Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νικος Δήμου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νικος Δήμου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 23 Σεπτεμβρίου 2026

…«η φωνή του είναι χαμηλή, πρέπει να βάλεις το αφτί σου κοντά για ν' ακούσεις».

 


O ΝΙΚΟΣ ΔΗΜΟΥ ΠΙΑ ΠΡΟΧΩΡΑ ΜΕ ΠΑΤΗΜΕΝΑ τα 90. Πριν ένα σχεδόν χρόνο μάς ξανάδωσε, στην έβδομη έκδοση (Πατάκης), το σπουδαίο βιβλίο του Το απόλυτο και το τάβλι (Πρώτη έκδοση, Νεφέλη 1984), ένα  κείμενο που άρχισε να γράφεται το 1958. Αντιγράφω από το κεφάλαιο «Η μοναχική σκοπιά»:


Η σκεπτική «δύναμη»: η μόνη δύναμη στον κόσμο που δεν είναι εξουσία. Που δεν αποσκοπεί στην υποδούλωση. Που έχει για όπλο την ερώτηση. Που έχει για σκοπό την απελευθέρωση και το άνοιγμα του νου.

Γιατί το Απόλυτο, όταν ξεπερνάει τον χώρο της ενόρασης και προχωράει στον χώρο της πράξης, είναι επικίνδυνο. Και είναι επικίνδυνο, επειδή είναι απόλυτο - δηλαδή απάνθρωπο. Ο χώρος του ανθρώπου είναι ο χώρος του σχετικού.

Κανείς δεν εμποδίζει κανέναν να έχει τη δική του απόλυτη αλήθεια, να την πιστεύει, να τη λατρεύει, φτάνει να μην αποφασίσει να την επιβάλει στους άλλους.


Εχ, βρε Νίκο! Βλέπω τα αφιλοσόφητα και αγεωμέτρητα τέρατα που αναδύθηκαν ξανά στον κόσμο… Και τις ορδές, τις πανστρατιές, των ψυχικά τυφλών, των ημιμαθών και φανατικών… Που διαβαίνουν για να πάνε αδιάβαστοι (χωρίς εισαγωγικά η λέξη). Και θυμούμαι, αίφνης, όσα έγραψε για σένα (Γράμμα στον Νίκο) ο μακαρίτης πανάξιος γραφιάς Αντώνης Σουρούνης, πριν κάμποσα χρόνια :


        …είδα πάνω στο τραπέζι δυο στοίβες εφημερίδες απ' αυτές που διανέμονται δωρεάν και που ποτέ δεν μπόρεσα να διαβάσω τη συγκεκριμένη, γιατί όταν εγώ βγαίνω στο δρόμο, αυτή έχει εξαφανιστεί. Κάθισα στην καρέκλα που είχε το τραπέζι και την ξεφύλλιζα, σα να περίμενα ν' ανοίξει το μαγαζί για να φάω ή και σα να πουλούσα τις δωρεάν εφημερίδες. Σ' ένα και μόνο δισέλιδο είδα τρεις πένες που εκτιμούσα. Παπαγιώργης, Δήμου, Μιχαηλίδης. «Γράμμα στον Στάθη», είχε τίτλο ο Δήμου και σκέφτηκα ότι θα εννοεί τον Στάθη Τσαγκαρουσιάνο, που όπως είδα έβγαζε και την εφημερίδα. Παρόλο που με τον Τσαγκαρουσιάνο περάσαμε κάμποσους μήνες αντικριστά στη σαββατιάτικη Ελευθεροτυπία –εκείνος στη σελίδα 9 κι εγώ στην 8, δε νομίζω να έχουμε συναντηθεί ποτέ. Και με τον Δήμου συναντιόμαστε πιο πολύ στον αέρα παρά στη γη.

       Στο φύλλο που κρατούσα, ο Δήμου απαντούσε σε ένα κείμενο του εκδότη που έγραφε, «Άπαξ και το πάρει απόφαση ο άνθρωπος ότι είναι εσωτερικά νεκρός, γίνεται ψύχραιμος σε όλα». «Ξέρω πώς είναι», απαντούσε ο Δήμου. «Το ψυχρό, κενό διάστημα. Κολυμπάω αργά σ' αυτό σαν αστροναύτης. Δεν ελπίζω τίποτα, δεν περιμένω τίποτα». «Είμαι πενήντα χρονών, αλλά δεν ξέρω να ζω», συνεχίζει ο Τσαγκαρουσιάνος. «Και ποιος ξέρει;» αναρωτιέται ο Δήμου. «Μόνο οι ηλίθιοι νομίζουν πως έμαθαν. Όσο δεν ξέρεις να ζεις, παραμένεις πραγματικά ζωντανός. Αυτοί που “ξέρουν” περιχαρακώνονται και μορφάζουν μέσα στη φορμόλη».

        Έτσι είναι. Η ζωή δεν είναι τέχνη για να πας στη σχολή και να τη μάθεις, η ζωή είναι ταξίδι ανάσκελα στο κύμα. Αν αξίζεις, η θάλασσα θα σε βγάλει εκεί που σου πρέπει. Αν όχι, πάλι εκεί που σου πρέπει, για να μάθεις. Ο Δήμου τα ξέρει αυτά. Ξέρει πιο πολλά απ' όλους μας, αλλά η φωνή του είναι χαμηλή, πρέπει να βάλεις το αφτί σου κοντά για ν' ακούσεις. Όπως και η φάτσα του στην εφημερίδα – είναι ο μόνος χωρίς φωτογραφία αλλά με σκίτσο. Το κοιτάς και το ξανακοιτάς προσπαθώντας να βγάλεις κάποιο συμπέρασμα. Είναι έτσι ή είναι αλλιώς; Ξέρει τι λέει ή τα λέει κουτουρού; Ο Δήμου είναι όπως θες κι όπως τον πάρεις. Πάντως αυτά που λέει δε θα τ' ακούσεις από κανέναν. Και τα λέει σα να τρώει σπόρια, όχι σα να γεύεται ένα πλούσιο γεύμα. Κι όπως εκείνος δεν αφήνει τίποτα στη μέση, έτσι κι εσύ δεν μπορείς ν' αφήσεις ένα βιβλίο του στη μέση. Το διαβάζεις μέχρι τον πάτο κι απορείς για πράγματα που δεν έχεις απορήσει ποτέ σου. Απορείς ακόμα και με τη φράση του Ελύτη, που τον αγαπάει και νεκρό, και την αναφέρει στο κείμενό του σαν κάτι που αφορά και τον ίδιο. «Ζω για τότε που δε θα υπάρχω». Εντάξει, φίλε, εντάξει, αλλά για πολλούς, για πάρα πολλούς, ζεις και για τώρα που υπάρχεις.

 

 

 

 

Τρίτη 6 Φεβρουαρίου 2024

Τώρα να τη δω τη «φιλοπατρία» σας!

 

 

Θαρρούσα πως δύσκολη ήταν η μέρα μονάχα για την είδηση πως η Μονή της Χώρας (στην Πόλη ντε!)  θα ξαναγίνει τέμενος (Κεμιγιέ Τζαμί) αλλά ήταν ετούτη, η μαύρη είδηση, η πιο οδυνηρή:

Η Συλλογή Γιώργου Γκολομπία με το Φωτογραφικό Αρχείο Λεωνίδα Παπάζογλου (με πάνω από 2.500 αρνητικά/πλάκες, ακέραια επί το πλείστον) βγαίνει στη δημοπρασία του οίκου Δημοπρασιών Βέργος μέσα στις επόμενες μέρες με  τιμή εκκίνησης  50.000 ευρώ [ΕΔΩ το PDF  της δημοπρασίας, σελ. 100-101 αυτό που αφορά].

Φοβάμαι πως κανένα ελληνικό μουσείο, Ίδρυμα ή «φωτοθήκη» δεν θα επιθυμήσει και (επομένως) δεν θα αξιωθεί να την αποκτήσει. Κανένας ευπατρίδης, κανένας που σκορπάει τα λεφτά του σε επιδείξεις πλούτου δεν θα νιαστεί. Και βέβαια ούτε ο Δήμαρχος της Καστοριάς, ούτε η βουλευτής της, ούτε ο Περιφερειάρχης, η υπουργός πολιτισμού ή η Πρόεδρος της Δημοκρατίας μας θα κουνήσουν το παραμικρό δακτυλάκι τους. (Τώρα αγοράζουμε, πανηγυρίζοντας,  F-35 λέμε!)

Κάποιος «θα σκάσει μύτη» στη δημοπρασία και με το ανάλογο τίμημα και όλες τις νόμιμες διαδικασίες θα την αποκτήσει. Κι έπειτα…

Who cares? Επί χρόνια, η συλλογή, με αποτυπώσεις φωτογραφιών (έργων!) του Λ. Παπάζογλου  που οι κληρονόμοι του Γ. Γκoλομπία και το «Μουσείο Φωτογραφίας» πρόσφεραν στην πόλη της Καστοριάς για την (υποτιθέμενη μόνιμη…)  έκθεση στο Βεργουλάδικο,  παρέμεινε στα σκοτάδια, την αφάνεια, την αποσιώπηση. Δύσκολοι καιροί αλλά η αδιαφορία (κι από κοντά η μικροπρεπής πολεμική) έβγαζαν μάτι.

Ξέρω πως τίποτε δεν θα εμποδιστεί. Μόνον ας μη αρχίσει κανείς αναδρομικά τους υποκριτικούς θρήνους αν η συλλογή βρεθεί ως απόκτημα π.χ. στη Σόφια (έτσι τυχαία το λέω). Κι εκεί με ανάλογη ιδεολογική διαχείριση και καθοδήγηση θα στηθεί «το Μουσείο που πρέπει» για τη σπουδαία Συλλογή που η γενέτειρα οικτρά απεμπόλησε και αρνήθηκε.  (Μην απορήσετε αν ο νέος ιδιοκτήτης του Αρχείου που θα προκύψει μετά τις 22 Φεβρουαρίου ζητήσει να κατέβουν από τους τοίχους ή παντού στο διαδίκτυο οι φωτογραφίες που πλέον θα του ανήκουν…)  


Εις μνήμην  της δουλειάς του αείμνηστου Γ. Γκολομπία,

Εις μνήμην του βλέμματος του Λεωνίδα Παπάζογλου που οριστικά σβήνει για την Καστοριά,

Ένα ποίημα που μου είχε στείλει ο Νίκος Δήμου το 2010 σχολιάζοντας το Λεύκωμα από το Αρχείο Λ. Παπάζογλου  (δημοσιεύτηκε στη εφημερίδα ΟΔΟΣ):

 

                Σκιές σκοτεινές από το Μαύρο

              

                                                       του Νίκου Δήμου

 

Σκιές σκοτεινές από το Μαύρο

(ασπρόμαυρες φωτογραφίες

Μα μόνο το Μαύρο φαίνεται).

Με την βαθειά νοσταλγία της Νέκυιας.

Να πιούν αίμα να ζωντανέψουν, να μιλήσουν.


Ήρωες και κακομοίρηδες, πολέμαρχοι και ξωμάχοι, μόνοι,

σιωπηλοί στο έρεβος.

Κι αχ αυτά τα μάγουλα των νέων κοριτσιών

στο άσπρο χαρτί – άσπρα σαν χαρτί.

Τέτοιες εικόνες από τον Κάτω Κόσμο δεν έχω ξαναδεί.


Ο Παπάζογλου δεν τους απαθανάτιζε

– τους απονέκρωνε, για να ζουν αιώνια, νεκροί.

 

Αθήνα 6.1.2010

 

 

Το εξώφυλλο με φωτογραφία από το Αρχείο Λ. Παπάζογλου/Συλλογή Γ. Γκολομπία στο μυθιστόρημα του Ηλία Παπαμόσχου Η καταγωγή της λύπης.