Πέμπτη 9 Φεβρουαρίου 2017

Η λακκούβα





Οι συμμαχικοί βομβαρδισμοί πάνω από την ...Θεσσαλονίκη [φωτ. απο το διαδίκτυο].



Στον Νίκο Δήμου που εξαναγκάστηκε

να ..."εκκενώσει" το  blog του (εξαιτίας βομβιστών!)




«Θα πρέπει να τον πάρουμε και τον παππού από δω. Θα ξεσπιτωθούμε κυριακάτικα. Θα πάμε σ’ ένα χωριό εξήντα χιλιόμετρα μακριά. Στο παλιό σπίτι της αδερφής μου. Εκεί όλοι έχουν πεθάνει πια. Κανείς δεν μένει. Όμως θα πάνε από βραδύς τα παιδιά ν’ ανάψουνε τις σόμπες να ζεστάνει λίγο το σπίτι να μη πλευριτωθεί ο γέρος. Θα πάρουμε μαζί μας υποσέντονα, πάνες, αλλαξιές και τα φάρμακά του… Τί να κάνουμε; Αφού πρέπει να την πάρουν από ’δω τη μπόμπα  πρέπει να λάβουμε τα μέτρα μας…». 

Ο άλλος μου είπε: «Δεν θα φύγω εγώ να χορεύουν οι νοικοκυραίοι δω μέσα. Ξέρεις τώρα… Οι κύριοι κλέφτες…»  μου έκανε κλείνοντας το μάτι. 

Τέτοια μου έλεγαν χτες στα σπίτια που μπήκα με την ιδιότητά μου του γιατρού στην περιοχή.

Τέλος πάντων ο κοσμάκης από το Κορδελιό και τον Εύοσμο θα φύγει άρον-άρον λες και στο βενζινάδικο βρέθηκε άσκαστη η βόμβα που έπεσε στο Ναγκασάκι…

Προφανώς το …«επιτελείο» [και δεν έχω την παραμικρή αμφιβολία πως η παρούσα κυβέρνηση θα διαθέτει και επιτελείο αντιμετώπισης κρίσεων –όταν δηλαδή ανακαλύπτεται επικίνδυνη πολεμική σαβούρα…– ]  θα μελέτησε την ισχύ αυτής της υπερβόμβας αφού πρώτα την ταυτοποίησε ως εγγλέζικη («Το χαβά τους!» δηλαδή οι σύμμαχοι τότε. Συνέχισαν να βομβαρδίζουν τις  …συμμαχικές χώρες κι όταν ακόμα ο πόλεμος είχε πια κριθεί) και θα γνωμοδότησε  πως σε ακτίνα δυο χιλιομέτρων πρέπει να φύγουν από το μέρος τα ζωντανά…. Άλλος τρόπος δεν προβλέπεται. Η εκκένωση θα γίνει!









Θυμάμαι… Πρέπει να ήταν γύρω στα 1965… Μου είχαν αγοράσει ένα φτηνό τρίκυκλο ποδηλατάκι, προκειμένου «να κάτσω» να μου κάνουν κάποιο …εμβόλιο στο αγροτικό ιατρείο. Μ’ αυτό αλώνιζα τον τόπο. Έβλεπα βέβαια τους μεγαλύτερους που κατέβαιναν με φόρα πάνω σε κανονικά ποδήλατα, και με χαρτόνια στις ακτίνες πιασμένα με μανταλάκια από τη μπουγάδα της μάνας τους για να κάνουν φασαρία, «πραππραπραπππ»  –σαν ελικόπτερα έκαναν– με ορθοπεταλιές και τέτοια. Προσπαθούσα του κάκου να μαϊμουδίζω κι εγώ τις  μαγκιές τους. [Δείτε στη φωτογραφία ύφος και το -λάθος- πόδι σηκωμένο τάχα έτοιμο για ορθοπεταλιά!]

Έξω από το σπίτι μας πάνω στο δημόσιο δρόμο η άσφαλτος είχε ραγίσει και το επόμενο καλοκαίρι παρουσιάστηκε μια …ευεργετική λακκούβα (εκεί ακριβώς στο σημείο που στέκομαι να φωτογραφηθώ, στον άδειο δρόμο). Χαράς ευαγγέλια, διότι έπαιρνα φόρα από το παζάρι και πατώντας μέσα στη λακκούβα υποχρέωνα το ποδηλατάκι σε (σύντομη) απογείωση…
Πάνω κάτω, πάνω κάτω  πολλές φορές τη μέρα είχα βρει την τρελή χαρά. 

Ένα μεσημεράκι κάποιο φορτηγό πάτησε εκεί μέσα και …τότε …συνέβη η απόλυτη καταστροφή: Βρέθηκε μισοβουλιαγμένο στην άσφαλτο. Ήρθαν να το τραβήξουν με το τρακτέρ κι αυτό έπεσε με τη μούρη ακόμα πιο κάτω. Οπότε συνέβη και η   α π ο κ ά λ υ ψ η: Ολόκληρο χτισμένο με πέτρα δώμα, υπογείως κάτω από την άσφαλτο, γεμάτο με πυρομαχικά και όπλα (δυναμίτη είπαν, χειροβομβίδες, νάρκες, σφαίρες, οβίδες κλπ)  σε ξύλινες κασέλες.

Μέρες τα καμιόνια του στρατού έρχονταν κι έφευγαν φορτωμένα. Ούτε μας έδιωξαν ούτε και μας προφύλαξε κανείς. Όταν όλοι έφυγαν ήρθε η ΜΟΜΑ κι έσιαξε το δρόμο. Δεν είχα πια λακκούβα να παίζω…

Νομίζω πως στο Κορδελιό στη θέση του βενζινάδικου -αν όλα πάνε καλά- θα χτιστεί μια εκκλησιά της «Αη Σωτήρας».Ο βενζινοπώλης θα γίνει εκεί καντηλανάφτης ή ψάλτης επί μισθώ…








Τρίτη 7 Φεβρουαρίου 2017

[...] "Μα κείνο που βλέπω να μένει τελικά...




                                                                                                             φωτ. Ν.Τ.


...είναι κάτι νύχτες με φεγγάρι
μες στα θερινά τα σινεμά
νύχτες που περνούν
που δεν θα ξαναρθούν
μ' αγιόκλημα και γιασεμιά [...]".


Πέμπτη 2 Φεβρουαρίου 2017

Φτερό στον άνεμο, φυλλώματα του ουρανού...







Οι τοίχοι στα κτίρια τριγύρω λεπροί. 
Κι η τύχη μας το ίδιο. 
Ξεφλουδίζουν. Φυλλοροούν. Καταρρέουν.Όλα! 

H ζωή στις πόλεις φθορά, απαξίωση, εγκατάλειψη, παρακμή ανεπίστροφη. Ερειπιώνας ατέλειωτος έξω (στις καρδιές μέσα τα τρισχειρότερα). Κοιτάζεις τα θεόκλειστα και παντέρημα σπίτια και μαγαζιά. Ρυπαρά και πήχτρα στο σκουπιδαριό. Όδύνη, οσμή θανάτου.

Ξάφνου σηκώνεις το βλέμμα ψηλά. Κι αντικρίζεις  να κρέμμεται από ένα κτίριο αρ νουβώ -από κείνα τα πολλά κάποτε της πόλης- να σου είναι φυλαγμένη εκεί ψηλά  ετούτη η λύτρωση: Ένα σιδερένιο φτερό με χάρη υψωμένο ψηλά στον αέρα.

Μπορείς να το νιώσεις κιόλας πως το γερασμένο μπαλκόνι πλέον ίπταται. Πούπουλο και η καρδιά σου τώρα.
Αείδροσα φυλλώματα δροσίζουν τον ξυπνητό σου ύπνο και σε σκεπάζουν μέσα στην κάψα της ερήμου.