Πέμπτη 12 Μαρτίου 2015

Του πολέμου...


...από τον I. Πολέμη!



Αφιερώνεται σε όλους τους λιποτάκτες του κόσμου
            σαν ελάχιστη ένδειξη συμπάθειας, κατανόησης, παρηγοριάς…

                                   









[...] Η ποίησή του χαρακτηρίζεται από ευαισθησία και καλοσύνη, στοιχεία άλλωστε που χαρακτήρισαν και την ίδια του τη ζωή.
              [ από τη Wikipedia ]





 O ανδριώτης ποιητής Ιωάννης Πολέμης (1862-1924) έχει στοιχειώσει την μνήμη μου (σχολικές εορτές και τα τοιαύτα). Και ποιός δεν θυμάται τα παρακάτω στιχάκια που ανήκουν στην ..."διαπαιδαγωγική" του στιχουργία και παραγωγή;
 

[...] Τί εἶναι ἡ πατρίδα μας; Μὴν εἶν᾿ οἱ κάμποι;
Μὴν εἶναι τ᾿ ἄσπαρτα ψηλὰ βουνά; [...]

***
[...] «Μὴ σκιάζεστε στὰ σκότη! Ἡ λευτεριὰ
σὰν τῆς αὐγῆς τὸ φεγγοβόλο ἀστέρι
τῆς νύχτας τὸ ξημέρωμα θὰ φέρει».

                                                           ***
Ποτὲ δὲ θὰ πειράξω
τὰ ζῶα τὰ καημένα,
μὴν τάχα σὰν ἐμένα
κι ἐκεῖνα δὲν πονοῦν;
Θὰ τὰ χαϊδεύω πάντα,
προστάτης τους θα γίνω.
Ποτὲ δὲ θὰ τ᾿ ἀφήνω
στοὺς δρόμους νὰ πεινοῦν [...].

***

[ "Αναλυτικόν Πρόγραμμα Γραμματικής των Α΄, Β, Γ΄ Τάξεων"

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ 

 Έχοντας υπόψει το Β. Διάταγμα της 1ης Σεπτεμβρίου 1913 περί ορισμού των μαθημάτων, του δι' έκαστον τούτων προς διδασκαλίαν αναγκαίου χρόνου κλπ προτάσει του Ημετέρου επί των Εκκλησιαστικών και της Δημοτικής Εκπαιδεύσεως Υπουργού αποφασίζομεν και διατάσσομεν: (...) κλπ κλπ.]
  
Ένα "σωσμένο" -εννοώ πως δεν παραδόθηκε στα ποντίκια- κιτάπι απο το σχολείο του χωριού μου ξεφυλλίζοντας, βρήκα ν' αναπαύεται στις σελίδες του ανάμεσα ιδιόγραφο ποίημα, που προφανώς αντέγραψε δάσκαλος και αποδίδεται στον Ιωάννη Πολέμη (πόσο βαθιά μέσα μου εύχομαι να αποτελεί αυτό κάποια τυμβωρυχική λαθροχειρία, μια ζαβή παρανάγνωση, κάτι το ψευδεπίγραφο...)


Όνομα και πράμα ...Πολέμης ο ποιητής. Θα μου πέιτε o tempora o mores  αλλά οποία αναντιστοιχία με εκείνο το  "ευαισθησία και καλοσύνη". Ο καιροί έρχονται από την κρεατομηχανή και οδηγούν στην κρεατομηχανή του Α΄και Β΄ "Μεγάλου Πολέμου". Θ' ακολουθήσει βέβαια στην Ελλάδα το δράμα της Μικρασίας με το Σαγγάριο κι ένας ύστερα καταστροφικότατος εμφύλιος. Κι η μάνα [ ώ, η φρικτή μάνα του ποιήματος ...]  που μήτε τη μοίρα ένος καημένου ζώου δεν φυλάγει ( "θα τα χαϊδέυω πάντα προστάτης τους θα γίνω...)  για τον "τρέσαντα, ρίψασπι, λιποτάκτη κλπ" γυιό της! Το παγωμένο εκείνο ξέπνοο  και πλησίστιο στο θάνατο ανθρώπινο απομεινάρι που της χτυπά την πόρτα.

Αφύσικα πράγματα που 'χουν τη σημασία τους βέβαια...

"Απολαύστε" με ...ρίγη, ναυτία και σύγκρυο: 





  O λιποτάχτης

Ένας μονάχα ελιποτάχτησε,

Πέταξε κάπου το ντουφέκι

Στης νύχτας το σκοτάδι μπλέκει

Τρέμει όπως θα ’τρεμε στον άνεμο

Πριν σβύσει η λάμψη του κεριού

Παίρνει το δρόμο του χωριού.



 
«Ποιός κρούει τη θύρα;» «Άνοιξε μάνα μου

δεν είναι κλέφτης μήτε ξένος

ο γυιός σου κρούει καταδιωγμένος!

Άνοιξε μάνα μου, μ’ εβράχνιασε

το κρύο, μ’ έπνιξε ο ιδρώς

μ’ εβαλ΄ο θάνατος εμπρός».





«Εμένα ο γυιός μου είναι στον πόλεμο

νάτο το ξέστρωτο κρεβάτι

τη θύρα ελάθευσες διαβάτη.

Εμένα ο γυιός μου είναι στον πόλεμο

κι ίσως ποτέ δεν θα τον δω

δεν είσαι σύ. Φύγ’ από ’δώ!».



ΣΗΜ. Τα χαρακτικά προέρχονται από τις Εννέα ζωγραφιές του Clifford Harper στο βιβλίο "Ο άγνωστος λιποτάκτης", εκδόσεις Πειρατές της ημισελήνου [ανάρτηση στο  blog: fanzinita.blogspot.gr ].

Δευτέρα 9 Μαρτίου 2015

Hλιόψαρα και Πελεκάνοι




                                                                                            PHOTO: N.Tσίγκας.


Η ομάδα των Πελεκάνων της λίμνης της Καστοριάς σε αγαστή αρμονία, σύμπτυξη, υποδειγματική ακροστοίχηση παρά την πελεκανικη βουλιμία και …ζωότητα σε αναμονή γεύματος.

Όχι το "μάνα εξ ουρανού" , μα τα ηλιόψαρα από τη βάρκα. Τους έρχονται πετώντας από ψηλά μέσα στο στόμα κατευθείαν από τα χέρια του ψαρά που καθαρίζει τα δίχτυα του.Τα ηλιόψαρα δεν ήταν ψάρια της λίμνης έγω τα 'βλεπα για πρώτη φορά. Πολύχρωμα σαν τροπικά ούτε και το σχήμα τους δείχνει"δικό μας" λιμνίσιο ψαρι. Με μια κηλίδα κόκινη εκεί που ξεχωρίζει το κεφάλι ααπό το σώμα. Όμορφη σαν φωτιά ή σαν αίμα. 
Η βάρκα τραβηγμένη κοντά στην όχθη. Κι εκείνος ντυμένος γερά και με ριγμένη τη μουσαμαδιά στο σώμα έχει την πλάτη γυρισμένη προς τα εμάς και μιλά:
"Τα ψάρια τα 'ριξε, πριν δέκα και βάλε χρόνια, στη λίμνη  κάποιος. Ο αριθμός τους έχει πληθύνει εξαιρετικά. Όμως ο κόσμος δεν τα αγαπάει. Προτιμούν ακόμα τα αγαπημένα τους λιμνίσια οι "λάτρεις". Τα πρικιά, τα γλίνια, τις πλατύκες, τα γριβάδια, τα τσουκάνια, τις τούρνες, τους γουλιανούς…

Τα ηλιόψαρα τις πιο πολλές φορές τα δίνω στους Πελεκάνους… Τούτη δω ολόκληρη η ψαριά που βλέπετε σ' αυτούς θα πάει!"

                                                                             PHOTO: N.Tσίγκας.


Και μετά: "Είμαι η Μέρκελ" μας λέει "και τους δίνω τη δόση τους. Κι αυτά υπομονετικά περιμένουν πως και πως. Αν θελήσω να δώσω τρώνε. Αλλιώτικα πεινάνε. Όμως πια φαίνεται πως ίσως τεμπελιάζουν να ψαρέψουν. Τα νεότερα ίσως δεν θα ξέρουν πως... Και θα πεθάνουν αν εγώ πάψω.

Πρέπει ακόμα να προσέχω να είμαι δίκαιος. Να φάνε όλοι... Να, εκείνος ο γεράκος εκεί πίσω δεν έχει προφτάσει ακόμα ν' αρπάξει ούτε ένα ψάρι. Έλα γέρο μου φάε κι εσύ!"  

Και του προσγειώνει ένα μεγαλούτσικο ψάρι ίσα στο ολάνοιχτο στόμα με την  ακρίβεια ενός ...Γιάννη Αντετοκούνμπο.


Σοφός ο παραλληλισμός του ευφυούς και πονόψυχου ψαρά! 
Και, να δείτε τί μου θύμισε…

 

Πέμπτη 5 Μαρτίου 2015

SCHOENBERG*



                                              O τάφος του Άρνολντ Σένμπεργκ    
                       Zentralfriedhof,Vienna [φωτ. Ν.Τ. ]  
 


                                                                                           του ΝΙΚΟΥ ΚΑΡΟΥΖΟΥ*

Είναι κλεισμένος αυτός ο μάρτυρας στην πικρή σκοτεινιά.
Τον βλέπω τυλιγμένο από κουρασμένη καταιγίδα.
Είναι μαύρος και αποσβολωμένος.
Κρατεί στα χέρια του την κομμένη ουρά μιας γάτας
Τα μυαλά του είναι χυμένα μες στον καθρέφτη.
Έχει γυρίσει απ' την κηδεία του
σαν τον κόμη Alucard
ολόιδιος με τη χήρα του.
Το βλέμμα του είναι βαθύ σαν των αγίων.
άλλωστε μια θρησκεία τον βασανίζει:
το αντίθετο χορτάρι.
Κάποια μέρα βρέθηκε ανάμεσα στα μνήματα
κι έχασε το γέλιο του μαζί με τα γυαλιά του.
Αλλά δεν ανησύχησε καθόλου, δεν ταράχτηκε
όπως συμβαίνει με τους κοινούς ανθρώπους.
εξακολούθησε τον περίπατο τυφλός και περίπαθος.
Αναγκαστικά μεγάλος.
Αδελφός της τελευταίας βροχής
που έτυχε να τον μουσκέψει
προτού να ζεσταθεί σε μια βελούδινη, αλήθεια, νύχτα.
Δίχως να ξέρει τις μέρες που φορτωθήκαμε
είχε γνωρίσει εμάς. Τον αγαπώ
Είναι πλασμένος από βραδινή ειλικρίνεια και η δόξα
του φανερώθηκε σαν κατσαρίδα.
Τίποτα περισσότερο. Αλλά και τίποτα λιγότερο.
Στον ύπνο του έβλεπε φλάουτα
και πεταγότανε καθώς πετάγεται το ελατήριο,
Στον ύπνο του έβλεπε άρπες
και ξυπνούσε ματωμένος.
Αυτή τη στιγμή σηκώνεται
Και ντύνεται, όπως πάντα, στα μαύρα.
Δεν πηγαίνει θα ’λεγα πουθενά.
Ούτε μπορεί να πει κανείς πως έρχεται.
                                                                                                                                                              




*Νίκος Καρούζος , Οιδίπους τυραννούμενος και άλλα ποιήματα, ΙΚΑΡΟΣ εκδοτική εταιρία, 2014. Επιιμέλεια Μαρία Αρμυρά.