Τετάρτη 7 Φεβρουαρίου 2018

«Έλληνες που δεν φέρουν την ελληνικότητά τους σαν βάρος ή ατυχία»




ή όταν ο Ανδρέας Παπανδρέου «θυμήθηκε» τον Ίωνα Δραγούμη.






Ύστερα από την "Αποστασία" του '65, η οποία προκάλεσε και την πτώση της  Κυβέρνησης Γεωργίου Παπανδρέου,  ο Ανδρέας Παπανδρέου αρθρογραφεί συστηματικά σε έντυπα, και την επόμενη χρονιά συμπεριλαμβάνει την αθρογραφία του αυτήν στο βιβλίο του που εκδίδεται από τις εκδόσεις "Φέξης" με τον τίτλο "Δημοκρατία και Εθνική Αναγέννηση".  Στο κεφάλαιο  Οι θέσεις σε βασικά Εθνικά θέματα περιλαμβάνεται και άρθρο το οποίο, υπό τον τίτλο "Εξωτερική Πολιτική και Εθνική Αναγγέννηση", είχε πρωτοδημοσιευτεί στο "Βήμα". Ήταν μια εποχή όπου, παρά την μακρόχρονη, θλιβερή και μονομερή τους εκμετάλλευση, οι όροι Πατρίδα, Πατριώτης, Εθνικόν φαίνεται πως ακόμα "λειτουργούσαν" χωρίς να αποτελούν ταμπού ή μουσειακό, εθιμοτυπικό  και επετειακό κιτς και να προκαλούν αλλεργία. [Η πατριοδοκαπηλική στρατιωτική Χούντα, που ακολούθησε ένα χρόνο μετά, αποτέλεσε ισχυρό καταλύτη "απώσεως"  καταλήγοντας σ' αυτό που με τραυματικό τρόπο βιώνουμε σήμερα]. 
 Στο κείμενο  αυτό του Α.Π. [απόσπασμα] γίνεται "εύφημη" αναφορά και στον Ίωνα Δραγούμη και στην ιδιωματική όσο και οραματική του αντίληψη για τα  "εθνικά θέματα"" (το ιδανικό της ποσοτικής αυξήσως μετατίθεται σε ιδανικό ποιοτικής αυξήσεως).



Από το βιβλίο του Ανδρέα Γ. Παπανδρέου "Δημοκρατία και Εθνική Αναγέννηση"/εκδόσεις "Φέξης", Αθήνα-1966.


Πώς θέλουμε την Ελλάδα

             Η νοοτροπία της Δεξιάς οδηγεί σε μια Ελλάδα με μειωμένο πληθυσμό, που σε τριάντα χρόνια θα κατοικήται από γεροντάκια με την πετσέτα στο χέρι για να υπηρετούν τις στρατιές των κουρασμένων περιηγητών, που θα αποτελούν τον βασικό μας οικονομικό πόρο. Θα είμαστε ένα γραφικό Μόντε Κάρλο, όπου το μόνο απομεινάρι ελληνικού χρώματος θα είναι οι τσολιάδες της φρουράς.

             Αλλά οι Έλληνες δεν είναι ανδράποδα. Μια τέτοια ντροπή, ανάξια της ιστορίας μας, θα την πολεμήσουμε με κάθε μέσο. Ο προορισμός της Ελλάδος είναι ευγενέστερος, μεγαλύτερος, πιο περήφανος.

         Οι προοδευτικές προσπάθειες έχουν πάντα ένα μεγάλο ιδανικό: την κατάκτηση των «νέων συνόρων» του Κέννεντυ. Οι σκοτεινές δυνάμεις με το πλήγμα της 15ης Ιουλίου προσέφεραν μια υπηρεσία. Μας έπεισαν πως μόνο ένα ιδανικό μπορούμε να έχουμε σήμερα σαν Έλληνες: τη Δημοκρατική Εθνική Αναγέννηση. Το κτίσιμο μια Νέας Ελλάδος, τέτοιας που να μην μπορή κανείς πια να την προσβάλη. Η Ιδέα της Εθνικής Αναγεννήσεως πρέπει να γίνη η σημερινή μας Μεγάλη Ιδέα. Πρέπει να γίνη επίσης η διαχωριστική γραμμή της πολιτικής μας ζωής. Το κάθε τι να προσδιορίζεται σε σχέση μ’ αυτήν: Ένα αίτημα θα είναι δίκαιο αν την προωθή και απαράδεκτο αν της είναι αντίθετο. Ένα κόμμα θα είναι εθνικό αν την υποστηρίζη, αντεθνικό αν την πολεμά. Έτσι θα επαναπατρίσουμε την ορολογία μας, θα παύση η κοροϊδία  του σφετερισμού του όρου «εθνικόφρων» από τους εθνοκαπήλους.

      
    Ένας που εκφράζει καλά το Ιδανικό της Εθνικής Αναγεννήσεως είναι ο Ίων Δραγούμης, που έγραφε το 1905: «Είναι  σκληρή η ιδέα πως χάνεται η Πόλη, αλλά δεν με ταράζουν βυζαντινά όνειρα  τόσο όσο η γνώση πως, είτε έχουμε είτε δεν έχουμε την Πόλη, είμαστε μέτριοι, ψόφιοι, κακομοιριασμένοι, κοιμισμένοι, και μέτριοι, μέτριοι. Οι λέξεις: Να πάρουμε την Πόληείναι σύμβολο που δεν σημαίνει Να ξαναφτιάξουμε την  βυζαντινή αυτοκρατορία, αλλά “Nα είμαστε δυνατοί».

             Έτσι το ιδανικό της ποσοτικής αυξήσως μετατίθεται σε ιδανικό ποιοτικής αυξήσεως. Να είμαστε δυνατοί. Πρέπει να κινητοποιηθούν οι Έλληνες που δεν φέρουν την ελληνικότητά τους σαν βάρος ή ατυχία, που θα θέσουν στόχους μεγάλους και τολμηρούς».


           [...] Γιατί να προβλέψουμε την Ελλάδα [του] 1985; Γιατί ρόλος της Εθνικής Αναγεννήσεως είναι να κτίση το μέλλον. Το 1985 είναι ένας ορίζοντας όχι πολύ μακρυνός για το μεγαλύτερο τμήμα του πληθυσμού μας. Επιστημονικώς μπορούμε να προσδιορίσουμε τους παράγοντες που καθορίζουν την μελλοντική εξέλιξη της χώρας, και πολιτικώς μπορούμε να επηρεάσουμε προς την μια ή την άλλη κατεύθυνση. Έτσι μονο θα ξεπεράσουμε την καθυστέρησή μας απέναντι στις προηγμένες χώρες και θα μορφώσουμε τη νεότητα για να αναλάβη τα καθήκοντα που ακόμα είναι πέρα από τον ορίζοντα. Με έναν εθνικισμό προοδευτικό, όχι με την αντιδραστική πατριδοκαπηλεία της σημερινής δήθεν  «εθνικής» Δεξιάς.






Δευτέρα 5 Φεβρουαρίου 2018

Στο σπίτι του Μίκη Θεοδωράκη ρε;



(με αφορμή μια ανεπιθύμητη επίσκεψη)


Η είσοδος του σπιτιού του Μ.Θ. ύστερα από την επίσκεψη της ομάδας "Αναρχικοί-Αναρχικές".



Αν δεν το ’γραφε η λεζάντα σε όλες τις δημοσιευμένες φωτογραφίες που είχα δει, άμα δεν τις ξανάβλεπα τόσες φορές τις ίδιες φωτογραφίες  από χτες να αναπαράγονται σε όλα τα τηλεοπτικά «μέσα» δεν θα το πίστευα. Ένα σπίτι απόλυτα παραμελημένο, ίσως σε κάποια φτωχογειτονιά της Αθήνας θα πιθανολογήσεις  με ασφάλεια. Σπίτι που θα μπορούσε να ανήκει  σε κάποιον οικογενειάρχη που δεν έχει τα χρειώδη για να το συντηρήσει ή ακόμα ενός χαμηλοσυνταξιούχου  ̶ κι αυτό κάλλιστα μπορείς να το  πεις ̶ που τα φέρνει τσίμα τσίμα. Όχι όμως και το σπίτι του ...«Αρχαγγέλου»!


Ας διαβάσουμε αυτήν την παρτιτούρα με την μοντέρνα  στριγγή μουσική:

Μια μεταλλική ράμπα  στο ισόγειο ̶ σε ανάκλιση τώρα (αλλά που μπορείς να φανταστείς ότι καθώς «ξαπλώνει» με την καθοδήγηση από δυο όρθιες ράγες μπορεί ν’ ανέβει μέχρι τον πρώτο όροφο. Εκεί φαίνεται πως το κιγκλίδωμα «σπάει» και ανοίγει σαν πορτούλα για να κατέβει ο ανελθών... Ιδιοκατασκευές και πατέντες πρόχειρες. Οι σκάλες με τα μάρμαρά τους βρώμικα και σχεδόν ετοιμόρροπες. Παραμελημένα και τα  επιχρίσματα στους τσιμεντένιους τοίχους. Δυό στεφάνια με ξεραμένα άνθη κρέμμονται ξεχασμένα πάνω στις δυό εισόδους. Πόρτες με σιδεριές και τζάμι που διέπονται από αισθητική αντίληψη της δεκαετίας του ’60. Όχι ασφαλείας ή θωρακισμένες. Ένα απίστευτα φτωχικό σπίτι (σαν προσφυγικό...) δίχως  το παραμικρό μερεμέτι. Μέσα στη εγκατάλειψη.  


Στον πλαϊνο τοίχο του ισογείου προεξάρχει το ελεεινό σύνθημα, στις πόρτες πεταμένη κόκκινη μπογιά. Τί να λέμε τώρα... Την ιστορία της ζωής ενός αληθινά Μεγάλου να τη γράφουν οι ψύλλοι και οι κοριοί. Και να την ερμηνεύουν οι ύαινες... 


Αυτά τα δίποδα ζώα που πέρασαν από κει φυσικά δεν έχουν ιδέα ̶ την παραμικρή! ̶ τί μέγεθος αποτελεί ο  Μίκης Θεοδωράκης. Που και μόνο για το «Άξιον Εστί» και τα «Επιφάνια» ή το «Πνευματικό Εμβατήριο»θα δικαιούται παντοτινά την ευγνωμοσύνη μας, την αγάπη μας  την ...ασυλία μας και τη συγχώρεσή μας!



Ο Μίκης του ΕΑΜ και των Δεκεμβριανών, ο Μίκης της ΕΔΑ και των Λαμπράκηδων, ο σπουδαίος μελοποιός των σύγχρονων ελλήνων ποιητών, Ο Μίκης της εξορίας, ο Μίκης της εθνεγερσίας, ο πομπώδης Μίκης των συναυλιών στα μεγάλα σταδια, ο Μίκης του «Καραμανλής ή τανκς», ο Μίκης του: «οι ΚΝΙτες είναι γενίτσαροι», ο Μίκης υπουργός του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη. Και ο Μίκης νύχτα με τις πυτζάμες του στο σαλόνι του σπιτιού του και σε ανάρρωση απο πρόσφατη νοσηλεία,  να καταγγέλει τις συντρόφισες του Κούρδου Οτσαλάν, από την τηλεόραση για προσβολή της χώρας του ενώ η Ελλάδα μπλέκονταν ήδη σε μια περιπέτεια άνευ προηγουμένου με τους Τούρκους.  Ο ατυχής αντιμνημονιακός Μίκης και ο Μίκης της «Σπίθας» [από το κακό στο χειρότερο...]  τέλος πάντων αυτό το έπος με ανθρώπινη μορφή με τις ζωηρές αντιφάσεις του, με τις μικρότητες του, με τον ναρκισσισμό του, με την εκρηκτική δημιουργικότητα και το ταλέντο του, με τη καλλιέργεια, την μαχητικότητα, το αγύριστο κεφάλι του στα εννενήντα δυό του εξήγγειλε πως θα βρεθεί στο συλλαλητήριο στο Σύνταγμα «για τη Μακεδονία» σαν κεντρικός μάλιστα ομιλητής [να την πω την αμαρτία μου στην ομιλία του αποκοιμήθηκα. Άκουσα ελάχιστα. Με εντυπωσίασε όμως ο παλμός και ή ένταση της φωνής του]. 


Αμέσως οι συστηματικοί «μαγαριστές», οι ιδεολογικοί καλλικάντζαροι, τα θυμωμένα καλόπαιδα (sic: «Αναρχικοί & Αναρχικές»...) επεσκέψαντο αυτόν.


Μετά το συλλαλητήριο, το οποίο ο ΣΥΡΙΖΑ  ̶ και το καθεστώς που αυτός τείνει να εγκαθιδρύσει ̶  βρήκε κατώτερο των προσδοκιών των ...διοργανωτών του [!!!]  πολλοί πρόθυμοι κονδυλοφόροι εδώ κι εκεί έσπευσαν να χαρακτηρίσουν «επικίνδυνο παραλήρημα εθνολαϊκισμού» τα όσα ξεστόμισε ο Μίκης. (Μπορεί να είναι και έτσι). «Το συλλαλητήριο απέτυχε» (ακόμα κι αυτό μπορω να το δεχτώ!). 

Οι μερικές εκατοντάδες χιλιάδες «παραστρατημένοι Έλληνες» που διαδήλωσαν, τώρα θα  ξεκουράζονται στα σπίτια τους. Από αύριο θα παρακολουθούν «τους λεπτούς χειρισμούς της κυβέρνησης» πάνω στο χαίνον και χρονίζον θεμα... Ότι είναι να γίνει θα γίνει...

Νιώθω όμως την ανάγκη να πω... πως αύριο (από το πρωί κι όλας...) η Υπουργός Πολιτισμού κ. Λυδία Κονιόρδου [τουλάχιστον αυτή!] θα πρέπει να διατάξει την δωρεάν αποκατάσταση και ευπρεπισμό του καλυβιού του Μίκη Θεοδωράκη. Και πως πλέον το Κράτος μας θα ορίσει φρουρούς, να παραστέκουν το σπίτι αυτό, όπως το κάνει με τους Φλαμπουράρηδες, τους Τσοχατζοπουλαίους, τους λαμπρούς τραπεζίτες ή άλλους σημαντικούς παρόμοιους πιθανούς «στόχους»... 

Το πολιτισμικό κεφάλαιο Μίκης Θεοδωράκης, δεν μπορεί να καθυβρίζεται από μερικούς δήθεν εξεγερμένους κουφιοκέφαλους και το σπίτι του ανθρώπου αυτού να είναι ανέτως προσβάσιμο για εκτόνωση της κάθε προβληματικής και διαταραγμένης προσωπικότητας.




Σάββατο 3 Φεβρουαρίου 2018

Τάκης & Ίων


...κατά εφημερίδων (και όχι μόνον)








[...] Όταν θέλω να μη χάσω τη δύναμί μου δε διαβάζω ελληνικές εφημερίδες. Και επειδή έχω πάντα ανάγκη να είνε μαζί μου η δύναμί μου διαβάζω της εφημερίδες όσο μπορώ σπανιώτερα. Η εφημερίδες είνε διαλυτικά χάπια. διαλύουν και το δυνατώτερο θάρρος, και της χρυσώτερες ελπίδες, και τα ζωντανώτερα όνειρα και κάνουν τους ανθρώπους σαν κι αυτές. Δε θέλω να διαλύεται η δύναμί μου.


[...] Διάβασα της εφημερίδες και έπειτα ήταν τόσο βρώμικοι, μικροί, σκουλήκια όλοι οι Έλληνες, και σκουληκοφωλιά ο ελληνισμός. Να πατήσω μέσα; 

Ίων Δραγούμης [αδημοσίευτα ημερολόγια 1902-1908]





       ΓΙΑΤΙ μου παρασταίνετε τον ήλιο, ποιόν ήλιο παρασταίνετε σ' αυτήν εδώ την πίσσα;



...........................................................................................

ΦΥΣΙΚΑ δεν είμαι και τόσο χαρούμενος - καθόλου χαρούμενος. Πριν από χρόνια ήμουν πολύ χαρούμενος. 


Η ΣΚΑΤΩΜΕΝΗ περιοχή της πολιτείας, τα σκατωμένα μούτρα των ανθρώπων που όλα θυμίζουνε υπουργούς - πρωθυπουργούς.


ΓΛΩΣΣΑ, φτηνή, πολύ φτηνή πουτάνα. Σιχαμερές εφημερίδες.


ΚΙ ΕΣΥ κοιμάσαι; γιατί κοιμάσαι;


Τάκης Σινόπουλος [ποιήματα 1973-1974