[...] Σήμερα εἶδα
κάτι πού εἶμαι βέβαιος πώς στήν Ελλάδα ποτέ δέ θά ἀξιονόμουν
νά τό δῶ:
ἕνα
κομμάτι ψωμί μέσα στήν τρύπα του απόπατου.
Τό ψωμί πού στήν Ἑλλάδα
τό σεβόμαστε, τό φιλοῦμε, τό μαζεύουμε ἀπό
χάμου ἅμα
τό δοῦμε,
τό ψωμί πού καί ἕνα ψίχουλό του τό φυλάγουμε
γιά νά τό δώσουμε στά πουλιά, τό ψωμί πού τὄχουμε
γιά ἁμαρτία
νά τό πετάξουμε, τό εἶδα στά βρώμικα νερά τοῦ
ἀπόπατου
μαζί μέ τίς ἀκαθαρσίες. Χωρίς νά τό θέλω μέ πόνεσε ἡ
καρδιά, καί συλλογίστηκα ἐκείνους πού κοπίασαν νά
τό σπείρουν, νά τό θερίσουν, νά τό λιχνίσουν, νά τό κάμουν ἀλεύρι
νά τό ζυμώσουν, νά τό ψήσουν στό φοῦρνο,
νά τό πουλήσουν, κι ἐκείνους πού ἄν
τό εἶχαν
αὐτό
τό κομματάκι θά νόμιζαν πώς εἶχαν ἕνα
βασίλειο. Εἶναι τόσο ἀνθρώπινη
καί τόσο συγκινητική ἡ ἑλληνική
ἀντίληψη
γιά τό ψωμί καί τόσο πρόστυχη ἡ ψυχή ἐκείνου
πού ἔρριξε
αὐτό
τό κομμάτι στόν ἀπόπατο. Φράγκισσα θά ἦταν
καί δοῦλα,
δούλα χορτάτη ἤ δοῦλα
φαντασμένη. Δέν τὄριχνε τουλάχιστο ἔξω
στό χῶμα,
νά τό βρούνε τά πουλιά; ἤ καί τά γουρούνια τοῦ
κ. Lafond*;
'Ίων Δραγούμης, 4 Γενάρη 1919, Αιάκειο-Κορσικής
*Ίσως ο ιδιοκτήτης του ξενοδοχείου όπου φιλοξενούνταν οι εξόριστοι Έλληνες πολιτικοί (αντιπολιτευόμενοι
του Βενιζέλου και των Γάλλων) επί δυόμισι χρόνια.
