…Ἀλλὰ τὴν ἴδια μέρα τὸ ἀπόγεμα κατὰ τὶς 4 ποὺ πλάγιασα εἶδα τὸ ἀκόλουθο ὄνειρο ἕνα ὄνειρο ἀπογεματινῆς νάρκης: Καθόμασταν σ’ ἕνα ἑστιατόριο τῆς Θεσσαλονίκης ὁ Σαββίδης, ὁ Πεντζίκης κι ἐγώ. Τὸ μεσημερνὸ φῶς χειμωνιάτικο καὶ μουντό. Ἤμασταν κοντὰ στὸ παράθυρο τ’ ἄσπρα κουρτινάκια, ὄχι πολύ καθαρά, ἔδειχναν τὴν ποιότητα τοῦ κέντρου. Ὁ Σαββίδης ἔτρωγε πιλάφι μὲ μύδια καὶ γκρίνιαζε. Ὁ Πεντζίκης μὲ πρόσωπο καλογερίστικα ρουφημένο καὶ ἄκεφο τὸν ἄκουε μὲ φανερή δυσαρέσκεια. Ἐγὼ σκεπτόμουν: αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἄπληστος σ’ ὅλα του: στὸ φαγητό, στὶς γυναῖκες, στὴ λογοτεχνία. Κοίταζα τὸ πιάτο του μὲ τὸ ρύζι καὶ τὰ θαλασσινὰ καὶ συλλογιζόμουν τὴν προχτεσινή κουβέντα του γιὰ τοὺς συνομήλικούς του λογοτέχνες. Ὁ Σαββίδης θυμωμένος πάντα ἀπαριθμοῦσε τὰ μεγάλα ἑστιατόρια ὅπου εἶχε φάει. Τότε ὁ καλοφαγάς Πεν. παρατήρησε: «Λυποῦμαι, αὐτὰ ποὺ λὲς εἶναι ἐναντίον τῶν ἀρχῶν μου· δὲν μπορῶ νὰ χωρίσω τὰ πρόβατα ἀπὸ τὰ ἐρίφια». Ἦταν στυφός.
*Γιώργος Σεφέρης, Μέρες Θ΄ (1 Φεβρουαρίου 1964 — 11 Μάη 1971), εκδόσεις Ίκαρος 2019, σελ. 214.

Ο ΚΠ υποθέτω είχε το μυαλό του στο πιλάφι ακόμα μα και στο όνειρο του Σ. Αυτή είναι η ανθρώπινη φύση όσο κι αν ποιητές είναι εξαϋλωμένες μορφές. Έχουν κι αυτοί στομάχι και σώμα να θρέφουν!
ΑπάντησηΔιαγραφή