελέτη, δουλειά μέχρι τη στερνή ώρα και προσφορά. ΄Ησουν -και παρέμεινες- μια ζωντανή αγιογραφία που ποτέ δεν απογοήτευσε (διαψεύδοντάς τον) κανέναν.

Βαπτιστήριο, Ντουόμο 

Περνάμε τώρα μπροστά από την πλατεία της Ντουόμο. Στα δεξιά μας το Βαπτιστήριο. Κάτω από το θόλο του «εβαπτίσθη εις Χριστόν» και ο Ντάντε ακόμα. Σ’ αυτόν το θόλο δεσπόζει το Βυζάντιο. Υπενθύμιση πως από τούτα τα μονοδιάστατα ψηφιδωτά, που μιμούνται φανερά την τέχνη των Βυζαντινών, θα ξεπηδήσει η προοπτική, η άλλη διάσταση και η νέα Τέχνη. Ο θόλος αυτός είναι η μήτρα όπου μέσα της κυοφορούνταν επί χρόνια ένας Μαζάτσιο που πρώτος αυτός θα τολμούσε να δείξει ένα θρησκευτικό θέμα με προοπτική. Στις θύρες του Βαπτιστηρίου (Αχ, αυτές οι «Πύλες του Παραδείσου» όπως τις αποκάλεσε ο Μιχαήλ ΄Αγγελος!) υπάρχει η κατάθεση του έργου μιας ζωής. Ο Γκιμπέρτι, για πενήντα σχεδόν χρόνια σκάλιζε τα θέματα του και έχυνε στα καλούπια του το χαλκό ώστε να ολοκληρώσει τέσσερις πόρτες όλο κι όλο. Όμως θαρρείς πως διόλου εδώ δεν παρεμβλήθηκε ανθρώπινο χέρι μα μονάχα η θεϊκή πνοή σε τούτη την τέχνη. Δίπλα τα πράγματα είναι επίσης εντυπωσιακά. Ο Μπρουνελέσκι καπέλωσε με τον περίφημο τρούλο του τη Σάντα Μαρία Ντελ Φιόρε και ο Τζιότο κάρφωσε ένα απίθανο γραμματόσημο στον ουρανό της Φλωρεντίας, το ομώνυμο κωδωνοστάσιο του, έκτοτε το πιο -ακατάρριπτα- ψηλό σημείο της πόλης.

Από τις Πύλες του Παραδείσου του Γκιμπέρτι, Βαπτιστήριο 

Στην Γκαλερί της Ακαδημίας εδώ στη Φλωρεντία αξίζει να πάει κανείς μόνο και μόνο για ν’ αντικρίσει κάτω από ιδανικές συνθήκες τον «Δαβίδ». Αυτό το δεύτερο κοίταγμα που μου ζήτησες επιτακτικά είχε ν’ αποκαλύψει πολλά. Κάποια στιγμή νόμισα θα καταρρεύσω από τη μαζεμένη ομορφιά που αντίκρισα. Ύστερα απλώς αφέθηκα να βαδίζω προς αυτόν. Τον βλέπω στο βάθος κάτω από φωτεινό θόλο. Δεξιά κι αριστερά μου πάλι γλυπτά του Μιχαήλ Αγγέλου μισοτελειωμένα. ΄Η μήπως όχι; Μήπως απλώς πρόκειται να σταθούν η αφορμή για τη νέα εποχή της γλυπτικής; «Ο νεαρός σκλάβος», «Ο σκλάβος που σπάζει τα δεσμά του», «Ο Άτλας», «Ο Άγιος Ματθαίος», μια απολύτως θρηνητική «Πιετά». Για πρώτη φορά διαπιστώνω πως μπορεί ένα έργο να φτάσει στο σημείο να ζητήσει από τον καλλιτέχνη να το λυτρώσει. ΄Η τουλάχιστον -να το πω αλλιώς- πως δύναται ένας καλλιτέχνης να καταφέρει να πείσει το θέμα του να του ζητήσει να ελευθερωθεί από τη σκληρή πέτρα μέσα; Κι ο Μικελάντζελο αφήνει το έργο μισοτελειωμένο. Χωρίς κανένα φινίρισμα. Αγριεμένες επιφάνειες, αδρές γραμμές που οριοθετούν τα πρόσωπα και τις εκφράσεις. Μυώνες που τεντώνονται υπερβολικά και πασχίζουν να σπάσουν την πέτρα. Ξάφνου αυτή μοιάζει με ρούχο που κάποια στιγμή θα καταφέρουν να πετάξουν από πάνω τους. Αυτό είναι πραγματικό μεγαλείο της τέχνης. Ο Μικελάντζελο αφήνει στα γλυπτά του το αιώνιο δικαίωμα να βγουν μόνα τους έξω από το μάρμαρο. Δακρύζουμε κι ο δυο ταπεινοί προσκυνητές μιας τέτοιας τέχνης.

Πιετά, Λεονάρντο Ντα Βίντσι-Μουσείο Ακαδημίας  

Οδεύουμε τώρα, σχεδόν υπνωτισμένοι, προς τον Δαβίδ. Το πλήθος πειθαρχεί στις οδηγίες, δεν φωτογραφίζει πια, σιωπά. Κοιτάζω από τα δεξιά τον Δαβίδ. Το βλέμμα του ίσιο, διερευνητικό και ατάραχο. Το λευκό μάρμαρο φωτίζεται από πάνω έτσι οι απαραίτητες σκιάσεις πέφτουν καίρια στο πρόσωπο. Και τότε ...βλέπω μέσα στο νεανικό πρόσωπο, μέσα στη εφηβική αφοβιά και τόλμη: δυο κάτασπρα μάτια που ξερνάνε αίμα! Η επόμενη στιγμή καθώς η σφεντόνα θα ξετυλιχτεί από την πλάτη και η πέτρα γοργά θ’ αφήσει τη μισάνοιχτη παλάμη. Μέχρι τη στιγμή που ο αόρατος σε μας Γολιάθ θα πέσει νεκρός και μέχρι την ώρα του αποκεφαλισμού του, όλα τούτα θα εξιστορούνται από εκείνη τη ματιά και από ’κείνο το όμορφο σώμα που ατάραχο και έτοιμο λέει: « Θα σκοτώσω!». Η λευκότητα του μαρμάρου το αθωώνει. Ο Μιχαήλ Άγγελος του χαρίζει την αθανασία. Κρατώντας κι αυτός το δικό του μερτικό.

Ο Δαβίδ του Μικελάντζελο, Πιάτσα ντε Λα Σινιορία Φλωρεντία  



Τις επόμενες δυο μέρες βαδίσαμε στους κήπους Μπόμπολι πίσω και πάνω από το Παλάτσο Πίτι. Αντικρίσαμε την γνώριμη εικόνα της Φλωρεντίας από το πλάτωμα με το κωδωνοστάσιο του Τζιότο και τον τρούλο του καθεδρικού στη Σαντα Μαρία Ντελ Φιόρε που ο Φίλιππος Μπρουνελέσκι- θαμμένος τώρα σε κρύπτη κάτω από το ναό- ύψωσε με τέχνη αλλά και κόπο πολύ. Σαν συστάδα από κυπαρίσσια ένα γύρω είδαμε να στέκουν: ο τρούλος του σαν Λορέντσο, οι πύργοι του Παλάτσο Βέκιο και του Μπαρτζιέλο, το κωδωνοστάσιο του Σαν Μάρκο. Κάτω από αυτά τα σημεία κρύβονται Χρυσούλη ότι θυμόμαστε κι ότι αγαπάμε από την Τέχνη της Αναγέννησης.

Φλωρεντία, άποψη από τους κήπους Μπόμπολι 



Ο Βάκχος του Μικελάντζελο και η Πιετά που μέσα στην παραζάλη για την τελειότητα αυτός μισοκατέστρεψε. Η Μαρία η Μαγδαληνή του Ντονατέλο σε ξυλόγλυπτο και ο Δαβίδ του ιδίου, οι καταπληκτικές τοιχογραφίες του παρεκκλησίου των Μάγων, ο τρομερός Περσέας του Μπενβενούτο Τσελίνι, τα φρεσκό του Φρα Αντζέλικο μέσα στα κελιά των μοναχών του μοναστηριού και ο περίφημος Ευαγγελισμός του, η Μαντόνα της θάλασσας του Σάντρο Μποτιτσέλι. Και η Μαντόνα του Ντομένικο Γκιρλαντάο. Πιο κει στον επιβλητικό ναό της Σάντα Κρότσε φωλιάζει «ο Άγιος Φραγκίσκος» του Τζιότο. Κάτω από τη στέγη της φιλοξενούνται οι τάφοι του Μικελάντζελο, του Γαλλιλαίου, του Μακιαβέλι και του Τζοακίνο Ροσίνι οργανίστα της εκκλησίας προτού αυτός ταξιδέψει για Δρέσδη και Παρίσι. Και βέβαια το κενοτάφιο του Ντάντε Αλιγκιέρι.




Σάντα Κρότσε, Τάφος Μιχαήλ Αγγέλου


Βαδίσαμε στους κήπους και σου είπα πως θα ήθελα αν μπορούσαμε να φορέσουμε τα νιάτα πάνω μας (καμώματα του Φάουστ…) και τις στολές από μετάξι με τον μανδύα των δυο Φλωρεντίνων νέων που είδαμε πρωτύτερα στο παρεκκλήσι Μπανκράτσι στις θαυμάσιες τοιχογραφίες καμωμένες από την τριάδα των Μαζολίνο, Μαζάτζιο και Λίπι.
                   «Και δαχτυλίδι να μην ξεχάσουμε!», μου είπες γελώντας
                   «Με μια μόνο στη θέση αδάμαντος βέρα χρυσή   
                      ανεμώνη…»6.

Θυμηθήκαμε εδώ τις κοινές μας συμπάθειες. Τον Αριστοτέλη, τον τραγικό Ίωνα Δραγούμη (μια φορά δεν θυμάμαι να τον ονοματίσαμε μαζί χωρίς εκείνο το «αχ» το αγιάτρευτο…), τον εξαιρετικό Εμμανουήλ Ροΐδη που τόσο συχνά τελευταία στα γραφτά σου προσπαθούσες να μιμηθείς σε ύφος και λεπτότητα του χιούμορ. Σχέδια πάλι κάναμε για εκδόσεις βιβλίων με θέμα την ιδιαίτερη πατρίδα. «Γράφω» μου είπες «και βιάζομαι να προλάβω να τελειώσω ένα βιβλίο». Βιαζόσουν κι ωστόσο δεν αρνήθηκες -και πόσο γενναιόδωρα!- να προλογίσεις το βιβλίο μου που κυκλοφόρησε πριν από δυο μήνες. Και το διόρθωσες με στοργή και με προφύλαξες με σοφία από πολλά ατοπήματα, λάθη και πλεονασμούς.
Μου έγραψες τότε: «Οι σημειώσεις στα κείμενά σου έγιναν με καλή πρόθεση και αγάπη στο πρόσωπό σου. Αν θέλεις τις αξιοποιείς. Εύχομαι επιτυχία στην ολοκλήρωση του έργου σου». Σαν να μου ζητούσες κιόλας συγνώμη και κατανόηση για… την φροντίδα που έδειξες και τον κόπο που κατέβαλες! Τόσο μεγάλη ήταν πάντοτε η καρδιά σου! Τέτοιος ο πλούτος που σαν αύρα ξεχύνονταν γύρω σου. ΄Ηρθες ασθμαίνοντας -όπως πάντα τελευταία- και μου τ’ άφησες στο ιατρείο θυμάμαι. Και λίγες μέρες μετά μου έφερες και «το δικό σου παιδί» που πάλευες από πέρυσι να εκδόσεις. Σε περιορισμένα αντίτυπα και μόνος σου να τα προσφέρεις σε όσους θεωρούσες δικούς σου ανθρώπους. Το εξαιρετικό αυτό λεύκωμα με τη ζωγραφική σου τέχνη να ξετυλίγεται μαζί με το ταλέντο σου στη μακέτα είχε ένα προλογικό σημείωμα συγκλονιστικό:




«Ονειρεύτηκα κάποτε πως ταξίδευα στο Σύμπαν. ΄Επαιζα λέει, μουσική χτυπώντας τις χορδές του ουράνιου τόξου κι οι φθόγγοι αναδύονταν σαν τα φωτόνια από το πολύχρωμο πεντάγραμμο της Ιριδας, που ανέβαινε ψηλά στη χώρα των Θεών. Διακονιάρης της ομορφιάς του Κόσμου, βάλθηκα από τότε να μαζεύω τα φωτόνια με τη σπαθίδα και να τα καθηλώνω πάνω στον καμβά» 
7.
Έτσι ακριβώς Χρυσούλη… Με το χρωστήρα, με τη σπαθίδα με την καρδιά! Τέτοιο το πρόγραμμα και το περίγραμμα της ζωής σου...
Τις υπόλοιπες μέρες τις ξοδέψαμε απαγγέλοντας Ντάντε και Σονέτα του Πετράρχη στα προαύλια των μουσείων όταν ο κόσμος γύρω μας λιγόστευε. Μια μέρα σε μπέρδεψα πολύ. ΄Εβγαλα ένα κιτάπι καταχωνιασμένο στο σακίδιό μου και σου διάβασα:

«Γιατί μα γιατί ενώ όλος ο κόσμος είναι τόσο ήσυχος και ατάραχος, εγώ να είμαι τόσο ταραγμένος κι ανήσυχος, τόσο φριχτά ταραγμένος και ανήσυχος; Γιατί είμαι τρελός και κείνοι είναι φρόνιμοι!» 
8.
«Ίωνος ανέκδοτα ημερολόγια…» σε απάλλαξα από το μάταιο ψάξιμο. «Για πόσους αλήθεια δε φαντάζουμε τρελοί -τρελότατοι μάλιστα και μεις;». Νόμισα λοιπόν πως τρελάθηκα για τα καλά όταν στην εκκλησία της Σάντα Μαρία Νοβέλα, δίπλα στο σιδηροδρομικό σταθμό της Φλωρεντίας, είδα πάνω στη νωπογραφία με τη γέννηση του Αγίου Ιωάννη του βαπτιστή σε απόδοση του Ντομένικο Γκιρλαντάο μια αέρινη γυναίκα να εισχωρεί στη σκηνή με λευκά ρούχα κι ένα πανέρι φρούτα στο κεφάλι. Φοράει σανδάλια και στο δεξί της χέρι μεταφέρει δυο φιάλες με κρασί. Βαδίζει, με αρχαιοελληνική μεγαλοπρέπεια και γυναικεία χάρη, σαν ερωτική οπτασία. Ίσως ήταν η απεικόνιση του άϋλου. Του ακατόρθωτου.

Ύστερα από λίγο σταθήκαμε στο πλάτωμα της Μικελάντζελο Πιατσάλε -κοντά σ’ έναν χαλκοπράσινο τούτη τη φορά σωσία του Δαβίδ- και κοιτάξαμε τη Φλωρεντία μέσα στην ομίχλη ακούγοντας το Alegro moderato από το Κονσέρτο για βιολί σε D major Op. 35 του Τσαϊκόφσκι που αυτός συνέθεσε τον καιρό της διαμονής του στην πόλη. Και με σολίστα τον Δαβίδ Όϊστραχ φυσικά.
Χαιρετηθήκαμε και χωρίσαμε σούρουπο.

Επέστρεψα με το γυιό μου ξημερώματα στις 17 Σεπτεμβρίου στη Θεσσαλονίκη. Την προηγούμενη έβρεχε στη Φλωρεντία όλη μέρα. Η γυναίκα μου στο σπίτι μου ανάγγειλε το θάνατο σου. Σε είχαν κηδέψει στις 16. Τραγική ειρωνεία: ΄Εξι μήνες πρωτύτερα είχα παρατείνει για μια επιπλέον μέρα τη διαμονή μου στη Φλωρεντία! Για να προλάβω ίσως να γυρίσω μαζί σου αυτά τα μουσεία. Σ’ αυτήν την μέγιστη αισθητική περιδιάβαση. Για να μην μου πεθάνεις…

Το Σάββατο στις 19 Σεπτέμβρη όμως βρήκα το φρεσκοσκαμένο μνήμα σου. Βεβαιώθηκα πως ήταν αλήθεια. Διάβασα και τ’ όνομα στην μικρή πλάκα. Απόθεσα τα κεριά μας και τα λουλούδια. Σ’ άφησα σ’ ένα σωρό χώματα από κάτω -εσένα!- ν’ αντικρίζεις πρώτος απ’ όλους μας τον ήλιο το πρωΐ…
Μας ορφάνεψες Χρυσόστομε!

Σοφοί ορθωμένοι μέσα στην άγια φωτιά του Θεού
Λες στο χρυσό ψηφιδωτό ενός τοίχου,
Βγείτε απ’ την άγια τη φωτιά, στριφογυρίστε μες στο στρόβιλο,
Γενείτε δάσκαλοι του τραγουδιού για την ψυχή μου.
Κάψετε την καρδιά μου και αναλώστε την. ΄Αρρωστη του πόθου δεμένη σ’ ένα ζώο που ξεψυχά.
Δεν ξέρει τώρα τι είναι.
Και δεχτείτε με στην τεχνουργία της αιωνιότητας.
 9.

Επιτοίχια ελληνική επιγραφή στο παρεκκλήσιο Μπανγκράτσι

Αναφορές

1. Νίκος Παναγιωτόπουλος «Σύσσημον», Ινδικτος 2006
2. Λεονάρντο Ντα Βίντσι «Περι ζωγραφικής». Βικελαία Δημοτική Βιβλιοθήκη, Ηράκλειο Κρήτης 1988
3. Ευθυμία Γεωργιάδου- Κούντουρα Σκέψεις για τη ζωγραφική του Χρυσόστομου Τζημάκα στο Λεύκωμα «Εικαστικές δημιουργίες» που ιδίοις αναλώμασιν ο Χ.Τ. εξέδωσε τον Μάϊο 2009.
4. Κατερίνα Γλυκοφρύδη Πρόλογος της μεταφράστριας στο βιβλίο «Εικοσιπέντε σονέτα και δυο τραγούδια του Francesco Petrarca», Εκδόσεις Γκοβόστη 1990.
5. Σονέτο με αριθμό XXXII, «Εικοσιπέντε σονέτα και δυο τραγούδια του Francesco Petrarca», Εκδόσεις Γκοβόστη 1990
6. Οδυσσέας Ελύτης
7. Σημείωμα του Χρυσόστομου Τζημάκα στο Λεύκωμα «Εικαστικές δημιουργίες», Θεσσαλονίκη Μάϊος 2009.
8. Ιωνος δραγούμη . Ανέκδοτα ημερολόγια 1902-1905, Γεννάδειος Βιβλιοθήκη.
9. W.B. Yeats Ταξίδι στο Βυζάντιο (σε απόδοση Γ. Σεφέρη) από τον τόμο «Ποιήματα», ΜΙΕΤ 1993.


Το αποχαιρετιστήριο αυτό κείμενο στον Χ.Τ. δημοσιεύθηκε  στην εφημερίδα «ΟΔΟΣ» τον Οκτώβριο του 2009.

1 σχόλιο:

  1. Εκπληκτικής ωραιότητας και έντονου συναισθήματος κείμενο για έναν σπουδαίο άνθρωποι που ήταν σε όλα πολύ καλός: γιατρός, δάσκαλος, ζωγράφος, λογοτέχνης, φιλόσοφος, φίλος. Η πλοκή με τα εκθέματα των μουσείων της Φλωρεντίας και η αναφορά στον μεγάλο Λεονάρδο δεν επισκίασαν την παρουσία του Χρυσόστομου Τζημάκα.
    Συγχαρητήρια πολλά και θερμά κ. Τσίγκα. Το λογοτεχνικό ταλέντο δεν κρύβεται.
    Δημ. Καραμήτσος

    ΑπάντησηΔιαγραφή