Τρίτη, 11 Φεβρουαρίου 2014

"Μοναχός (πάντα μονάχος)..."




Μοναχός Ιερόθεος [Γέροντας και Άθως , φωτ. Κ. Αργύρης]















Ποίημα του Ναυπλιώτη ποιητή Πάνου Λαλιάτση από τη συλλογή
 
                                   "Τα ποιήματα" , εκδ. Ελλέβορος 2002, αφιερωμένο στον Μον. Ιερόθεο.

 


 

                                           (και) η Αρλέτα τραγουδά ...για τον Ιερόθεο!





Το μπαρ το ναυάγιο        

Προχθές αργά στο μπαρ το ναυάγιο
βρέθηκα να τα πίνω μ’ έναν άγιο
καθότανε στο διπλανό σκαμπό
και κοινωνούσε με ουίσκι και νερό

Του είπα παππούλη τι ζητάς εδώ
δεν είναι μέρος για έναν άγιο αυτό
μου είπε, τέκνον κάνεις μέγα λάθος
εδώ είναι ο φόβος των ανθρώπων και το πάθος

Κοίταξε γύρω του στεγνούς και μεθυσμένους
και μου είπε εγώ τους αγαπάω τους κολασμένους
αν θες ν’ αγιάσεις πρέπει ν’ αμαρτήσεις
ε κι αν προλάβεις, ας μετανοήσεις

Προχθές αργά στο μπαρ το ναυάγιο
βρέθηκα να τα πίνω μ’ έναν άγιο
καθότανε στο διπλανό σκαμπό
και κοινωνούσε με ουίσκι και νερό
καθότανε στο διπλανό σκαμπό
στο τέλος πλήρωσε και το λογαριασμό

             (Στίχοι-μουσική "Αρλέτα" )





                  ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ

            Τα φεγγάρια του γέροντα Ιερόθεου


                     Χρυσ. Τζημάκα, Μοναχός Ιερόθεος (ελαιογραφία).

Δεν ήταν μόνο σιωπηλός μήνας ο καιρός, ευώδης Μάιος και πολυπλούμιστος (θυμάμαι), η δεύτερη αρχή του. Και παραλλήλως Μήνη πανσέληνος, θριαμβικό ταψί ολοστρόγγυλο, σελάγιζε η ουρανοδρόμος μέσα στο Αγιασμένο Όρος (και από πάνω του), ολοκίτρινη,  λες κι ήταν Αύγουστος. Πελώρια τότε τα άστρα καντηλέρια άσπρα, αργυρά στο χάος, γαληνό, το φως τους θράσκευε υπόλευκο, απ’ τον εξώστη στο κελλίο του Ραβδούχου ιδωμένα, όταν αρχίζαν οι σκιές της νύχτας να σκοτεινιάζουν πανταχού παρόντα μονοπάτια και περάσματα, σκιάζοντας τον τόπο γενικώς. Κι έλεγες τότες, όπου να ’ναι θα πέσουν κατακεφαλής μου, ροπή μοναχική και ουράνια βέλη οι φωστήρες τ’ ουρανού.

Α, πολιτεία ζώσα της σιγής, ζωσμένη κάθε βράδυ απ’ το ζωδιακό και κύκλιο το φως των λύκων. Τότε που ο νέος καλόγηρος, λεπτός σαν μίσχος άγριου λουλουδιού και εικόνα άνθους, ανάσαινε εαρινός, εύμορφος έμπαινε μες στα νερά αδιάπτωτος βαφτιζόταν, έβγαινε αποπλυμένος οχ’ τη θάλασσα κοντανασαίνοντας, άνεμος της ψυχής του διαρκής. Κι έξυνε από πάνω του κατόπιν τόνους απαλούς, βαφές (μενεξελί κι ιώδες και βύσσο ή κιννάβαρη και φοινικούν ή βήρυλλο, όταν το άστριν της ημέρας βασίλευε εν δόξη επιτέλους) και χρώματα γαιώδη άλλα απέβαλε εκείνος με τη στλεγγίδα εντούτοις φωτεινά, απλόχερα σκορπώντας τα, σχεδόν αποξυόμενος Λυσίππειος, ο όντως γεννημένος λίγο παραπέρα από το Ίππιον Άργος ο δοκιμαζόμενος της μοναξιάς, στην κάποτε Ναυπλία και ειδικότερα το νυν Ανάπλι, όπου είχε προφτάσει σε εποχές λησμονημένες σήμερα, νευρώδης κάτω από ένα τέτοιο φεγγάρι (αιώνιο και κρύο, ετερόφωτο), ο πρόγονός του από την Ήπειρο ο μακρινός, και τον οποίο τόπο την Ήπειρο τον λέγανε και τότε (ήταν άλλωστε ανέκαθεν) δεξαμενή του Ελληνισμού παντοδαπή, με τρόπο μεγαλόπρεπο μεγαλοσχήματο μα ουσιαστικό

 Και όπως φορούσε το φεγγάρι αντερί του ο Ιερόθεος μοναχός, έμπαινε πάλι η Μήνη απ’ το δεξί μανίκι, έβγαινε ύστερα ξανά απ’ το αριστερό του, έπειτα ουρανοδρομούσε αργά αργά, για να επιστρέψει πάλι σ’ αυτόν, η αστρική του ερωμένη. Και όποτε παννύχιος εκείνος αγρυπνούσε στη στρωμνή και την ευνή του, απεκδυόμενος το φως και συν αυτό τους δαίμονες του ζόφου, τον έβλεπε από ψηλά, φως των ματιών του, υπό τα βλέφαρα, βλέφαρο του άλλου ηλίου, της νυκτός, φεγγάρι. Ω ήταν βέβαιο προ πάντων πως δεν αδίκησε κανένα των ανθρώπων ο αγαπημένος της σελήνης, ο νέος καλόγηρος και γέρων ενταυτώ, ο ραδινός ως μίσχος άνθινος, παρότι σε λίγους απ’ αυτούς ομίλησε, και τούτο αν περί μελέτης ζωής κυρίως ο λόγος, ο που εγκαταβίωσε μοναχός (πάντα μονάχος) δέκα και συν εκείνους τρεις εκτός του κόσμου χρόνους από νεότητός του.

Πώς το λοιπόν να διέλυε κανείς (να το μπορούσε) διαβολές δεκαετιών επισυναπτές σε μία ημέρα, έστω εκπάγλου φωτός; φιλοψυχία τίνος είδους θα τον απέτρεπε από τη φύση του, ήγουν τον λόγο της αλήθειας, που λήθη δε μολύνει καμία;

Θα έπρεπε να αγνοεί πάλι και πάλι ο νέος καλόγηρος τ’ αυτάρεσκα κινούμενα φυτά, τα ερπετά που σούρνονταν ξοπίσω του αυτόχρημα λυσιμελή στις ατραπούς του Αγιασμένου Όρους και τ’ απόδελοιπα ατερπή. Δεν παρεισέφρεε στους ύπνους του πειράζοντος. Αρνιόταν τη μερίδα του πειραζομένου, μετρούσε και κατέτασσε τα λειριοειδή των κήπων (το λείριον φέρ’ ειπείν το κοινόν, το λείριον το αλβανικόν και το μαρτίνον ή το φλαμανδικόν, καθώς και κάποια ιδεατά των ξένων τόπων άλλα, ως ο αγάπανθος, το κολχικόν και το βεράτιον, ή τα εδώ κοινά χλωρόγαλον γνωστόν και ως σαπωναρία, το κρόμμυον, το σκόροδον και τον υάκινθο). Εξέταζε, και μελετούσε, κατέτασσε και διδασκόταν, καθόλου δεν υποχωρούσε από τότε ενώπιος πάσης αρχής και εξουσίας, μέλλοντα ταύτα, έλεγε σε όποιον δοκίμαζε να φοβερίσει την καρδιά του, και ο νους του ουδέποτε αισθανόταν βαρύς ––μα αντιθέτως.

Αλήθεια, πόσες χαίνουσες αβύσσους δεν εγκαινιάζει η κεφαλή του ελεύθερου ανθρώπου (τώρα και πάντοτε και νυν ή αεί), δημιουργός εν πορεία; ποιους ουρανούς ευρύπυλους· τοιουτοτρόπως οδός βραχεία γίνεται μακρά, και ο παροιμιαζόμενος προοιμιάζεται, άγνωστους ύμνους ψάλλοντας τα κοινά λόγια που εκφέρονται από το στόμα του απλώς κουβέντες.

Έτσι ο κόσμος γίνεται όλο και πιο συγγενικός στον άνθρωπο, που βλέπει αντιλήπτωρ, κατανοεί και ελεεί το χάος, ο σμικρός το άπειρο. Δεν έχει όρια δε γνωριζει ο νους αυτού του ανθρώπου, ο οποίος μονάχα την ανοησία δε συγχωρεί, παρότι κατανοεί τους ανοήτους πλήρως. Μια επιφάνεια επισυσούρμενη οριζοντίως και καθέτως, κυκλοτερώς ή κατ’ ευθείαν ο χώρος του, ανεστραμμένος, περιδινούμενος ή και περιλοιπός.


 Εκεί ο Θείος γνόφος, εκεί ο Θείος έρως, ο ανυπότακτος!!!




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου