Σάββατο 20 Φεβρουαρίου 2016

Μα ...πού πήγε "ο φούρναρης της Κώ";




                              





Ένας οπλίτης [20oς αιώνας]



[...] σαν τον μετανάαααστη
στη δική του γή...

  Τραγούδαα και έπλεα! Το "Κάμιρος"* -πλοίο βουνό- νύχτα μπαρκάρισε από τον Πειραιά. Όλο το απόγευμα  ταξιδεύαμε οδικώς προς το λιμάνι, από το Μεσολόγγι ορμώμενοι σε μια άρον άρον και καθόλου ηρωϊκή έξοδο από το Τάγμα νεοσυλλέκτων 39 ΤΕΝ. Στην Άρτα είπαν πως θα μας πήγαιναν. Εκεί πάντοτε πηγαίνουν "οι υγειονομικοί". Τα προσφυγάκια -στρατιωτάκια όμως; "Έχει λιμάνι βρε η Άρτα; Στούρνοι... Σαν πρόβατα επί σφαγήν μέσα στη νύχτα από το Αιγαίο μας περνούνε!" τους είπα.
Περάσαμε την "Άγονη γραμμή". Το πρωί με την δροσούλα πιάσαμε Κω. Επίστρατοι, ντυμένοι άλλα αντ' άλλων, αξύριστοι, ξενυχτισμένοι, άοπλοι έκοβαν βόλτες. Βαριούνταν κι έπιναν καφέ. Μπόχα κι ερημιά παράξενη. Και βουβαμάρα. Η "ελληνοτουρκικη κρίση" του 1987 σε εξέλιξη.

Μια "καναδέζα" ήρθε και μας πήρε. Δρόμο πήρε δρόμο άφησε, καμιά εικοσαριά χιλιόμετρα ταξίδεψε, μας έκανε το στομάχι κόμπο μας άργασε τα κόκκαλα από το τράνταγμα. Το "τάγμα υγειονομικού"  με έδρα το Πυλί όπου καταφτάσαμε, απομεσήμερο, ήταν ένα στρατόπεδο στην  ουσία ανύπαρκτο. Διέθετε πύλη αλλά καμιά απολύτως περίφραξη. Είχε εγκαταστάσεις αλλά κανείς δεν έμενε σ' αυτές. Αέρας δυνατός κατηφόρισε μέρες πιό πριν από το βουνό και πήρε τις στέγες όλες. Και διοικητή επίσης δεν φαίνονταν να έχει το στρατόπεδο. Στην πλαγιά με τις αμυγδαλιές είχαν στηθεί σκηνάκια  όπως να 'ναι μέσα στα χώματα και τις λάσπες. Έβρεχε δεκαπέντε μέρες συνέχεια αλλά που και που το θυμόταν πάλι ο καιρός και το επαναλάμβανε. Το χώμα βρεμένο παντού. Ρούφηξε ..."με την ψυχή του" το κορμί μας νερό και κρύο. Βγαίναμε από τις σκηνές μόνο για φαΐ και για να ξεμουδιάσουμε. Συμπληρώναμε ύπνους που μας έλειπαν από μέρες. Ο διοικητής -ένας χλεμπονιάρης αρχίατρος- έκανε την εμφάνισή του την όγδοη μέρα. "Σε πέντε λεπτά όλοι στην αναφορά τάγματος!" έβαλε την αναιμική μουσούδα του μέσα στη σκηνή και μας πρόγκηξε. Τις επόμενες ώρες το "ελεεινό τάγμα" θα λάβαινε υπόσταση. Ρόλοι διανεμήθηκαν αμέσως. Οι "υπηρεσίες" έπεσαν βροχή (Αλφαμίτες, θαλαμοφύλακες, περιμετρικές σκοπιές, έφοδοι κλπ)

Σε λίγες μέρες φύγαμε κι από τις σκηνές. Πλήθος από χοντρούς κορμούς κουβα-λήθηκαν στο στρατόπεδο κι ένας γερανός, αφού τους ανύψωνε έναν έναν, τους απίθωνε   κατά μήκος πάνω στις φαρδιές αυλακιές του ελλενίτ που κάλυπτε τις στέγες στους κοιτώνες, το διοικητήριο ή τις αποθήκες υλικού. Κανένας άνεμος δεν θα ήταν σε θέση  να ξεσκεπάσει εφεξής τα κτίρια. Λάβαμε σιδηρά κλίνη στους θαλάμους. H ιδιότητα του γιατρού αποδόθηκε μονάχα στα ..."βύσματα". Προσωπικώς ευτύχησα να λάβω την ιδιότητα του σιτιστή μονάδος. Βίδωνα τα φιδάκια στά πέτα της φόρμας για να πηγαίνω να στέκομαι στη σειρά στο στρατιωτικό πρατήριο και να τελειώνω γρήγορα. Τα 'βγαζα πάντοτε μόλις πλησίαζα το στρατόπεδο. Πρόσφυγες ήμασταν πια, μακριά από τη ζωή, χωρίς ιδιότητα, σε μιαν άλλη διαδρομή του κοντινού μέλλοντος μα σχεδόν άγνωστη πορευόμασταν. Μέσα στην θεόρατη τρύπα της στρατιωτικής θητείας είχαμε πλέον για τα καλά γλιστρήσει. Το Πυλί της Κώ μας πρωτομάθαινε την αλλοκοτη αυτήν προσφυγιά.   Απέναντι "ο εχθρός" (εκείνα τα φώτα  στη Αλικαρνασσό να είναι άραγε οχήματα στρατιωτικά που πηγαινοέρχονται; Τις νύχτες τα θροΐσματα κοντά στη σκοπιά μην είναι σύρσιμο καταδρομέα τούρκου που θα σε σφάξει στο γόνατο;) κι από δω μεριά "μια πατρίδα" πρόθυμη να σε ξαποστείλει. 
Πού ήταν η ξενητειά και πού ο τόπος του νόστου; 
 Ύστερα από λίγον καιρό χαλάρωσαν βέβαια τα πράγματα. Ήρθε μάλιστα κι η στιγμή που αλλόφρονες στο "Καιί" θα πανηγυρίζαμε το νικητήριο καλάθι του Καμπούρη, στον τελικό του ευρωμπάσκετ...
  
                Θεόφιλος Χατζημιχαήλ, Το Μέγα αρτοποιείον [ με τα όρθια ψωμιά ].




Ο άφαντος φούρναρης [21oς αιώνας]


Ο φούρναρης άραγε, αυτός που το καλοκαίρι έκανε διάσημο το νησί του... Εκείνος που ο Ζαν Κλώντ Γιουνκέρ μνημόνευσε με θαυμασμό. Ένας ακόμα άνθρωπος που μας έκανε περήφανους... ε ξ α φ α ν ί σ τ η κ ε Σαν να τον κατάπιε η γη!

Αντ' αυτού μονάχα η ανένδοτη τοπική αυτοδιοίκηση, έξαλλοι Κώες αλλά και κάτοικοι του χωριού Πυλί -με τα κάποτε ξέφραγα στρατόπεδα ολόγυρα- έκαναν την μαχητική εμφάνισή τους. Αρνούνται λέει να δημιουργηθεί το hot spot στην περιοχή -σε προϋπάρχουσες στρατοπεδικές εγκαταστάσεις-  και παρεμποδίζουν με κάθε τρόπο τις εργασίες.

 Καλώ λοιπόν επειγόντως τον ..."φούρναρη της Κω" ν' ανέβει στο χωριό Πυλί και να σώσει (τώρα!) τη φήμη του νησιού. Ως παλιός σιτιστής της μονάδας -που πρόκειται να ξαναϋπάρξει με άλλους πια στρατωνιζόμενους- του το ζητώ!




* Καθελκύστηκε το 1966 στην Φινλανδία. Από το 1980 μέχρι το 1997 έκανε δρομολόγια στα Δωδεκάνησα  με το όνομα "Κάμιρος". Το τελευταίο του όνομα ήταν "Θεσσαλονίκη". Αποσυναρμολογήθηκε στην Τουρκία το 2004.


Κυριακή 14 Φεβρουαρίου 2016

Η ομίχλη που σκεπάζει...







[...]Σαν πρόσφυγες λάθρα κινούμενοι, που κι η ομίχλη τους πούλησε, πηγαίναμε, αργά ωστόσο ακόμη, κάτω στην πόλη καθόλου δεν θα 'χε . έλαμπε πίσω απ’ την αχλή σαν κακό μάτι.

Ηλίας Παπαμόσχος, Η ομίχλη τα φυλάει, από τα διηγήματα «Η αλεπού της σκάλας και άλλες ιστορίες», εκδ. Κίχλη 2015.




Πήγαινα σήμερα ξημερώματα στην Εγνατία Οδό.  Ομίχλη να την φας με το κουτάλι. Πηχτή σαν γιαούρτι. Έμπαινα και πάλι στο αγαπημενο επαρχιώτικο κλειστοφοβικό σύμπαν των ελληνικών κάμπων ή των υψιπέδων που τόσο ύμνησε και κανάκεψε ο φακός του μακαρίτη του Θόδωρου Αγγελόπουλου. Στο "σύστημα" του αυτοκινήτου έπαιζε συγκλονιστικά Scriabin  στο πιάνο ο Κυπριανός Κατσαρής. Ο δρόμος, χωρίς καμιά  προειδοποίηση, κοντά στο "Νησέλι" της Αλεξάνδρειας άρχισε να στενεύει με κορίνες, ένα ρύγχος ασφάλτου φανερώθηκε εμπρός μου και με ρούφηξε σ' ένα διάδρομο στενό σαν πίστα go-kart. Ένα αστυνομικό όργανο -με κάποια απελπισία, αμηχανία και απόγνωση μαζί στην όψη- μου υπέδειξε δήθεν χαλαρά το δρόμο για τον ...κάμπο. "Αφήνουν μονάχα τα ασθενοφόρα" μου είπε. Μπροστά μου αργοκινούμενη πομπή με δυο τρία λεωφορεία, ψιλόβροχο, λάσπη σαν φίλμ αφημένη πάνω στο δρόμο για μεγαλύτερο βαθμό δυσκολίας... Τριάντα χιλιόμετρα εκτροπής - σχεδόν τρία τέταρτα της ώρας. Οι αγρότες δείχνουν το δρόμο. Κι ο ήλιος όταν φανερώνεται αφήνει ένα φώς μεσα στην ομίχλη που σε παιδεύει κι άλλο...

Μονάχα σαν έφτασα στη Καστοριά το ισορροπημένο μελαγχολικό φως και η γαλήνη της λίμνης με παρηγόρησαν. Κι εκεί βέβαια από νέα παράκαμψη [καλού κακού και οικειοθελώς, προς αποφυγήν δυσαρέστων αιφνιδιασμών-μερικά ακόμη χιλιόμετρα εκτροπής τί είναι;-]κατέφθασα στον προορισμό μου.

Και θυμόμουν πως τις προάλλες, στο σπίτι ασθενούς μου, κοιτάζοντας μια μικρή φωτογραφία σφηνωμένη στην κορνίζα του καθρέφτη -από 'κείνες με τα δόντια τα πριονωτά στο πλαίσιο- ένιωσα ένα καλοκαίρι να περνά μέσα μου σαν θέρμη γόνιμη και καλοδεχούμενη [αργότερα κατάλαβα πως ήταν το ηλεκτρικό σώμα που έκαιγε στο φούλ...].  Μια αθωότητα μ' όλη της την τυράνια και της σκληρής δουλειάς τα συμμαζέματα εξέπεμπε το σκηνικό. Θερισμός με ένα ξεχαρβαλωμένο τρακτέρ -στον ίδιο κάμπο...-  στη δεκαετία του ΄70! Κάθισα και την αντέγραψα με το κινητό. [Και νά η ευκαιρία να τη βγάλω από την ομίχλη!]

Ο τόπος βαδίζει σε μια αδιαπέραστη ομίχλη νέου λαϊκισμού, επικίνδυνου πολιτικού-κοινωνικού χουλιγκανισμού και ανθρωποφαγίας. Φυσικό είναι και η φονική ..."κατσούνα" να γίνει λέξη της μόδας κι όλοι να εξεγείρονται για τα δίκια τους [πλην ολίγον μεθυσμένοι και περιπαθώς- ηδυπαθώς  μερακλωμένοι].

Ο κάθε Αυτιάς -στην μαζοτηλεόραση- κολακεύει συντονίζει ενορχηστρώνει το μέγα πλήθος και το μέγα πάθος:"Άϊντες μωρέ παιδιά!" 

Κατά την ομίχλη που σκεπάζει το λάκκο και τον ανεπίστροφο γκρεμό...


Τετάρτη 10 Φεβρουαρίου 2016

"Δεν έμεινε άλλη θάλασσα..."



Κώστας Λούστας Αιγαίο
   Λάδι σε κόντρα πλακέ, 200Χ122 (1988) 




στον φίλο κι αδερφό Μπάμπη Παπαδόπουλο που γιορτάζει σήμερα



Όταν ο Κώστας Λούστας ζωγράφιζε το "Αιγαίο" του το 1988 θα είχε ίσως στο νου του  τους ξερακιανούς εκείνους και παλιοκαιρισμένους ναυτικούς που ξεροσταλιάζουν στα καφενεία των νησιών όλο κοιτάζοντας τη θάλασσα σαν δαρμένοι σκύλοι, όταν δεν ταξιδεύουν πια.
Τους θαλασοβρεγμένους που δεν βρίσκουν να σκέφτονται άλλο τίποτα πάρεξ την ώρα και τη στιγμή που θα μπαρκάρουν ξανά. Ίσως ακόμα να σκεφτόταν ο φίλος πως σε μια ψάθινη φτηνή καρέκλα καφενείου μπορούν να χωρέσουν όλες οι ιστορίες για τη θάλασσα αρκεί στο κάθισμα να κάθεται ο  σωστός άνθρωπος. Μια καρέκλα, μια ριγμένη επάνω της σημαία κι ένα καραβάκι. Σύμβολο κομψής σμικρότητας, αφήγηση συνοπτική και καίρια ενός μεγάλου μύθου που είναι σε θέση να περιλαβαίνει και τον Όμηρο ακόμα...

Την προηγούμενη μόλις χρονιά είχε αποσοβηθεί στο παραπέντε πόλεμος με την καλή μας -πάντοτε!- γείτονα Τουρκία. Στα επόμενα χρόνια, πολύ πολύ μετά, κι όταν ο Κώστας θα έχει αποχωρήσει για τους ουρανούς, στη θάλασσα αυτήν την ίδια θα επιμένουν κάθε μέρα οι διωγμένοι, οι φευγάτοι άνθρωποι να παλεύουν με τα κύματα. Ζωές αστόχαστα να χάνονται, ψυχές, κορμιά κάθε ηλικίας ριγμένα σε βράχια, στον αφρό πλέοντας. Ορώμεν  ανθούν πέλαγος Αιγαίον νεκροίς...

Πάλι από την καρέκλα του καφενείου, σαν παίζοντας, μισοπιστεύοντας τις εικόνες, εντός των τειχών, εντός των λίαν ευμετάβλητων συνόρων -και ορίων μας!-  θα κοιτάμε και θα ιστορούμε αι γενεαί πάσαι...

Ο καημένος ο Θωμάς Γκόρπας είχε γράψει πριν από χρόνια:

Γαλάζια και άσπρα χρώματα κολυμπούν
στη μαύρη θάλασα των φανατικών
Δεν έμεινε άλλη θάλασσα για κολύμπι.*

Θα συμπλήρωνα ίσως:

Έμεινε θάλασσα μπόλικη 
για θανατικά
και για μελλοντικούς πολέμους
Χτικιό ο άνεμος και σαράκι το νερό...


 * "Μπέρδεμα" Θ. Γκόρπας, Τα Ποιήματα 1957-1983, εκδ. "Ποταμός




ΥΓ. Ούτε που θέλω σήμερα να θυμάμαι την ύβριν Στουρνάρα: "Η πολιτεία υπερπροστατεύει την Τρίτη ηλικία". Γι' αυτό "ξεστράτισα"...
 [Kαι τί να του πεις τώρα του ξεδιάντροπου με τους θώκους και τις περγαμηνές;]






Σάββατο 6 Φεβρουαρίου 2016

Τα "τραχτέρια" στις πόλεις...


...και άλλα τινά δύσπεπτα.



[...] Τί το θέλουν το "Αβέρωφ"
Τι το θέλουν το "Κιλκίς”"
Να τα κάνουμε τραχτέρια
Να οργώνουμε τη γή(ς)*

το οδόστρωμα της ...Τσιμισκή(ς)!]

*από διάσημο επαναστατικό προπολεμικό τραγούδι




Με τα [κλιματιζόμενα] τραχτέρια...


...φωτιά στα μεσημέρια!



ΥΓ. Την προτεραία ημέρα μεγαλουργούσαν -οι γνωστοί "επαναστάτες" ντε!-  καταστρέφοντας και ρυπαίνοντας εν ριπή οφθαλμού  τον νιόβγαλτο ακόμα πεζόδρομο της οδού Αγίας Σοφίας...


ΠΡΙΝ (...6μήνες!) 




ΝΥΝ (και -προφανώς- αεί...)







Kαι ένα δείγμα γραφής... [μεγάλης ενδοεγκεφαλικής τρικυμίας)





Τετάρτη 3 Φεβρουαρίου 2016

Όλο νυχτώνει στην Πατρίδα...




                                                                                                           φωτ. Ν. Τσίγκας


Κάποιο απόγευμα -πάνε χρόνια τώρα-  στην παραλία της Σαλονίκης. Η ιππήλατος άμαξα -με το άλογο να μην πατεί τη γή, σαν να αιωρείται και να ζυγιάζεται στον αέρα-. Ο Σιωπηλός Αγωγιάτης με σταθερή πορεία δυτικά όπου τον περιμένει η νύχτα. Ο άντρας και η γυναίκα βαδίζουν ανατολικά/προς το ξημέρωμα πηγαίνοντας αλλά αφού πρώτα θα διαβούν την πύλη της επερχόμενης νύχτας... Και το οδόστρωμα -το κακοπαθημένο πλακόστρωτο- ένα μαβί χαλί  (σαν εκείνα τα μαβιά, του Αλεξανδρινού, τα ποθεινά...). Η φωτογραφία -τραβηγμένη με φίλτρο, οι άνθρωποι και οι στιγμές μοιάζουν πια πολύ παλαιά πράγματα, σχεδόν αρχαία.

Οι συμβολισμοί τους όμως σαν να ιστορούν το δυστοπικό μας σήμερα [αυτήν τη αδιέξοδη ειρκτή, την αμφιπρόσωπη νύχτα...]