Τετάρτη 15 Αυγούστου 2018

Δεκαπενταύγουστος χωρίς "φίλτρο"...


Πάρος V



Αν υπάρχει κάτι σ' αυτή τη γη που να μαρτυρά την ύπαρξη



μιας θεϊκής δύναμης, είναι το φως· κι ένα απομακρο ένστικτο



παρακινεί τον άνθρωπο να αναγνωρίσει μέσω αυτού εκείνη




 την πιθανή θεότητα, ακόμα κι αν η θεμελιώδης γαλήνη


 
  
που το φως διαχέει φέρνει μαζί της μια ισοδύναμη




θεμελιώδη αγωνία, αφού πια εξ όρισμού ο θάνατος εμφανίζεται τότε σαν στέρηση φωτός*.





* Luis Cernuda, Ocnos, Mτφρ. Αντ. Κουτσουραδής

 

Δευτέρα 13 Αυγούστου 2018

Ψηλά τα λάβαρα της αγάπης!







[...] Τετράποδοι με όρθιες ουρές, οι γάτοι, δεν παίρνουν 
από δικαιολογίες ή εξηγήσεις. Δεν μπορείς να τους πεις :
 "Παιδιά λυπάμαι, είμαι χάλια, δεν μπορώ να σηκωθώ". 

Νίκος Δήμου, Η ευεργετική επίδραση των γάτων 
 [επίμετρο στο "Βιβλίο των γάτων"]. 


Ήταν ένας γάτος... Του τάγματος των ανωνύμων. Μη ρωτάτε τα "τί" και τα "πώς". Αδέσποτος των αγρών ίσως. Κάτοικος και τρόφιμος κατά περίσταση στο αγρόκτημα φίλου αδελφικού. 

Όπως τα πουλιά έρχονται να σιτιστούν στον πλούσιο οπωρώνα ή για να κλέψουν στάλες νερό από τους σωλήνες του ποτίσματος στα αυλάκια, έτσι κι αυτός ερχόταν. Αποφάγια σε γενναίες μερίδες συχνά τον περίμεναν. Αγάπης πρόσφορα... Κι όταν σε συνάξεις γιορτινές φούντωνε η χαρά, έρχονταν πάλι αυτός απρόσκλητος με την ουρά- λάβαρο ψηλά όλο γουργουρητά και νάζι. Χάδια αποζητώντας περιπαθώς. 

Αδύνατον να μη σηκωθείς όσο και αν είχες πιεί ή ντερλικώσει, κι όσα ενδιαφέροντα νόμιζες πως τάχα ήθελες να πεις και νά αποσώσεις, κι όσο καλά φανταζόσουν πως μπορούσες κείνη την ώρα τάχα να τραγουδήσεις... Αδύνατον να μην τσακιστείς να τρέξεις υπάκουα στο κάλεσμα-στην γλυκιά παράκληση... "Συγγνώμη παιδιά..." στην ανθρώπινη ομήγυρη έλεγες. Και πήγαινες. 

Πάνω από μηνα έχει να φανεί. Τα σαραντάμερα πλησιάζουν. Ελπίζω εκεί που βρίσκεται το ιστίο του εκείνο της αγάπης  θαρραλέο να αρμενίζει και να συναντά πρίμα  τον καιρό της ανταπόκρισης...







Κυριακή 12 Αυγούστου 2018

Άλλο το άλμα και άλλο το ..."τιτίβισμα"!








[...] Κοίτα η κάμαρα 
πάλι μεταμορφώθηκε σε νύχτα
κι η νύχτα σε κάμαρα.
Έξω το τίποτα λάμπει 
σε άσπρη δόξα.

"Ο χειμώνας δάσκαλος", Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ

Ψέγει τον πρωθυπουργό ο  βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ κ. Κυρίτσης ο οποίος  είχε "κατουρηθεί" -κατά δήλωσίν του- όταν συνειδητοποίησε πως μπαίνει στη Βουλή ως ένας από τους τριακόσιους εκλεκτούς του λαού [επί 7 χιλιάρικα μηνιάτικο να λέμε και του στραβού το δίκηο κι εγώ θα κατουριόμουν. Όχι τόσο από την συναίσθηση της ευθύνης μα από απέραντη χαρά για την ...βιοποριστική διευκόλυνση που μου προέκυπτε στο "'άξαφνο κι απρόσμενο"]. 

Τον ψέγει διότι τόλμησε [εθιμοτυπικώς/ως όφειλε] να συγχαρεί την πρωταθλήτρια του άλματος εις μήκος Βούλα Παπαχρήστου και από προχθές και χρυσή Πρωταθλήτρια Ευρώπης για τη νίκη της... Με ένα συντομώτατο  tweet ο βουλευτής δίνει τον ΣΥΡΙΖέϊκο τόνο στην υπόθεση: Αποδοκιμάζει τον πρωθυπουργό του κρίνοντας ως "κακή επιλογή τα συγχαρητήρια του  προς την Παπαχρήστου".  Αυτό διότι ο κ. Κυρίτσης έχει μνήμη και θυμάται πως η εν λόγω, απεχθής στο συνάφι του αθλήτρια, αποκλείστηκε από τους Ολυμπιακούς αγώνες του Λονδίνου το 2012, με άνωθεν εντολή άλλης τότε κυβέρνησης, για ρατσιστικό σχόλιό της στο  tweet και παράλληλες κακές συναναστροφές με την ναζιστική "Χρυσή Αυγή"...

Όμως ο κύριος  βουλευτής δεν θυμάται την διαδρομή της αθλήτριας στη συνέχεια. Δεν μπορεί ούτε την οδύνη, ούτε το ψυχικό άχθος που της προκάλεσε το επεισόδιο εκείνο να αναλογιστεί ή να συλλάβει. Μήτε  μπορεί να διανοηθεί τον αγώνα που προϋποθέτει μια νίκη, ένα μετάλλιο στον παγκόσμιο αθλητικό στίβο. Τί θυσίες, τί ιδρώτα, τί κόπο [πέραν -μακράν πολύ του απλού "κατουρήματος" βρίσκονται όλα αυτά!]. Επίσης ο κ. Κυρίτσης -όπως και οι όμοιοί του- φροντίζει να θυμάται [ή δεν θυμάται] απολύτως επιλεκτικά. 

PHOTO: sport24


Παροιμιώδη θα μείνουν στην πολιτική ιστορία του τόπου τα "ελαφρά τη καρδία" συγχωροχάρτια τους και η -στα όρια σκανδάλου- επιείκειά τους προς άτομα που κινούνται σε άλλους "χώρους" και με πλέον επιλήψιμες συμπεριφορές [από αυτήν της Παπαχρήστου κατά το παρελθόν]...

Καλό θα ήταν λοιπόν πρωτίστως να ασχοληθούν, ο κ. Κυρίτσης και οι συν αυτώ, με τον αβάσταχτο ιδεολογικό τους γενιτσαρισμό, την ψυχοπαθητική  τους τάση να προσπαθούν διαρκώς και σε κάθε ευκαιρία να διχάσουν τους Έλληνες, προκαλώντας χαώδη ρήγματα στον κοινωνικό ιστό, και ν' ασχοληθούν οπωσδήποτε με τα "κυστικά" τους ενοχλήματα... 

Ας αφήσουν τους ικανούς "εργάτες" να πετάνε και να κάνουν άλματα εις μήκος ή κάθ' ύψος... "πιο γρήγορα απο τη φθορά" [που θα 'λεγε και ο Ελύτης]. 

Πέμπτη 9 Αυγούστου 2018

Πάρος ΙV

"Ο προσευχόμενος των βράχων" στα Τσερδάκια






Τις μέρες που έβγαζε άνεμο 7 μποφώρ, και κύμα ανάλογο, στη θάλασσα μπροστά από το κατάλυμά μας, αλλάζαμε "γιατάκι" για το μπάνιο μας. Πιάναμε τον μικρότατο νοτιοανατολικό  απάνεμο κολπίσκο (η απολυτότητα του όρου free privacy!). Περπατώντας τις λίγες εκατοντάδες μέτρα του δρόμου ως εκεί παρατήρησα πως οι σχηματισμοί και τα ιερογλυφικά των βράχων κοντά στη θάλασσα έδιναν κι έπαιρναν οργιάζοντας με το φως. Σ' ένα τέτοιο παιγνίδισμα των φωτοσκιάσεων είδα [!!!] και τον "Προσευχόμενο των βράχων" να στέκεται αντίκρυ στον ήλιο. 

Θα μπορούσε όμως να 'ναι κι ..."ένας πέτρινος αναγνώστης" που κρατά με ευλάβεια, και με αντεστραμένη τη ράχη του, ένα βιβλίο [η προσευχή και η ανάγνωση έχουν οπωσδήποτε κοινά χαρακτηριστικά]. Διαβάζει εξώφυλλο, οπισθόφυλλο και τίτλους απέναντι στο φως. Ένας αναγνώστης των βράχων με τα χαρακτηριστικά που θα του έδιδε προσωπογραφώντας τον ο λατρεμένος Ε.Χ. Γονατάς:

 [...] Καθώς περνάει από δίπλα μου αναδίνει έντονη μυρωδιά από φύκια και άλλα θαλασσόχορτα. Το μάγουλό του το σκεπάζει ένα μαύρο πετρόψαρο, μια γλιτζερή καλογριά. Καθώς γυρίζει το κεφάλι, βλέπω κολλημένο στο άλλο του μάγουλο έναν πράσινο γύλο.

Τον συναντούσαμε κάθε μέρα στις 6.15 ακριβώς. Λίγο αργότερα  [ή αν παρελπίδα είχαμε καταφθάσει εκεί αρκετά πιο νωρίς] δεν διακρίνονταν η μορφή, την οποία  η φωτοβραχογλυπτική του  εργαστηρίου, της "μυστικής" φύσεως, κατά τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή -θαυμαστώ τω τρόπω- εποίει...


Τρίτη 7 Αυγούστου 2018

"Σημασία δεν έχει να δίνεις στο δικό σου μέρος [...]




...παρά μόνο να δίνεις".




Ο Αλέκος Ζούκας υπήρξε ένας ταλαντούχος, ιδιοφυής και προ πάντων βαθειά σκεπτόμενος άνθρωπος. Μας έγινε γνωστός ως Δημοσιογράφος, ερευνητής της λαϊκής παράδοσης, συγγραφέας, ραδιοφωνικός παραγωγός. Μετήλθε δεινά καραούλια στον βιοπορισμό και στα 56 του μόλις- νικήθηκε από τον καρκίνο.

Όσο έζησε, απόκτησε φίλους, τραγούδησε, ήπιε, γλέντησε, έγραψε, λάτρεψε πράγματα. Δεν επέτρεψε να περάσει χαμένη η περπατησιά του πάνω στη γη. Δεν έτυχε να τον γνωρίσω δια ζώσης. Δεν συναντηθήκαμε ποτέ… Ξέρω όμως πως κάποιο βράδυ, σε εκπομπή του στο ραδιόφωνο της ΕΡΑ, ξεχώρισε ένα απόσπασμα από δημοσιευμένο κείμενό μου [για το «Ματαρόα»] και το διάβασε στους ακροατές του... 

Τον θυμήθηκα σήμερα καθώς και φέτος καταρτίσθηκε το πρόγραμμα των "Δραγουμείων 2018" στην ιδιαίτερη πατρίδα. Μου έκανε καλό που η φονική του πένα ψαλίδισε για τα καλά την εθιμοτυπικώς (ανά έτος υποτροπιάζουσα), χωριάτικη -και …εντελώς «βαράτε με κι ας κλαίω»- πικρία μου:


Έλεγα πάντα - προσπαθώντας να ειρωνευτώ ή μάλλον να υπομνήσω, πως η κορυφαία στιγμή κάθε δημιουργού είναι αυτή κατά την οποία θα ερμηνεύει, ή θα απαγγέλλει τα ποιήματά του ή θα εκθέτει τα έργα του μπροστά στο ολιγομελές κοινό του καφενείου της γειτονιάς του, ή του ταβερνείου της γενέτειράς του! Έχουν φυσικά προηγηθεί οι σχετικοί θρίαμβοι, τα διάσημα πάλκα και κοσμοπολίτικα Hall΄s, οι κορυφαίες γκαλερί και οι βαρύτιμες εκδόσεις. Έχουν προηγηθεί επίσης οι έπαινοι, οι εκδοτικές επιτυχίες, τα βραβεία συνοδευόμενα πάντα από επίσημα δείπνα – και τι δυστυχία – με παρακαθήμενους, κατά κανόνα, ανθρώπους της εξουσίας, δηλαδή ανθρώπους χωρίς καμία ανθρώπινη δεξιότητα ή δημιουργική …αδυναμία. Το απόλυτο κενό! Και πάντα κάποιο βλέμμα άδειο και απαστράπτον, χρώματος ξανθού, ενίοτε, θα δείχνει τα ολόλευκα του δόντια στο φακό. Τρομερό, μασάει πάντα trident...


Η γενέτειρα καμάρωνε με τα αποκόμματα των εφημερίδων, ο δήμαρχος απηύθυνε εκκλήσεις για την παλιννόστηση των δημιουργών οργανώνοντας – προς τιμήν τους – βραδιές στις οποίες οι συγγενείς μέσα στην άβολη καινούργια τους αμφίεση έστεκαν απορημένοι μη μπορώντας να αντιληφθούν τι είναι π.χ. το «Όμποε», ή ο «Κυβισμός» και επακόλουθα «προς τι όλος αυτός ο ντόρος». Οι δημιουργοί κατσιασμένοι κάτω από κενά ή λαίμαργα βλέμματα, αισθανόμενοι όλη αυτή την πίεση δεν έβλεπαν την ώρα που επιτέλους θα αναχωρήσουν. Ο λόγος πάντα υπήρχε, κάποιο προγραμματισμένο κονσέρτο, η μια αναδρομική έκθεση κ.ο.κ. Η γενέτειρα παρέμενε σιωπηλή και απορημένη με τα αποκόμματα, άντε και καμιά συζήτηση του στυλ:

- Βρε πως μεγάλωσε έτσι ο Δημητράκης;

- Ε, όλα τα παιδιά μεγαλώνουν, Θωμά, «βαρύ γλυκό»!

- Και πως ομόρφηνε; -

- …(σιωπή).

Για το «πάπλωμα» κουβέντα. Τι να βρεις τώρα τι είναι το φλικόρνο ή ο ρομαντισμός; Άλλα λόγια ν’ αγαπιόμαστε!


Το χρέος όλων των εξηγήσεων τουλάχιστον προς τη γενέτειρα παραμένει αμείωτο, ο χρόνος κυνηγάει τους πάντες και ειδικά τους δημιουργούς, και οι ελάχιστες λέξεις «... που να στα λέω τώρα» ή «κλείσε μάνα με παίρνουν στο κινητό …» αφήνουν ένα μεγαλύτερο κενό από αυτό που προσπαθούν να κλείσουν.
 
Στην αρχή ήταν ο βιοπορισμός, μετά η καριέρα, μετά οι υποχρεώσεις μετά κάτι ακόμα. Το δυστύχημα είναι πως πάντα θα υπάρχει κάτι «μετά» που ο δημιουργός, σαν εξάρτημα της τέχνης του, θα τρέχει διαρκώς να καλύψει. Θα υπάρχει πάντα ένα ουτοπικό δίλημμα που θα υποβαθμίζει τη ζωή χάριν μιας εικονικής πραγματικότητας και θα αναβάλλει την πραγματική χαρά και απόλαυση για κάποτε. Μετά.

Φαντάστηκα λοιπόν πως μπορούμε να ξαναγίνουμε άνθρωποι, να ξαναγυρίσουμε στο γέλιο, στη χαρά και στην γυμνή αλήθεια του ανθρώπινου βλέμματος. Να ξαναδούμε τη λάμψη των ερωτευμένων ματιών και να βυθιστούμε στην απόλαυση του στοχασμού. Χωρίς λοιπόν, θριάμβους και επιτυχίες με μιαν ασήμαντη ζωή η οποία «… αποκτά νόημα όταν τη διηγούμαι σε κάποιον» (Τ. Λειβαδίτης), αποφάσισα να ξαναγυρίσω στη μικρή κλίμακα, στο ανθρώπινο μέτρο.


Κι εγώ χρωστάω σε κάποια γενέτειρα αλλά σημασία δεν έχει να δίνεις στο δικό σου μέρος παρά μόνο να δίνεις [...].



Αλέκος Ζούκας


[απόσπασμα επιστολής του προς το έντυπο «Συν-Είδηση» της ιδιαίτερης πατρίδας του]