Ο Μπάμπης της «Παλιάς Αποθήκης»
(ωδή επιτραπέζιος...)
Κι όμως: τα Σύβοτα υπήρξαν ξάφνιασμα ευχάριστο για τις φετινές μας διακοπές στη Λευκάδα. Ένα μικρό, όμορφο, ήσυχο ψαροχώρι, με καλοφτιαγμένη μαρίνα για τα ιστιοφόρα. Και με κάμποσα εστιατόρια κατά μήκος της θάλασσας να μονοπωλούν το ενδιαφέρον των πεινασμένων περιηγητών ιδίως μετά το σούρουπο.
Είχε προηγηθεί μια πολύ δυσάρεστη εμπειρία στη Βασιλική όπου κάποια μέρα είχαμε καταλήξει -σχεδόν ρίχνοντας κλήρο- για φαγητό σε εστιατόριο (ο Θεός να το κάνει) με μια σκουληκόβραση από νεαρούς Γερμανούς. Αν πω ότι ακολούθησε το χειρότερο δυνατόν δείπνο της ζωής μου μάλλον δεν θα υπερέβαλα καθόλου. Μια μακαρονάδα με κατεψυγμένα μύδια Νέας Ζηλανδίας από γνήσιο σολόδερμα, "ετοιματζίδικο" μπριάμ (κι αυτό κονσέρβα;) και το πλέον πρωτοπόρο στον κόσμο άνοστο «ψητό καλαμάρι». Πιθανότατα -έχω βάσιμε υποψίες να υποθέτω ότι- συνοδεύσαμε και με ...μπύρα "μπόμπα" την συγκεκριμένη ευωχία!
Ο Μπάμπης! |
Ο Μπάμπης μας εξομολογήθηκε πως η συνταγή για τα αχνιστά μύδια από το Μακρύγιαλο ήταν δική του αποκλειστικότητα (σκορδάκι, πράσινη πιπερίτσα και κρεμμύδι al dente, τριμμένο μαύρο πιπέρι και κρασί…). Το αλάτι παντού με μέτρο. Την άλλη μέρα πρότεινε φρέσκο κιτρινόπτερο τόνο στη σχάρα και την παρά-άλλη: σούπα από Μαγιάτικο με κόκκινη σάλτσα («τα λαχανικά πάντα ψιλοκομένα για γρήγορο αποτέλεσμα, δεν αυγοκόβουμε τη σούπα και πετάμε μέσα στο κατσαρόλι μια ντομάτα στα τέσσερα για τη σύβραση»). Ανταποκρίθηκε με μεγάλη προθυμία όταν του ζήτησα ψητή Κωλοχτύπα (αστακοκαραβίδα ) και από αυτόν έμαθα μια άγνωστη ονομασία της : Λύρα! Συμφωνήσαμε πως είναι πολύ πιο νόστιμη από τον αστακό (και πως από τα καρκινοειδή μονάχα οι καραβίδες "της ρίχνουν" ). Κι ακόμα -καθώς δεν ήταν και καμιά τεράστια- συγκατένευσα να δεχτώ την προτροπή του να την αντικρίσω να μαγειρεύεται με μακαρόνια…
Εκτελούσε χρέη "αρχισερβιτόρου και γενικών καθηκόντων" στην Παλιά Αποθήκη. Ευγενής, ευπροσήγορος, εύστροφος, καλοκάγαθος και ζεστός άνθρωπος. Είχε πρόσφατο ατύχημα με το μηχανάκι φέτος και του χοντρόραψαν το τραύμα της παλάμης στα επείγοντα του νοσοκομείου. Η ουλή όμως σκλήρυνε στο αριστερό του χέρι και φοβάται πως δεν θα μπορεί να ανοιγοκλείνει και να γλιστρά με ευχέρεια στα τάστα του μπουζουκιού του (που «είναι η παρηγοριά του και η χαρά του να παίζει για τους φίλους»).
Ο Μπάμπης της "παλιάς Αποθήκης" στα Σύβοτα δέθηκε μαζί μας με τη καλοσύνη και την φεγγερή του απλότητα. Κέρδισε την εμπιστοσύνη μας. «Όποιος με εμπιστεύεται τρώει καλά . Όποιος όμως θέλει να κάνει τα δικά του …εγκαταλείπεται στις επιλογές του» μας είπε σε κάποια στιγμή.
Την προτελευταία βραδιά (είπα-ξείπα και ήξεις αφίξεις...) του ’χαμε πει πως μπορεί να πάμε αλλά μπορεί και να μην πάμε το επόμενο και τελευταίο βράδυ. Φυσικά πήγαμε. Κι είδαμε με συγκίνηση δίπλα στη θάλασσα, με το ασπρισμένο πεζουλάκι και το γεράνι στη γλάστρα, να μας περιμένει ένα τραπέζι για δύο: Reserve!
Άμποτε να αρχίσει να ξαναγίνεται ευδιάκριτο το ...αρχαίο στρείδι!