Σάββατο 9 Αυγούστου 2025

«Θερινά» Νέα Ελληνικά…

 


Τις προάλλες είχα διαβάσει ότι στην Καστοριά (ενδεχομένως όμως και κάπου στην ορεινή Καλαμπάκα, καθώς το ρεπορτάζ δεν ήταν σαφές και μάλλον μπέρδευε δυο διαφορετικά περιστατικά…) πεζοπόρος ορειβάτης δέχθηκε επίθεση από αρκούδα και κατέληξε στο νοσοκομείο

Σε μια χώρα όπου το «έφυγε» σημαίνει σταθερά πλέον το πέθανε (=εκδήμησε, απεβίωσε, τα κακάρωσε, τα τέντωσε, τα τίναξε τα πέταλα) και ιδίως αν είναι νέος κατευοδώνεται με το αξεπέραστο «να προσέχεις τον Παντέλο!», το «κατέληξε» μου φάνηκε πιο βαρύ και υπέθεσα ότι του ανθρώπου θα πρέπει να του ετοιμάζουν ήδη τα κόλλυβα για τα εννιάμερα οι δικοί του. Αλλά, τελικά, διάβασα με ανακούφιση, ότι …αφού «του παρασχέθηκαν οι πρώτες βοήθειες στο νοσοκομείο αυτός  απήλθε. Ξεκάθαρα λοιπόν δεν «έφυγε!». Τουτέστιν δεν «κατέληξε». Απλώς οδηγήθηκε, πήγε στο νοσοκομείο ο καημένος πεζοπόρος.

Αυτό πάλι με τη νυχτερίδα όμως  πώς να το δει κανείς; Αν το δει με κάποια δόση χιούμορ θα υποθέσει ότι το κατασυκοφαντημένο ιπτάμενο θηλαστικό  (ξενιστής των ιών λύσσας, SARS κλπ.) θα πήγε τρέχοντας στο πλησιέστερο Κέντρο Υγείας της περιοχής του να μπολιαστεί με ...8 διαφορετικά εμβόλια (απορώ όμως γιατί όχι ορό; Δηλαδή ενεργητική τρέχα γύρευε πότε και αν θα δουλέψει– αντί για παθητική ανοσία) ώστε να προφυλαχτεί από τα δεινά που του επιφύλασσε η επαφή του με το στόμα της μολυσμένης τουρίστριας.

Αν το δει με τη κανονική του όψη όμως κάποιος, θα κλάψει πικρά, για ακόμη μια φορά, τα δόλια τα νέα ελληνικά και  το που αυτά έχουν καταλήξει…

 

 

 

Τρίτη 29 Ιουλίου 2025

Μέτρα και ...σταθμοί

 

 


 

Ναι!

Δεν αφήνουμε «τους Εβραίους» να κατέβουν από τα πλοία.

Αλλά μια χαρά ανεχτήκαμε

Να τους ανεβάζουν στο τραίνο…

 

 




 

 

 

 

Σάββατο 19 Ιουλίου 2025

«Σαρδελών ανάβαση»!




ΑΠΟ ΤΑ ΨΑΡΙΑ, όπως είναι γνωστόν τοις πάσι, αυτά που πετούν είναι τα χελιδονόψαρα (καπόνια) και κάποιο είδος σαλαχιών. Σε χαμηλό βέβαια ύψος, σε ικανό όμως μήκος. Και τα δελφίνια και άλλα μεγαλύτερα ακόμη κήτη, υψώνονται  μεγαλοπρεπώς πάνω από την επιφάνεια των ωκεανών και ξαναπέφτουν θορυβωδώς, στα βάθη κυλώντας της γαλάζιας αβύσσου. Οι σολομοί  επίσης ανεβαίνουν —χωρίς όμως να πετούν— καταρράκτες. Προχωρούν αντίθετα από τον ρου των ποταμών ταξιδεύοντας από τον ωκεανό προς τις πηγές. Εξασθενημένοι φτάνουν εκεί, γεννούν και πεθαίνουν.

Με τις σαρδέλες πρόσεξα ότι συμβαίνει τελευταία μια ραγδαία μεταμόρφωση: Πετούν κι αυτές!

Στο χωριό, στη δεκαετία του ’70 όχι και πολύ φρέσκιες ομολογουμένως λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών μεταφοράς τους— εκείνα τα χρόνια μας τις έφερνε, με το τρίκυκλό του, ο μακαρίτης ο Χατζημπεριάδης ιχθυοπώλης πλανόδιος από  τη Χρούπιστα πατέρας της συμμαθήτριάς μου Βαρβάρας. Τις κάναμε τηγανητές αλευρωμένες. Δεν θυμάμαι κανέναν να τις κάνει ψητές τότε. Το κρέας εμείς τα ψαροκόκαλα οι γάτες.  Κι όλοι ευχαριστημένοι και χορτάτοι.

Όσο περνούν τα χρόνια και με τη χάρη των  καρδιολόγων, που παινεύουν τα πολύτιμα ωμέγα λιπαρά της σαρδέλας, αυτή έγινε δημοφιλές  super food (η λέξη κόβει την όρεξη και στον πιο βολικό άνθρωπο…). Τελευταία όμως, με τον σχεδόν τέλειο αποκλεισμό των Ελλήνων από τις καλοκαιρινές διακοπές, που ο καλός Θεός φυλάγει για τον εργαζόμενο άνθρωπο, έγιναν περιζήτητες και ακόμα πιο δημοφιλείς αφού τα άλλα ανώτερα («πρωτοδεύτερα») ψάρια  έγιναν απλησίαστα εις τα θέρετρα. 

Νόμος της προσφοράς και ζήτησης και ο (καλότατος!) ψαράς μου πριν ένα μήνα το περσινό 8 ευρώ το κιλό το ’κανε 10 και σύντομα 12. Και προοιωνίστηκε το 15 που μια χαρά έγινε πραγματικότητα την περασμένη βδομάδα. Σήμερα, άκουσα, είδα και πλήρωσα, 17  και πριν προλάβω να πω κιχ λίγο πιο πέρα, έξω από την,  τσουχτερή εις το μη περαιτέρω, «αγορά των βιολογικών», ο άλλος τις είχε πάει 18. Πετάει λοιπόν η σαρδέλα...

Και πώς να μη θυμηθώ τώρα τον μακαρίτη τον Μίμη Σουλιώτη και το μερακλίδικο ποίημά του «Σαρδελών ανάβαση»;

M ένα τσίπουρο στο χέρι, παλαιωμένο, παραγωγής του φίλου Ανδρέα Βιτούλα, «εις μνήμην Μίμη!» και «εις υγείαν Ανδρέα!» λέω και εύχομαι, ενδομύχως και ολοθέρμως, άμποτε να βγάλουμε κι εμείς φτερά να μπορούμε να κυνηγάμε τις σαρδέλες των ιχθυοπωλείων που πετούν. Δυνατά απευχόμενος το (επαπειλούμενο...) «ιχθύων απέχεσθαι»...

 

                                           

Μίμης Σουλιώτης 

Σαρδελών ανάβαση

 


Στα βορειοδυτικά της επικράτειας του Φιλίππου, όπου

         διαμένω

μονιμότερα από προσωρινά, στη χαραδρούπολη που πλαντά-

         ζει από σινιάκι κι από χιόνι,

χιλιόμετρα μακριά απ’ όλες τις θάλασσες, αλλά κοντά στο

         Μοναστήρι,

έχωσα τη μύτη μου στις είκοσι έξι τέλειες σαρδέλες

που άστραφταν στο τάπερ της γυναίκας μου

ερήμην της∙ και με λαρύγγι στερημένο από ιώδιο και κίνδυνο

        για βρογχοκήλη,

«Θάλαττα! Θάλαττα!» αναστέναζα ειλικρινά∙

και τις άπλωσα πάνω στη μασίνα

για να τις μύριζα καθώς θα ψήνονταν και θα θόλωνε η γυαλά-

         δα τους:

οχτακόσια μέτρα ψηλότερα από την επιφάνεια του Αιγαίου,

κουτσοπίνοντας να παραμιλάω μασουλώντας τες.

 

                                                                                              Βαθιά επιφάνεια (1992)