Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πανοπτικόν. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πανοπτικόν. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 10 Ιουλίου 2025

Όταν πεθαίνει ένας τυπογράφος…

 


 

 


…Αλλά το ωραιότερο κομπλιμέντο

που είπα κάποτε σε γυναίκα

είναι ότι μυρίζει καλύτερα κι από

φρεσκοτυπωμένο βιβλίο

κι αυτό, διάολε, δεν θα

μπορούσα να το πω

αν δεν υπήρχε τυπογραφία.

 

Κώστας Δεσποινιάδης,

από τη Συλλογή «Ζέλμπα» (2017)

 

Με τον Αντώνη Μαυρογένη (1956-2025) πρωτοσυνεργαστήκαμε το 2009 όταν ετοιμάζαμε πυρετωδώς το «Ου απάν’ κι ου  κατ’ ου κόσμους»  (το πρώτο μου βιβλίο). Η έκδοση μπήκε σε προσωρινή αναστολή,  γιατί ασχοληθήκαμε, εκτάκτως, με την έκδοση της μικρής συλλογής (σχεδόν όλων των διηγημάτων) του αείμνηστου φίλου Γιώργου Γκολομπία «Ψάχνοντας το χρυσάφι» που τυπώσαμε μαζί με τον αγαπημένο φίλο και διηγηματογράφο Στάθη Κοψαχείλη ώστε να προλάβουμε να το μοιράσουμε στα σαραντάμερα του κοινού μας φίλου που είχε πεθάνει νεότατος.

Για τον Αντώνη μου είχε μιλήσει ο Γκολομπίας, ρέκτης καιόμενος (και) της τυπογραφικής τέχνης, τελειομανής, ενήμερος και λεπτολόγος, στα όρια του ψυχαναγκασμού, ισοβίως. Είχαν συνεργαστεί, λίγα χρόνια πριν (2005), στη θαυμάσια έκδοση του Μουσείου Φωτογραφίας Θεσσαλονίκης με τη συλλογή Γ. Γκολομπία και το σωσμένο αρχείο του καστοριανού φωτογράφου Λεωνίδα Παπάζογλου. Αργότερα τυπώσαμε εκεί, πάλι με έξοδα του Κοψαχείλη και δικά μου, το «Ο Άγιος Ζαμπλακάς» (2014)  διήγημα που είχε εξαιρεθεί, για τελείως ιδιαίτερους λόγους, από το «Ψάχνοντας το χρυσάφι» και μας το «χτύπησε» η αλησμόνητη Μάρη Θεοδοσοπούλου που είχε υμνήσει τη συλλογή σε μια κριτική της.

Ύστερα, «κύλησε το νερό στο αυλάκι». Μέσα σε 15 χρόνια ό,τι τύπωσα που με αφορούσε έχει τυπωθεί στο τυπογραφείο Μαυρογένης Α.Ε. του Αντώνη και των αδελφών του που συνέχισαν την τέχνη του πατέρα τους.

Ο δρόμος εκεί άνοιξε από την αρχή και στη γνωριμία-συνεργασία-φιλία με τον σπουδαίο γραφίστα Αλέξη Παπάζογλου, μόνιμου «αρχιεργάτη» του atelier του Μαυρογένη κι εγώ «μαθήτευσα» (και ξεσκόλισα γρήγορα από τα βασικά με αρκετό θράσος). Όλα μου τα βιβλία πια, από το εξώφυλλο μέχρι τους κολοφώνες, σχεδιάζονταν πρώτα από εμένα και το πλάνο υποβαλλόταν στον Αλέξη και φυσικά στον Αντώνη που είχε την εποπτεία και υψηλή επιστασία, προς υλοποίηση...

Χάρη σ’ αυτούς τους δυο απόκτησα σχετική άνεση γύρω από την αισθητική και το στήσιμο ενός βιβλίου. Στήσαμε και τυπώσαμε την πρώτη συλλογή διηγημάτων μου «Εποχιακός Διανομέας» (Πανοπτικόν, 2013). Φτιάξαμε τα «Πατριδογνωσία» (Ι και ΙΙ, 2016, 2019) και το λεύκωμα-χρονικό «Με λίγα ρούχα αιματωμένα»(2017). Επίσης, τα πονήματα του μακαρίτη δάσκαλου και φίλου Πάνου Πούγγουρα «Όταν βλασταίνουν οι τάφοι» (2017) και «Εργαστήριο Φυσιολογίας» (2018) αλλά και το μικρό βιβλίο, μ’ ένα διήγημα του ίδιου, «Στον Χορτιάτη», που μοιράστηκε αντίς κερί στα σαραντάμερά του (Ιούνιος, 2021). Ακόμα, το μικρό μου βιβλίο  «Ο άλλος χάρτης της Χίου» (2017) αφιερωμένο στην ποίηση του βορειοηπειρώτη φίλου Θωμά Στεργιόπουλου τυπώθηκε εκεί όπως και το φωτογραφικό λεύκωμα «Η Ελένη του κόσμου» (2021) στη μνήμη της αγαπημένης φίλης Ελένης Κωνσταντίνου.

Τα τελευταία χρόνια «πήγαν» εκεί η εφημερίδα «Το Βογατσικό» και μαζί το ετήσιο θεματικό  Ημερολόγιο του Συνδέσμου Βογατσιωτών Θεσσαλονίκης των οποίων είχα την  επιμέλεια. 

Στο τυπογραφείο του Αντώνη ετοιμάστηκε και τυπώθηκε επίσης η μετάφρασή μου «Ψάχνοντας βαθιά στο λαγούμι» των Allan Ropper & Bryan Burrell  από τις εκδόσεις Ροπή (2022). Στον φίλο εκδότη Πάνο Χαρίτο είχα ένθερμα συστήσει τον Αντώνη και η συνεργασία τους συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Μέχρι και τα μικρά δώρα σε φίλους (όπως πχ. η κάρτα με το ποίημα της Νιόβης Κατάκη-Παπαδημητρακοπούλου και μια φωτογραφία του Η.Χ. Παπαδημητρακόπουλου, Απρίλιος 2023) στο «τυπογραφείο Μαυρογένης» τυπώνονταν, ιδίοις αναλώμασιν, πάντα.  

Τελευταία πρόσφατη και σπουδαία (σεμνύνομαι να το λέω) η συνεργασία μας στην έκδοση είκοσι ποιημάτων του W. Β. Yeats «Για ότι έχει παρέλθει, ή διαβαίνει ή έρχεται…» στη μνήμη της μάνας μου, που μετέφρασα και εκδόθηκε από το «Χρονικό», το 2024.

Αποχαιρετώ τον Αντώνη με οδύνη. Ήλπιζα να συνεχίζαμε πολλά χρόνια ακόμα, όμως οι ουράνιες βουλές ματαίωσαν την προοπτική αυτή. Αλλά ό,τι έγινε ως εδώ καλά καμωμένο: Ποτισμένο με την  αγωνία, το μεράκι, την ανθρώπινη απελπισία που γεμίζει τυπωμένες σελίδες στους αιώνες και συνεχίζει εις πείσμα των αλλόκοτων καιρών.

Δυστυχής σήμερα, όμως πάντοτε ευτυχής και τυχερός που σε γνώρισα Αντώνη!

 

 

 

Κυριακή 7 Οκτωβρίου 2018

"Οι σέρνοντες τη δυσβάστακτη ιστορία τους..."


[για τις Αταξίες του Μόδη Γούναρη]


Ζωγραφική του Μόδη Γούναρη, Θεσσαλονίκη.

[...] Ο ήλιος κόντευε στη χάση του. Κι όλα τα πρόσωπα ήμασταν εκεί. Κατά μόνας πρωταγωνιστές, αντάξιος του δράματός του ο καθένας. Ο χαρούμενος περιπατητής, ο στοχαστικός ονειροπόλος, η στρατευμένη αθλήτρια, οι ερωτευμένοι ρολίστες. Οι σέρνοντες τη δυσβάστακτη ιστορία τους. Οι έκπληκτες κυρίες που ακόμα δεν κατάλαβαν πως πέρασαν έτσι τα χρόνια. Ο πρόσφατα χειρουργημένος με δυό ή τρία  bay-pass που αποφάσισε να επανέλθει στην ομαλοτητα θωρακίζοντας το μυκάρδιό του που τόσο παραμέλησε. Ο βαρεμένος με το βαρύ παλτό και τα αθλητικά παπούτσια, που έχει στο χέρι του το βιβλιαράκι των ψαλμών. Και εγώ, να προσδοκώ απέλπιδα μια νέα μύηση που να έχει τη γεύση του νοήματος "ενώ συναμα αναρωτιέμαι "τί να κάνει άραγε αυτή".









Συμπεριλαμβανομένης και της νεότευκτης έκδοσης με τις  «Αταξίες» δυσκολεύτηκα είν’ αλήθεια να βάλω σε …τάξη τα βιβλία για να τα συμπεριλάβω όλα στο κάδρο της φωτογραφίας. (Kαθότι μπόλικη η τυπωμένη σοδειά του φίλου μέσα στα τελευταία 20 χρόνια). 

Το έβδομο λοιπόν κατά σειρά βιβλίο του Μόδη Γούναρη οι «Αταξίες» αποτελεί γεγονός. Προηγήθηκαν μια ποιητική συλλογή, τρία μυθιστορήματα, ένα  ‒ όχι και τόσο  «παιδικό» ‒  παραμύθι, ένα βιβλίο με μικρές ιστορίες-διηγήματα. Το βιβλίο αυτό είναι το τρίτο του κατά σειρά που εκδίδεται από τις εκδόσεις «Πανοπτικόν» του φίλου Κώστα Δεσποινιάδη.



Οι «Αταξίες», στις εβδομήντα σελίδες τους, περιλαμβάνουν έξη διηγήματα μέσα στα οποία πρωταγωνιστεί πάντοτε κάποιος …άτακτος. Ένας δηλαδή που αντιδρά, δυσανασχετεί, στενάζει εξ αιτίας του ρόλου ή της θέσης που του δόθηκε και τον στέλνει "στη γωνία"-στο περιθώριο. Φροντίζει, ως εκ τούτου, να  μας δηλώσει το δικό του «παρών» συχνά με άκομψο, ενοχλητικό, θορυβώδη ή δραματικό τρόπο.


Ο Μόδης, ως άτομο κοινωνικά ενεργό, δημιουργικό, ανήσυχο και αεικίνητο αλλά και εξαιτίας της ιδιότητάς του [ψυχίατρος και δραστήριο μέλος του Κοινωνικού ιατρείου αλληλεγγύης] γίνεται μονίμως δέκτης «αιτημάτων» που εκφράζονται με λόγια [ή χωρίς αυτά…] κι έρχεται αντιμέτωπος με, ακατανόητες σε πρώτη ματιά, πράξεις από λογής «στιγματισμένους» [όχι μόνον της «Κρίσης»], από ανθρώπους «στο όριο» - εν κινδύνω, ανθρώπους σε πτώση, εν απογνώσει, ηττημένους, κοινωνικά αποκλεισμένους. 

Έργο μικτής τεχνικής του Μόδη Γούναρη
Το βιβλίο αυτό του Μόδη Γούναρη, με τις ιστορίες-στιγμιότυπα από το εν εξελίξει …«καινούργιο ελληνικό κοινωνικό δράμα» αποτελεί την διατύπωση μιας  κραυγής. 

Αφήνοντας κατά μέρος τις λογοτεχνικές αρετές ή την λεξιλαγνική εκζήτηση, ο συγγραφέας άλλοτε με έμμεσο και άλλοτε με ωμό και  με απροσχημάτιστο - καταγγελτικό τρόπο χαρίζει σ’ αυτήν την κραυγή ικανή ένταση κάνοντάς την ν’ ακουστεί. Ρίχνοντας περισσότερο φως καταφέρνει να κάνει τον άνθρωπο του «Υπογείου» να λάμψει … «ενοχλητικά» μπροστά στα «απενοχοποιημένα» μάτια μας. Οι λαμπρές  ιδέες της αλληλεγγύης και της αλληλοβοήθειας διαπνέουν ολόκληρη την έκταση του βιβλίου και την ουσία των διηγήσεων. Ως αιτήματα προς εκπλήρωση. 

Ζωγραφική του Μόδη Γούναρη
Στο διήγημα «Μάρκος», ο απελπισμένος αγώνας ενός εφήβου να αναζητήσει ταυτότητα δολοφονώντας πρότυπα (ο πατέρας: το ατσαλάκωτο στέλεχος της αριστεράς, το δυνατό και γοητευτικό αρσενικό), κοντεύει να τον οδηγήσει στον αφανισμό. Οι χωρισμένοι γονείς του θα σκύψουν, κάτω από την πίεση των γεγονότων, σε μια  ‒ επιτέλους! ‒ συναντίληψη για την βοήθεια στον λατρεμένο καρπό του [άλλοτε] ερωτά τους. 

Στον «χαρταετό» εκείνος ο κρεμασμένος στα κλαδιά ενός δέντρου χαρταετός ‒ του και ζωγράφου Μόδη στο εξώφυλλο (είναι οι ίδιοι χαρταετοί που εμπλέκονται σε ένα σωρό ζωγραφιές του ως  motto, μανιέρα ή εμμονή) από περίεργη σύμπνοια της τύχης και των ιδιαίτερων ανέμων που επιστρατεύονται  να φυσήξουν, καταστρατηγώντας  τους νόμους της αεροδυναμικής και άλλους ακόμα θεμελιώδεις φυσικούς νόμους  (χωρίς ζύγια και χωρίς σπάγκο) ξεφεύγει [πες το: «λυτρώνεται»!] από τα χέρια του καθ’ όλα προνοητικού και επιμελούς πατέρα και  υψώνεται αυτόνομος στον ουρανός (ο δραπέτης, ο φυγάς, ο εκδικητής). Παιδικό όνειρο, η λύτρωση της φυγής «από τη φωλιά» ή μήπως η Ουτοπία αυτοπροσώπως διατυπωμένη σε διήγημα;

Ζωγραφική του Μόδη Γούναρη

Στην «Δοκιμασία» [όπου δοκιμάζεται το δίπολο «μάννα-παιδί»] δεν γίνεται φανερό ποιός δοκιμάζεται περισσότερο: Η γυναίκα που, αντιμετωπίζοντας έναν δυσβάστακτο χωρισμό,  επιχειρεί να αυτοχειριαστεί παρασέρνοντας μαζί της στον αφανισμό και το μονάκριβο παιδί της ή η αγάπη του παιδιού προς την μητέρα που δεν ακυρώνεται και δεν πτοείται ακόμα κι όταν το αντίτιμό της είναι «Θάνατος»; Η Αγάπη νικά με λυτρωτικό τρόπο στο τέλος… [Ή μήπως πάλι το όλον εγχείρημα δεν αποτελεί παρά μια πρόβα τζενεράλε πριν από την «επιτυχή» προσπάθεια;].

Στο διήγημα « Η δασκάλα», το  bullying εκ μέρους μιας …δάσκαλας με «κώτσο» / του κατηχητικού [που περιγράφεται με τα μελανότερα χρώματα της πνευματικής, συναισθηματικής και ηθικής στέγνιας],  προς την μικρή Βάσω, τερματίζεται με μια αποστομωτική χειρονομία.  Η οριστική απώθηση της σκοτεινής της επίδρασης  γίνεται με τη βοήθεια ενός είδους αυτοσχέδιου, τελετουργικού ... βουντού της μικρής επάνω στην χαρισμένη από την δασκάλα κούκλα…

φωτ. Ν. Τσίγκας

Στν «Παραλία» η βόλτα [όλων ημών!] διαταράσσεται από το απεχθές και ανεπιθύμητο σε όλους χαμίνι, το μικρό «γυφτάκι», τον αποδιοπομπαίο άνθρωπο,  τον αδέσποτο, τον ‒ ενοχλητικά ‒  κατά μόνας περιφερόμενο. Σαν αγάλματα, μαρμαρωμένοι μέσα σε εμμονές και στερεότυπα, νομίζοντας πως «βολτάρουμε», νιώθουμε εκείνον με τους ζαλιστικούς ελιγμούς του ανάμεσά μας να μας διαπερνά σαν βέλος. Ακόμα κι όταν μας προσφέρει αφιλοκερδώς ένα χέρι βοηθείας ή πασχίζει να μπει "στο παιχνίδι μας",  δηλώνοντας παρών... Συγκλονίζει η (όχι βέβαια πρωτόγνωρη) σκηνή όπου «το γυφτάκι» παίζει μόνο του στην έρημη παιδική χαρά ή διασχίζει κάθετα και χωρίς καμιά προφύλαξη την κεντρική λεωφόρο. Εκεί όπου περνάμε ανυποψίαστοι και με βασιλική σχεδόν  έπαρση, εποχούμενοι σε  λάμποντα, πολυτελή και  γρήγορα αμάξια…

Ζωγραφική του Μόδη Γούναρη
Στη «Φτώχεια», όπου χρησιμοποιείται μια ρήση του Μαχάτμα Γκάντι [«Η φτώχεια είναι η χειρότερη μορφή βίας»],  ένα παιδί μυείται στα μυστικά του σκοτεινού βασιλείου της ένδειας και της ανάγκης. Η αμαρτία [κλοπή] που γίνεται επ’ αγαθώ δεν διαπράττεται τυχαία σε παγκάρι εκκλησίας: Αν δεν καταλαβαίνουν οι άνθρωποι είναι βέβαιο πως καταλαβαίνει και θα συγχωρέσει ο Θεός…. [όμως μπορεί και να μην συμβαίνει το ίδιο με τους «ανθρώπους του Θεού» με σχήμα ή χωρίς…]. 

Έγραφα ψες βράδυ σε φίλο συγγραφέα: το βιβλίο αυτό αποτελεί μια τίμια, ουτοπική αναζήτηση της δικαιοσύνης και της αναρχικής, σχεδόν χριστιανικής, διατύπωσης του πάντοτε επίκαιρου και επείγοντος αιτήματος της Αγάπης. Μια καταγγελία των πάσης φύσεως «αποκλεισμών»με τα μάτια ενός σχεδόν εξηντάχρονου [ακόμα εφήβου…].




Κυριακή 25 Οκτωβρίου 2015

Το ...μαλθακό και το γενναίο «όχι»*



Με αφορμή την επέτειο του "ΟΧΙ", μικρή-πικρή  προσέγγιση της ελληνικής δυστοπίας, μέσα από τον στοχαστικό και ωραίο λόγο του Γεράσιμου Λυκιαρδόπουλου**
(από  κείμενα που τυπώθηκανείκοσι χρόνια πριν!!!)



[…] Με την παντιέρα κουρέλι και τη χολέρα να κόβει βόλτες εκεί που ηχούσαν κάποτε τραγούδια
 Γιατί παρατήσαμε το τιμόνι στην Αδιαφορία.
 Γιατί σαϊτέψαμε από ανία το ερημικό πουλί που κάθισε κάποτε στη πρύμη μας.

Αρχαίες ιστορίες, μοντέρνες όμως οι συνέπειες.



 
Αλέξανδρος Αλεξανδράκης Ὑπὲρ βωμῶν καὶ ἑστιῶν




[…] Όχι λοιπόν για να μας αναγνωρίσουν οι άλλοι ως ισότιμο μέλος της «πεπολιτισμένης» Ευρώπης, αλλά για να μπορέσουμε εμείς οι ίδιοι να αναγνωρίσουμε τον εαυτό μας σαν Έλληνες (και Όχι σαν μια κακομοιριασμένη μάζα καρπαζοεισπρακτόρων φανφαρώνων) χρειάζεται να αναγνωρίσουμε τη ελληνικότητά μας εκεί όπου την πραγματοποίησαν εκείνοι των οποίων θέλουμε να λεγόμαστε απόγονοι, αντί να την αναζητούμε εκεί όπου αναζήτησαν την γερμανικότητά τους εκείνοι που πριν από μισό αιώνα κατέστρεψαν και κατασυκοφάντησαν τη Γερμανία.


[…] Τα σύνορα βέβαια δεν καταργούνται. Αλλά τα σύνορα (πρέπει να) ορίζουν μια εστία, Όχι μια φυλακή ή ένα στρατόπεδο συγκεντρώσεως. Υπερασπίζεται κανείς την εστία του, όχι τη φυλακή του. Κι ένας τόπος γίνεται φυλακή, στρατόπεδο συγκεντρώσεως ή τρελοκομείο όταν ως μόνη εναλλακτική απάντηση στον λιπαρό καταναλωτισμό επικρατούν οι πάσης φύσεως λιτοδίαιτοι χομεϊνισμοί.


[..] Αν είναι, λοιπόν, να επιβιώσουμε, να επιβιώσουμε σαν άνθρωποι, Όχι σαν τρωγλοδύτες. Πεθαίνει κανείς για κάτι για το οποίο αξίζει να ζειαυτή είναι η αντίφαση που μάς ορίζει κι αυτή είναι και η μόνη "εθνική μας ταυτότητα". Η οποία βέβαια δεν κινδυνεύει από την αμερικάνικη ή την ιταλική μουσική αλλά από τον κυρίαρχο "ήχο της Ομόνοιας" :  από τον ελληνικό μηδενισμό που υψώνει πολυκατοικίες, από τα δολοφονικά Σαββατοκύριακα τού Τίποτα, από το καλπάζον ψέμα που το λέμε τώρα "παραμύθιασμα" συκοφαντώντας τα παραμύθιαη "εθνική μας ταυτότητα" κινδυνεύει από τον γιάπη, τον μάγκα και τον χούλιγκαν που αναδύονται στα σπλάχνα της.

(ξαναδιαβάζοντας τον Λορέντζο Μαβίλη, δηλαδή τη ζωή και τον θάνατο τού Λορέντζου Μαβίλη : Να πεθάνεις για κάτι που ν' αξίζει σημαίνει πρώτα - πρώτα να βρεις κάτι που να σε κάνει να ζήσεις. Μια πατρίδα – o altra cosa).

Αποσπάσματα από το μικρό βιβλίο με "Άνθρωπος στη θάλασσαΣυνειρμοί και προκηρύξεις" του Γεράσιμου Λυκιαρδόπουλου, εκδόσεις Ύψιλον/βιβλία 1995. [ Πιο συγκεκριμένα από τα κείμενα:  «Βρυκόλακες», «Λόγος υπέρ πατρίδος» και «Επίλογος»].


photo:N.T.



* Μαλθακό, γενναίο με το νόημα που λαβαίνουν τον "Επιτάφιο του Περικλέους" [ ( ...) άνευ μαλακίας, (...) ελεύθερον το εύψυχον).

**Το καινούργιο κάνετε ΚΛΙΚ ΕΔΩ--> τεύχος (20) του περιοδικού «Πανοπτικόν», που εκδίδει μετά κόπων & βασάνων ο φίλος Κώστας Δεσποινιάδης, είναι αφιερωμένο στον σπουδαίο εκδότη, ποιητή, δοκιμιογράφο και διανοητή Γεράσιμο Λυκιαρδόπουλο.