Κυριακή 5 Απριλίου 2020

4Χ4 || Τέσσερις ποιητές / Δεκαέξη ποιήματα ( Ι )

     
φωτογραφία: Αρχαία Έφεσσος, © Νώντας Τσίγκας 2013
Τούτη δω και οι επόμενες τέσσερις «αναρτήσεις» θα είναι μια ανθολόγηση, με κριτήρια προσωπικά, λίγων ποιημάτων από το έργο τεσσάρων φίλων ποιητών: του Αντώνη Μπουντούρη,  του Πάρη Βασιλειάδη, της Δάφνης Χρονοπούλου και του Γεράσιμου Δενδρινού (η σειρά τυχαία, οι δυό τελευταίοι με σοβαρή θητεία και στον πεζό λόγο). Εδώ και μήνες, από τότε που μου στάλθηκαν οι πιο πρόσφατες συλλογές τους, όλο και μπερδεύονται στα χέρια μου αφού τις έχω δίπλα μου και τις χαϊδεύω και τις φυλλομετρώ κάθε τόσο, όμως δεν αξιώθηκα να πω ή να γράψω δυό λόγια. Ας αποτελέσει η μικρή αυτή ανθολόγηση ελάχιστη εξιλέωση για την ασυγχώρητη αμαρτία μου
Διακινδυνεύω έναν ορισμό της ποίησης:  Ποίηση είναι αυτό που σε ξαφνιάζει, εκείνο που δίνει κύρος στις λέξεις, ξαναγεννά τον μυστικό κόσμο, αποκαλύπτει την ομορφιά και σε παραστέκεται σε χαλεπούς και μίζερους καιρούς. Σαν την προσευχή. Επ’ αυτού κάθε αντίρρηση δεκτή αλλά θα επικαλεστώ και δυο στίχους από το ποίημα του Μάρκου Φ. Δραγούμη «Η ποίηση είναι»:


Πάχνη κρυστάλλινη στους μίσχους μιας μπεγκόνιας

[...] ανάποδο ψαλίδι τα δίχτυα να τραντάζει ανοίγοντας το σκορ

 
                                                                                                                                                    




Αντώνης Μπουντούρης

των ανέμων, του Αιγαίου, της άγονης πέτρας...

 





ΕΚΜΑΓΕΙΑ ΑΝΕΜΩΝ



Ἀφοῦ καψαλίσω τίς ἄκρες τους
Άνάβω τούς ἀνέμους
Τρελός χορός. 


2

Φυσάει δέν ἀστειεύεται 
γιά νά σπρωχτεῖ τό πέλαγο
σ' ἀνήκουστη σφαγή.
Πάνω ἀπ' τίς Μυκῆνες τά Ψαρά
τό Μοναστῆρι τή Σμύρνη
καί τό Δίστομο.
Θα κομπιάζει ἡ φωνή μας μιά ζωή. 
 

3

Ἀχτένιστη περνᾶ ἀπό πάνω μας ἡ Ἱστορία
καί φυσᾶ.
Τεντώνω τήν ἠχώ
Συνάζω σιωπές.
Κι ὅλο φυσᾶ. 


4

Τρεκλίζει ἀπόψε ὁ βοριᾶς
Σκορπᾶ τό ξεραμένο αἷμα
ἀπό τότε.
Ἀτλάζι πού λερώθηκε
καί δέ θυμᾶμαι πότε. 


5

Ψιχαλίζει στά γυμνά μας πόδια
κι ἀκούω πώς
ὁ καιρός θά χαλάσει κι ἄλλο. 

 ***



ΕΥΧΟΛΟΓΙΟ

Νά μεγαλώνουν οἱ στεριές
καί νά γυαλίζεις τ' ὅλοκαίνουργιο ὑνί
στ' ἀλέτρι.

Νά βουλιάζουν πιό βαθιά
οἱ θάλασσες
γιά νά μυρίσει χῶμα.

***

Από τη συλλογή "Εκμαγεία ανέμων"
 Εκδόσεις Κουκίδα, 2019 












Η ΔΙΑΘΗΚΗ

ἡ τελευταία σταγόνα στό μάτι, νά μοιάζει μέ βόλι



Ἡ γύρη
νά μοιραστεῖ ἱσότιμα
Νά φαγωθεῖ προτοῦ χαλάσει.


Νά δοθοῦν ὐποτροφίες
Στούς χτιστᾶδες.


Ὁ,τι ξεπέζεψε
ἄμεσα νά καταγραφεῖ.


Νά ξεκινήσει σύντομα
Συρτός χορός.


Σφιχτά στόν κύκλο.
Βῆμα νά  μή χαθεῖ.

***





ΤΡΟΠΟΣ

Μίλα μου ἀργά.

Τύλιγε ἁπαλά τά λόγια
γύρω ἀπ' τούς καρπούς μου.

Γιά μένα
Ὁ τρόπος
Ὑπῆρξε πάντοτε ὁ Τόπος. 


 Από τη συλλογή "Η αλλαξιά της θάλασσας"
 Εκδόσεις Πανοπτικόν, 2017

 
 

Παρασκευή 3 Απριλίου 2020

Ο Θανάσης Βαλαβάνης δεν μένει πια εδω!






Πρωί πρωί τα δυσάρεστα. Μου τα πρόφτασε ο καλός και κοινός μας φίλος Τάσος Ρέκλος: «Ξέρεις στην πυρκαγιά σήμερα στην Καλαμαριά… Ο Θανάσης ήταν…»

   Κεραυνός! Τα ειδησεογραφικά sites γράφουν για κάποιον «ηλικιωμένο άνδρα ["τύφλα κακιά" λέω εγώ...] που απανθρακώθηκε σ' ένα ημιυπόγειο της οδού…». Στην εποχή μας οι νεκροί δεν έχουν ονόματα μόνον  ακαθόριστη ηλικία. Δεν έχουν ιστορία λαμπρή ή βασανισμένη δεν έχουν ταλέντα, δεν έχουν συγγενείς ή φίλους που απορφανίζονται. Μόνο φύλο. (Άντε από αυτό τώρα να βγάλεις άκρη όταν μάλιστα όλα έχουν γίνει στάχτη…).

    Είχα πάει πριν από πολλούς μήνες σε μια «κατ’ οίκον» επίσκεψη στην οδό Αγίας Ελένης. Τελειώνοντας, και καθώς έκανα να  μπω στο αμάξι, ακούω μια φωνή να με καλεί. Γυρίζω και τί να δω; Από το πρανές ενός ημιυπογείου να προβάλλει το μουσάτο κεφάλι του Θανάση! Τον είχα για μόνιμο κάτοικο σε μεζονέτα στο Ρετζίκι. Σε κατώγι στο Κατιρλί της Καλαμαριάς  τον ανταμώνω… Μπήκαμε για την περιήγηση-ξενάγηση στο χώρο. (Αλλά είχα ένα σφίξιμο γιατί ένιωσα κάπως αόριστα ότι κάποιος είχε κατέβει εδώ πέρα για να κλείσει τον κύκλο της ζωής του σε μαυσωλείο που κατασκεύασε ο ίδιος και το στόλισε και το γέμισε με τις δημιουργίες του. Κάτι σαν τάφος ζωντανού…). 

Από την τελευταία συνάντηση στο καινούυργιο σπιτικό [Μάιος 2017...]

  Είχε οργανώσει  ένα μικρό μουσείο. Σε προθήκες γυάλινες με τα όργανα δικής του κατασκευής. Άλλα «ορθόδοξα», άλλα ανορθόδοξα, τρελά ή αλλόκοτα. Μπαγλαμάδες από καρύδα, από αυγό στρουθοκαμήλου ή κουτάκια νεσκαφέ, μπουζούκια και κιθάρες από, πεντόκιλους ή τρίκιλους, τενεκέδες τυρί. Πρώτος και καλύτερος ο διάσημος «Αρχίδαμος» (μπαγλαμάς με διπλό σκάφος βαμμένος σε μαύρο χρώμα. Όταν τον κοίταζες από τη ράχη έβλεπες ένα κανονικό ανδρικό μαντζαφλάρι σε στύση… «μετά των εξαρτημάτων»!). 

Σε τάξη βαλμένα λαγούτα όμορφα στολισμένα, μπουζούκια, κιθάρες. Το πρώτο όργανο που απόκτησα ήταν ένας ιδιότυπος μπαγλμαδοτζουράς δώρο δικό του. Όλη του η ζωή ένα εργαστήριο κατασκευής μουσικών οργάνων και πειραματισμών. Και η μεγάλη ενότητα της παρέας στο φόντο: της ελληνικής συντροφιάς που έρχεται από χρόνους αρχαίους ακατάλυτη…
Όλα τα υπόλοιπα μέσα στο σπίτι ξύλινα λουστραρισμένα, άψογα. Βιβλιοθήκες γύρω γύρω. Κουζίνα κανονικότατη.  «Όλα φτιαγμένα από μένα», μου είπε, «από υλικά που τα μάζεψαν από τα σκουπίδια φίλοι μου και μου τά ’φεραν. Τα δούλεψα τα λουστράρισα». Μ' έδειξε και το μπάνιο. «Έχω και εντοιχισμένη τηλεόραση έγχρωμη όπως βλέπεις!» Μια μικρότατη οθόνη χωμένη ανάμεσα στα πλακάκια...
«Θέλω να μαζευόμαστε εδώ στην αυλή.  Βλέπεις πέρασα και μια τέντα, φύτεψα λουλούδια στα παρτέρια, θάχουμε και βασιλικά, να μαζευόμαστε εδώ να πίνουμε ρετσίνες, να τραγουδάμε».  Του είπα «θα βρεθούμε». Είχε τυπώσει και επαγγελματικές κάρτες. Τις έχω ακόμα στο πορτοφόλι. Δεν πήρα τηλέφωνο. Όλο το ανέβαλα, όλο κάτι γινόταν − ή δεν γινόταν… (όπως γίνεται συνήθως!).

     Ώρες και μέρες να μιλάμε και να γράφουμε όμως δε θ’ αποσώνουμε… 

    Αρχές της δεκαετίας του ’90 θυμούμαι κάτι  ηρωικά μέχρι «όρθρου βαθέος» γλέντια και ξενύχτια σε ταβερνάκια και καφενεία στην Αρετσού, νύχτα στην Περιστερά, στην Άνω Πόλη, ή στην Πυλαία και στο Ρετζίκι στου «γκάβλα» Ένα σωρό φίλοι που έχουν περάσει στο «επέκεινα». Με πρώτη και καλύτερη τη μούσα του που βιάστηκε νωρίς να σαλπάρειτη γυναίκα του, την όμορφη Όλγα, μ’ εκείνα τα υψωμένα χέρια στο χορό. Τέτοια χάρη δεν είχαν ξαναντικρίσει τα μάτια μου… (Μετά το χαμό της αυτός δεν θα ήταν ποτέ πιά ο ίδιος). Η ομήγυρη σε σπαρακτικά κάποτε τραγουδιστικά ξεσπάσματα. Τα όργανα σε μόνιμο κρεσέντο.  Διονυσιασμός. Κι  ο Θανάσης,  στις ολιγόλεπτες παύσεις, ταχυδακτυλουργικά να ανάβει τσιγάρο και να… το τρώει αναμμένο! 

      Τότε κατάπινε φωτιές. Τώρα τον κατάπιαν εκείνες…