Ευγένιος Ντελακρουά, Η Σφαγή της Χίου
Κι ήταν φίλε μου που λες
Πίσσα το σκοτάδι μαύρο
Πίσσα κι οι ψυχές των ανθρώπων
Κι ο προβολέας του σκάφους
του Λιμενικού
Έδειχνε μονάχα στο πέλαγος
Ν’ ανθίζουν οι νεκροί στα κύματα επάνω.
Πώς βρέθηκαν εκεί
Κι βάρκα τους αναποδογυρισμένη
Κανείς δεν ήξερε…
Κι ο Πλεύρης με τον Βελόπουλο
Να κονταροχτυπιούνται
«Αν του τη ανάβεις» τώρα ή όχι
Του νεκρού παιδιού που δεν απαντά
στο αλτ τι ς ει
γιατί πια «δεν είναι»
Γιατί να την εξαιρέσεις τη σιωπή
των σφαγμένων αμνών
απέναντι στο αλτ τι ς ει
ενός υποτιθεμένου φαντάρου
από τη σκοπιά πάνω στα κύματα;
Κι η βάρκα αναποδογυρισμένη
Κι ο προβολέας να φέγγει τον μαύρο ανθό
Κι η θερμική κάμερα κλειστή.
Τίποτα να μη σε ζεσταίνει στη σφαγή
που βλέπεις
Στο Μερσινίδι
δίπλα στο λιμάνι της Χώρας
στη Χίο
Στο νησί που ξέρει
κι από σφαγές
κι από προσφυγιά.
