Στη
μνήμη των -προσέτι- εβδομήκοντα της 10.11.2021
Είχε πέσει κακός ψόφος
στα κοτέτσια στο χωριό. Στον αραμπά τα φόρτωναν τα ψόφια ορνίθια και τα έθαβαν
σε μικρούς λάκκους με ασβέστη. Η γιαγιά μου μια και δυο πάει και κλείνει συνδιάλεξη
στο ταχυδρομείο με τον αδελφό της τον Θανάση, ειδικό της ζωοτεχνίας, στην
Αμερικανική Γεωργική Σχολή. Εκείνος της δίνει λεπτομερείς οδηγίες. Η δαιμόνια
γυνή καταγράφει λεπτομερώς και ενεργεί καταλλήλως. Παραγγέλνει τάχιστα από το Φαρμακείο Παπακυρίλλου στην Καστοριά «το φάρμακο» (τότε είτε επρόκειτο για ζώα είτε
για ανθρώπους εύρισκες στα φαρμακεία τα πάντα…). Το απόγευμα το φάρμακο είχε
καταφθάσει με το «εργατικό λεωφορείο» (των έξη)...
Την άλλη μέρα πιάναμε ένα ένα τα πουλερικά,
μικρά και μεγάλα, όρνιθες ή κοκόρια και τους στάζαμε την μαγική (και σωτήρια όπως
αποδείχθηκε) διάφανη σταγόνα στο μάτι.
Αδιαμαρτύρητα το είχαν δεχτεί τα καημένα
τα πουλιά. Μετά από κάνα δυο μήνες, κι ενώ όλοι οι άλλοι πάσχιζαν ν’ ανανεώσουν
τους… πεπτωκότες ορνιθώνες τους, οι δικές μας κότες γεννοβολούσαν μανιωδώς και τα
κοκόρια ξεσήκωναν με τους λαρυγγισμούς τους τα πρωϊνά μέχρι και τους πεθαμένους.
«Πώς τα κατάφερες βρε Κλεοπάτρα;» της έλεγαν.
Κι αυτή περήφανη: «Τις εμβολίασα…» («βρε στούρνοι» πολύ θα ήθελε να τους πει).
Εκείνο τον καιρό ζήτησα από έναν λοχαγό
του πυροβολικού —καλή του ώρα έχει πεθάνει πια— που μας παρέδιδε δυο φορές τη
βδομάδα μαθήματα Αγγλικών στο χωριό, να μου διαβάσει το όνομα της εταιρείας στο
κουτί του σκευάσματος χάρη στο οποίο σώθηκαν οι κότες μας.
«Φάιζερ!» μου είπε… Ύστερα ξεδίπλωσε το φύλλο
των οδηγιών και φιλοπεριέργως διαβάζοντας συλλάβισε με κάποιο στόμφο την
ένδειξη χορήγησης: «Δια τον ιόν της ψευδοπανώλους των πουλερικών!»
«Φάιζερ» λοιπόν και τότε. Και τα ορνίθια
μας ανέχθηκαν υπομονετικά τον εμβολιασμό αποφεύγοντας τον (κακό) ψόφο. Ενώ τώρα,
τα πολύξερα κουτορνίθια αντιστέκονται σθεναρά στο εμβόλιο.
Εν αντιθέσει προς τα έμφοβα «πρόβατα» που
συνεχίζουν να εμβολιάζονται ευπειθώς και (σχεδόν) καθ’ έξιν…