Κυριακή, 14 Σεπτεμβρίου 2014

"Ο μαύρος κοψολαίμης" [του ISIS]






[...] Το μόνο που ζήτησε από τον πατέρα του ήταν να σφάξει ο ίδιος τα πρόβατα το πρωί της επομένης και αμέσως πήρε το δρόμο για το βουνό των γαλαζομάτηδων. Πέρασε τρεις μαχαλάδες, ώσπου, την ώρα που έγερνε ο ήλιος, έφτασε στο μαχαλά όπου έμενε ο γερο-Μουμίν, ο ξακουστός σιδεράς με τα μαγικά χέρια, που λέγανε πως μπορούσε να φτιάξει σίδερο πιο μαλακό από το φύλλο της λεύκας... Στον γέροντα μίλησε ξεκάθαρα: «Θέλω ένα μαχαίρι που να τελειώνει τα πρόβατα με τον πιο γλυκό τρόπο», του είπε. O γέρος γαλαζομάτης άργησε να του απαντήσει: «Ποτέ δεν μου έχουν ζητήσει κάτι τέτοιο. Θα προσπαθήσω να σου φτιάξω αυτό που ζητάς, μα δεν μπορώ να σου υποσχεθώ τίποτε…»

Αμέσως ο γέροντας κλείστηκε στην καλύβα του και ο Πέτρος κάθισε σ’ έναν κορμό και τον περίμενε όλη τη νύχτα. Λίγο πριν από το ξημέρωμα, ο γερο-Μουμίν άνοιξε την πόρτα του κρατώντας στα χέρια ένα τυλιγμένο μαύρο πανί. Τα γαλάζια μάτια του έλαμπαν αλλόκοτα μες στο σκοτάδι: «Πάρε το τρυφερό μαχαίρι που μου ζήτησες... Σου λέω όμως τούτο: όλο το βράδυ το εργαστήρι μου βρομούσε θειάφι, που πάει να πει πως ο διάβολος ήταν δίπλα μου όταν το έφτιαχνα... Κι έχε το νου σου να μη βραχεί η λεπίδα του από κόκκινο κρασί, γιατί το ατσάλι που έβαλα για να το φτιάξω αγριεύει με το κρασί και δίνει τον θάνατο με τους πιο φριχτούς πόνους του κόσμου...» 

Εφτά ώρες αργότερα ο Πέτρος έσφαξε τα πρόβατά του με το τρυφερό μαχαίρι που του έφτιαξε ο ξακουστός γαλαζομάτης σιδεράς. Όταν άνοιξε το πανί και ζύγισε στη χούφτα του το μαχαίρι, ζεστό ακόμη από το τρίψιμο της λεπίδας με φεγγαρόπετρα, ένιωσε πως ήταν φυσική συνέχεια του χεριού του, σα να γεννήθηκε κρατώντας το. Στη θαμπή λεπίδα του νόμισε πως είδε μια σκιά που του έγνεφε. Όταν την έμπηξε στο λαιμό του πρώτου ζωντανού, το πρόβατο παρέμεινε στην αγκαλιά του απολύτως ήρεμο, γαλήνιο, σα να ’ταν ο θάνατος απαλό αγέρι... Το ίδιο και με το δεύτερο πρόβατο, και με το τρίτο, και με όλα τα επόμενα... Μόλις τέλειωσε, έμεινε για αρκετή ώρα σιωπηλός κι έπειτα κλείστηκε μέσα σ’ έναν αχυρώνα, ενώ ο πατέρας του φόρτωνε τα σφαγμένα πρόβατα για να τα πάει στους στρατιώτες[...]


Θανάσης Τριαρίδης, Το τρυφερό μαχαίρι του Πέτρο Μπόλε (απόσπασμα)

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου