Πέμπτη 27 Απριλίου 2023

Τα καθάρματα είναι εδώ!

 

 

 


“Ο Δήμος Καλαμαριάς φιλοξενεί έκθεση Βορειομακεδόνα καλλιτέχνη η οποία ήταν προγραμματισμένο να διαρκέσει μέχρι και σήμερα Πέμπτη 27 Απριλίου. Το απόγευμα της Τετάρτης, ωστόσο, ο χώρος αποτέλεσε στόχο εισβολής χρυσαυγιτών.

Περίπου 15 άτομα εισέβαλαν στο χώρο, κατέβασαν έργα του καλλιτέχνη, επιτέθηκαν στον δημιουργό για το γεγονός ότι βρίσκεται στην Ελλάδα και τη Θεσσαλονίκη. Μάλιστα, όπως μετέδωσε η κρατική τηλεόραση, απαίτησαν να προσδιορίζει τον εαυτό του μόνο ως Σλάβο.

Ακολούθησαν πρακτικές αντιποίησης Αρχής, με ανάρτηση χαρτιών που είχαν με μεγάλα κόκκινα γράμματα την λέξη «απαγορεύεται» και «σφράγιση» του χώρου με κόκκινες ταινίες.

Αντίστοιχα χαρτιά έβαλαν και πέριξ του χώρου σε σταθερά και κινητά σημεία, ενώ βιντεοσκόπησαν ολόκληρη την επιχείρηση, κατά τη διάρκεια της οποίας δεν εμφανίστηκε στο σημείο αστυνομικός.”

[οι εφημερίδες]

 

 

 

 

Τρίτη 25 Απριλίου 2023

«Νύχτα σὲ ὑμνῶ...»

 

   

 


 

Ὅμως ἀλλοῦ στρέφομαι τώρα—στὴν ἁγία, τὴν ἀνείπωτη, τὴν ἀπόκρυφη Νύχτα

Novalis, Hymnen an die Nacht

[Ύμνοι στη Νύχτα, μτφρ. Κ. Κουτσουρέλης]

 

Κρατώ στα χέρια μου τη 2η έκδοση του «Μαρτύρων και Ηρώων αίμα» του Ίωνος Δραγούμη. Τυπώθηκε στην Αθήνα από το Τυπογραφείο «Εστία» Κ. Μάισνερ και Ν. Καργαδούρη το 1914. (Η πρώτη έκδοση του βιβλίου στα 1907). Η Σαμοθράκη (1909)  και το Όσοι ζωντανοί (1911) ήταν τότε εξαντλημένα ήδη. Το βιβλίο είναι το τελευταίο λογοτεχνικό έργο που ο Δραγούμης (ανα)τύπωσε εν ζωή. Μέχρι το 1920 δεν θα πρόφταινε άλλο. Στο οπισθόφυλλο αναγράφεται τιμή δρχ. 2.

Από το παλαιοπωλείο, μόλις χτες, το αγόρασα σε σχετικά αλμυρούτσικη τιμή. Για «να πάρω  τα λεφτά μου πίσω» θα πρέπει να εισπράξω δικαιώματα από ...εβδομήντα (!) περίπου αντίτυπα των ημερολογίων του Δραγούμη που επιμελούμαι. Το αντιπαρέρχομαι. Τι να κάνουμε; Δεν υπάρχει «πίσω μου» χορηγός, κάποιος οργανισμός, ίδρυμα ή ιδιώτης που να στηρίζει την έρευνά μου ή τη βιβλιογραφική μου ενημέρωση, την τόσο απαραίτητη για την επιμέλεια-υπομνηματισμό των Τετραδίων του μακαρίτη…

Απομόνωσα επίτηδες το παρακάτω κομμάτι από το βιβλίο. Δείχνει τον ποιητικό-ρομαντικό Δραγούμη. (Υπάρχει φυσικά κι άλλος μέσα στο ίδιο βιβλίο, κρυφός και φανερός Δραγούμης).  Το βιβλίο αυτό, ο καθηγητής Ιστορίας των βυζαντινών χρόνων Ν. Ε. Καραπιδάκης το έχει χαρακτηρίσει: «σχεδόν λογοτεχνικό έργο», «ντοκουμέντο επαναστατικής δράσης», «μανιφέστο αλυτρωτικής και ανταρτικής δράσης», «αλυτρωτική και πολεμική πραγματεία» ή «εθνολογική ερμηνεία της άγριας σκέψης». (Άφθονοι συχνά δηλητηριώδεις χαρακτηρισμοί και υπαινιγμοί μπόρεσαν να χωρέσουν στο Επίμετρο της έκδοσης του 2016 του «Μαρτύρων και Ηρώων αίμα» από το Βιβλιοπωλείο της  Εστίας…)

 

                                          Yport, la nuit, Claude Monet (1840-1926)

Νύχτα καλή, Νύχτα μεγάλη, ποὺ χαϊδεύεις βάνοντας βάλσαμο στὶς πληγές, πῶς ἀγγίζεις ἁπαλά. Νύχτα λεπτή καί δροσερή, γλυκειά καὶ μεγάλη. Τ’ ἄστρα σου, διαμάντια πύρινα σκορπισμένα σὰν ἐπάνω σὲ βελοῦδο φεγγερό, κοιτάζουν ἥσυχα καὶ ὅμως δυνατά, ἄλλα πράσινα, ἄλλα κίτρινα καὶ ἄλλα ἄσπρα.

     Νύχτα βαθειά, ἡ μόνη  γλυκειά σήμερα, ἡ μόνη καλή,  ξεκουράζεις καὶ ξετεντόνεις καὶ ζωντανεύεις καὶ παίρνεις τὴ θέρμη τὴν ἀνυπόφορη καὶ ξεφορτόνεις ἀπό βάρη, ξελευθερόνεις. Σκορπίζεις τὴ θέρμη ποὺ βαστᾶ τὸν ἄνθρωπο· μόλις πρωτοπάτησε τὰ μονοπάτια σου, τὸν ἄγγιξαν τά σκοτεινά σου χάδια καὶ ἀνάσανε.

        Εἶνε πάλι ἐλευθερος ὁ ἄνθρωπος, ὁ κόσμος του δὲν εἶνε πιὰ σκοταδιασμένος ἤ ξερός καὶ ἄδειος, ἀλλά πλούσιος καὶ γεμάτος καὶ ζουμερός, ἀτελείωτος, ἀπέραντος, ἀθάνατος καὶ αἰώνιος, καὶ τὰ βάσανα τὰ ἀνθρώπινα μικραίνουν, μικραίνουν τόσο πού κατεβαίνουν στήν ἀληθινή τους θέση ἀνάμεσα στά πράγματα τοῦ κόσμου. Σύ εἶσαι ἡ μόνη ἀληθινή, σὺ εἶσαι ἡ μόνη.

Ὅταν τὰ καμώματα τῆς ἡμέρας ὅλα εἶνε σκοτεινά, ἀκάθαρττα ἤ μαῦρα, καὶ ὅταν μὲ ταράζουν καὶ μὲ ξεσκίζουν καὶ πονῶ, —πῶς νὰ σ’ εὐλογήσω, Νύχτα, πού καθαρίζεις τὴν ψυχή μου σὰν τὸν μεγάλον ἄνεμο.

      Ἀλλὰ πῶς νὰ σὲ ψάλλω, πῶς νὰ σὲ τραγουδήσω, πῶς νὰ σὲ ὑμνήσω, Νύχτα μεγάλη, ποὺ δὲν πρέπει ν’ ἀκουσθῆ καμμιά φωνή ἀνθρώπινη μέσα σου, καμμιά παράτονη, παράφωνη, τσιριχτή, ἀνυπόφορη φωνή, καμμιά μικρὴ οὐδὲ καμμιὰ μεγάλη ἀνθρώπινη φωνή, νὰ σὲ ταράξη;

        Μὲ ἤρεμα μὲ ἁπαλά χάδια, χωρὶς λόγια, Νύχτα σὲ ὑμνῶ καὶ σοῦ δίνω πίσω τά καλά πού δίνεις σύ, ἡ μόνη καλή, ἡ μόνη ἀληθινή, ἡ μόνη εὐλογημένη, ἡ μόνη.

   Νύχτα καθάρια, Νύχτα διάφανη, τέλεια, πανάγαθη.

 



 


 

  

 

Σάββατο 22 Απριλίου 2023

«Τῆς Σαλονίκης μοναχά τῆς πρέπει το καράβι»




Η μήπως το …βουβάλι;;; Γιατί σαν είδα την άγαρμπη αυτή πολυκατοικία να βγαίνει μέσα από τα νερά και να σηκώνει το κακάσχημο ανάστημά της πάνω από χθαμαλά κτίρια του λιμανιού, τον πανζουρλισμό που προκάλεσαν οι αμολημένοι έγκλειστοί της που καταπλημμύρισαν τα πέριξ καταστήματα υγειονομικού ενδιαφέροντος, πλατείες, διόδους, τριόδους και παρόδους των δρόμων στην περιοχή του κέντρου.., είπα: «να μας λείπει το βύσσινο».

Κι όλο περιμένω πια κι εγώ σαν τον Σκαρίμπα ένα ανάλαφρο κομψό καράβι με γυάλινα πανιά να μπει αρμενίζοντας με χάρη αργά αργά χρυσίζοντας τα πανιά του στη δύση διάφανο και λαμπρό…

«Μα…», θα μου πείτε «ο άρχων τουρισμός, η ατμομηχανή της οικονομίας μας,  η πολυτίμητος επένδυσις 

«Mαύρο φίδι που μας έφαγε», θα σας πω…

 

 


 

 

 

Τετάρτη 19 Απριλίου 2023

Ἀπριλίου, γενέθλιον…




Βαίνοντας αἰσίως (καί μέ τή βούλα...) στά μισά τῆς ἕβδομης δεκαετίας του βίου, κοίταζα αὐτήν ἐδῶ τήν «οἰκογενειακή φωτογραφία». Πρέπει νά εἶναι καλοκαίρι τοῦ 1962. Ἑξήντα καί βάλε  χρόνια πρίν στήν αὐλή τοῦ σπιτιοῦ μας...

Μέ συγκινεῖ αὐτή ἡ ὁμαδική σύμπνοια, ἐτοῦτο τό πειθαρχημένο καί ἀγέρωχο κοίταγμα πρός τό φακό (ὅλων πλήν ἐμοῦ τοῦ νῦν γράφοντος). Τά πρόσωπα —τά πιό πολλά χαρίεντα— φαιδρύνονται ἀπό ἐλαφρά ὑπομειδιάματα. Ἄλλα ἀμήχανα κάπως (οἱ πιό ἡλικιωμένοι... Οἱ ἄλλοι ὅλο δροσιά καί νιᾶτα). Σέ μερικούς μιά αὐστηρότητα πού τους ἀπομακρύνει, λές καί τό πρόσωπο ἐπιχειρεῖ νά ἀντλήσει κύρος ἀπό τή στιγμή. Ἀλλοῦ διαβλέπεις ἕνα εἶδος αἰσιοδοξίας. Μπορεῖ καί νά προκύπτει ἀπό κάποια πεποίθηση ἐνδόμυχη γιά μακροημέρευση. (Ἀποτύπωση τῆς ἀφοβίας θανάτου).

Τούς μέτρησα. Δεκατρείς ἀπό ὅσους βλέπω ἐδῶ, ἔχουν περάσει ἤδη ἀντίπερα. Ἐλένη, Εἰρήνη, Γιάννης, Λούδα, Βάια, Μαριάνθη, Χρῆστος, Θανασάκης, Νίτσα, Θεοχάρης, Θωμαή, Ἀναστασία, Κλεοπάτρα…

Ἕξη πορευόμαστε στή ζωή ἀκόμη. Tουτέστιν: λόκληρη ἡ λευκοντυμένη ἀκολουθία τῶν πέντε παιδιῶν (ἐγώ παράταιρος μέ τή ριγέ μπλούζα καί τό πεδιλάκι, στήν ἀγκαλιά τῆς Κλεοπάτρας) καί ἀπό τούς «μεγάλους» ἡ Ἀλεξάνδρα μέ τήν ὡραία πλεξούδα τῶν μαλλιῶν καί τήν «αὐθάδικη» κοψιά (τώρα πιά στά ὀγδόντα ἕνα της κι αὐτή).

Προσέχω τά «δοντάκια» τῆς φωτογραφίας. Δαγκώνουν τόν χωρόχρονο καί ἀποσποῦν μέ τρόπο τήν ὁμήγυριν τῶν φωτογραφιζομένων σ’ αὐτή τήν ἐφ’ἅπαξ παρηγορητική ἀποτύπωση «τοῦ ὑπάρχειν».

Μέχρι πού καί τά χρώματα στίς φωτογραφίες θά ξεθωριάσουν. Ὤσπου  στό χαρτί δέ θά μπορεῖ νά ξεχωρίσει κανείς: σκιά, ὄνειρο, ἄνθρωπο...