Πήγα και τον
παρέλαβα από τα ΕΛΤΑ, κακοπαθημένο (σε άθλια κατάσταση για να είμαι
ακριβής), τον Δραγούμη του Μονοπατιού, στην πρώτη του έκδοση - του 1925, αγορασμένο
(γουρούνι στο σακί) από το διαδίκτυο.
Το βιβλίο φαίνεται θα κακόπεσε στους κατά καιρούς ιδιοκτήτες στο διάβα ενός αιώνα. Ποιος ξέρει από τι μούχλες ή υγρά κατώγια ανασύρθηκε, κακήν κακώς περιμαζεύτηκε
και «βγήκε στο παζάρι». Θα πρέπει απαραιτήτως να βιβλιοδετηθεί χωρίς να είναι βέβαιο
πως θα ανακάμψει ή ότι θα λάβει κάποια αξιοπρεπή μορφή ώστε να μπορεί να το ξεφυλλίσει έστω κανείς. Αλλά ας μην χάνουμε την
ελπίδα μας. Κάποτε γίνονται και θαύματα. Γερές κλωστές, επιτήδειο ράψιμο θα
χρειαστεί από έμπειρο βιβλιοδέτη.
Η προμετωπίδα του βιβλίου είναι βέβαια το
σαιξπηρικό words, words, words από τον Άμλετ. Αφορμή στέκεται για να τραβήξουμε ένα απόσπασμα από το
μικρό κεφάλαιο Η γλώσσα:
[…] Oἱ γλῶσσες δὲ χάνονται ἔτσι εὔκολα.
Ἀλλάζουν ὅμως κάθε μέρα, πότε ἀργά καὶ κανονικά,
πότε σὰν ὁρμητικὸ αὐλάκι τρέχοντας ἐμπρός, ἐπειδή εἶναι λόγοι περισσότεροι ἐξωτερικοί
ποὺ τὶς βιάζουν· δουλεία, ἐπιδρομὲς ξένων, ἐμπόριο μὲ ξένους.
Εἶναι κλωστὴ μακρειὰ ἡ γλῶσσα,
κλωστὴ ποὺ δὲ χάνεται καὶ ποτὲ δὲν τελειώνει. Ἡ ὁμηρική,
ἡ ἀττική, ἡ δωρική, ἡ ἀλεξαντρινή, ἡ βυζαντινή, ἡ σημερινὴ εἶναι σημάδια τῆς
κλωστῆς ἐκείνης, ποὺ λέγεται γλῶσσα ἑλληνική, ποὺ κρύβεται στὸ σκοτάδι στὴν ἀρχὴ
καὶ δὲν ξεχωρίζεται ἀπὸ τὶς ἄλλες κλωστές καὶ μόνο ἀργότερα σιγά, σιγά
ξεμπερδεύεται καὶ προοδεύει. Εἶναι κλωστὴ ποὺ δὲν ἔχει τέλος, ἄν δὲν τὴν κόψης
μὲ τὸ μαχαίρι.
Ὅπως ὅλα στὸν κόσμο ἀλλάζουν, ὁ τρόπος τῆς ζωῆς, τὸ
ντύσιμο, τὸ μαγείρευμα τῆς τροφῆς, ἔτσι κ’ ἡ γλῶσσα πρέπει ν’ ἀκολουθῆ
κανονικά τὴν ἐξωτερική κ’ ἐσωτερική ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ προβαίνει καὶ διαπερνᾶ
τοὺς αἰῶνες ἀλλάζοντας πάντα, πάντα. Ἀλλάζοντας ἡ γλῶσσα ἁπλουστεύεται. Καὶ
ἡ ἀλλαγή αὐτὴ σημαίνει πὼς οἱ τύποι γίνονται κανονικώτεροι, οἱ λέξες ἀλλάζουν
σημασία καὶ οἱ φράσεις φτειάνονται ἀλλιῶς, κ’ ἔρχονται καὶ μερικές ξένες λέξες
στὴ γλῶσσα. Δὲν εἶν’ ἀλήθεια πὼς ἐπειδὴ μιὰ γλῶσσα ἔχει ξένες λέξες ἔγινε
ξένη καὶ βάρβαρη κι ὅλα τὰ ἄλλα ποὺ φωνάζουν οἱ δάσκαλοι, ἀφοῦ ἡ γραμματική
ἔμειν’ ἑλληνική, κ’ οἱ περισσότερες λέξες ἔμειναν Ἑλληνικές κ’ οἱ ξένες λέξες πῆραν τὸν τύπο ποὺ πρέπει
νὰ ἔχουν γιὰ νὰ συμφωνοῦνε μὲ τὴν ἑλληνική γραμματική […]
[…] Δὲν εἶναι ἡ ἀττική γλῶσσα τελειότερη ἀπό τὶς ἄλλες
Ἑλληνικές. Ἄν οἱ Ἀθηναῖοι ποὺ τὴ μιλοῦσαν καὶ τὴν ἔγραφαν ἦταν ἔξυπνοι κ’ εἶχαν
μερικὲς ἰδέες, τί φταίει ἡ γλῶσσα; Ὅποιαν καὶ ἄν τοὺς δίναμε ἑλληνική γλῶσσα—ἐκτός
ἀπὸ κεῖνο τὸ νευρόσπαστο, τὴν καθαρεύουσα,—θὰ ἔκαναν τὰ ἴδια ἔργα, μεγάλα σὰν κ’
ἐκεῖνα ποὺ ἔκαμαν. Σᾶς δίνω, Ἀθηναῖοι, τὴ ζωή, τή χάρη, τὴ γλύκα καὶ τὰ πλούτη τῆς
τωρινῆς μας γλώσσας καὶ σᾶς παρακαλῶ χωρὶς ἀναδιπλασιασμούς, δυϊκούς καὶ μέσον
ἀόριστο πρῶτο καί δεύτερο, νὰ γράψ’τε τὶς ἰδέες σας. Ἄν εἶναι ὡραῖες, ἄν εἶναι
καινούργιες, θὰ τὶς προσκυνήσω. Ἄν εἶναι ἄσκημες, ῥυτιδωμένες, ἀχαμνές, δὲ θὰ τὶς
προσκυνήσω καὶ θὰ πεθάνουν.
Καὶ τότε, ὅσο νὰ τὶς ντύσετε (καὶ μήπως μπορεῖτε;),
ἀγαπημένοι Ἀθηναῖοι, μὲ τὶς ἀττικές σας πολυτέλειες τοῦ χρόνου 400 προτοῦ
γεννηθῆ ὁ Χριστός, θα μείνουν μούμιες.