Κυριακή 22 Ιουλίου 2018

Πάρος ΙΙ


Ο "ελληνόδοξος" ζωγράφος-χαράκτης- εικονογράφος-αγιογράφος-ποιητής-συγγραφέας- εκδότης Ράλλης Κοψίδης στο Δρυό της Πάρου και αλλού...





[...] Πολλοί που αγόρασαν ένα έργο μου ούτε καν υποψιάζονται, τι αίμα και δάκρυα κρέμασαν στον τοίχο...  

[...] Οι ζωγραφιές μου είναι μικρά ερημονήσια. Ο μέγας ήλιος σπίτια ρακένδυτα φλογίζει. Δυσοίωνα λόγια γράφουν σκοτεινές ταμπέλες. Άνθρωποι που έγιναν φώτα και φέγγουν, την αμίλητη θάλασσα φω­τίζουν. Οι ζωγραφιές μου είναι μικρά ερημονήσια. Όπου τα λόγια γίνονται κομμάτια. Μορφές αγαπητές συχνοδιαβαίνουν, τους φράχτες του καιρού, και με κυτάζουν. Και κάτι λεν που μόνο εγώ τ’ ακούω. Και μέσα από σπασμένους τσιμεντόλιθους, και μέσα από σκουπίδια βγαίνουνε τ’ αγκάθια. Και φωτοστέφανα αγκαθένια πλέκουν, για τα μακρυνά τ’ αθώρητα είδωλά μου.

ΡΑΛΛΗΣ ΚΟΨΙΔΗΣ



Αναζητήσαμε τα χνάρια του Ράλλη Κοψίδη (1929-2010) στην Πάρο.  Οδηγοί μας για να βρούμε το σπίτι του στο Δρυό  ή να συναντήσουμε -μερικά ...κτιστά [!] τις περισσότερες φορές- έργα του, στάθηκαν ο Χάρης Χαραλάμπους [ένας δημιουργικός και προικισμένος άνθρωπος που διατηρεί  το καλύτερο ίσως «μπακάλικο» στο νησί με μια σπάνια όσο και πλούσια παρακαταθήκη από ελληνικά ντελικατέσεν και κρασιά] και βέβαια ο λατρευτός Η.Χ. Παπαδημητρακόπουλος με την αρχοντική σύζυγό του Νιόβη που μας άνοιξαν την πόρτα του σπιτιού τους και μας δέχτηκαν...



 Η οδός Ράλλη Κοψίδη, όπου και το σπίτι του ζωγράφου βρίσκεται, πορεύεται ανάμεσα σε σταροχώραφα στη άκρη του "αναπτυσσόμενου" οικισμού και οδηγεί σε απόκρημνη πλαγιά προς τη θάλασσα. Σπίτι "χθαμαλόν" και στο μέτρο του ανθρώπου. Σπίτι ριζωμένο στις ακρώρειες του οικισμού (όπως στις παρυφές  της ανθρώπινης κοινωνίας ο  Ράλλης Κοψίδης πορεύτηκε).

[...] Γύρω μου εγωπαθείς, απατεώνες, λεφτάδες, ψεύτες με δίκαιες σημαίες, φανατικοί, βλάκες, μεγαλομανείς, χυδαίοι, κακόψυχοι, κοιλιόδουλοι, άρπαγες, λύκοι. Οχυρωμένος κάθομαι πίσω απόνα μετερίζι. Γιατί είναι πόλεμος η ζωή κι είναι ντουφέκι η ζωγραφική. Απ’ όσα βάσα­να έχει ο ντουνιάς είχα και γω ένα μεγάλο μερ­τικό. Κι αυτό το μετερίζι με φύλαξε, αλλοιώς θα μ’ έτρωγαν οι λύκοι με τη γραβάτα της τελευταί­ας μόδας. Δυο βήματα από κει σταματούσαν. Δεν μπορούσαν άλλο να προχωρήσουν. Γιατί δεν φαντά­ζεσαι τι μεγάλη δύναμη είναι η ζωγραφική.


Ναι πράγματι, ο Ράλλης Κοψίδης έψαξε κάποτε με πάθος μέσα στα σκουπίδια εμμονικά αναζητώντας όσα οι  άνθρωποι πετούν ως άχρηστα αναδεικνύοντάς τα  σε λαμπερά, θαυμαστά και χρήσιμα: Γυαλιά, σπασμενες πορσελάνες, πλακάκια, πιάτα, παιχνίδια και άλλα αντικείμενα... Παιδεμένος άνθρωπος, φυσιολάτρης, κοσμογυριστής,  ιδιόρρυθμος, ασυμβίβαστος, πολυπράγμων, ευφυής, ποιητικός με τάλαντο εικαστικού τεχνίτη σπουδαίο άφησε το ίχνος του στον κόσμο. Τα σουρρεαλιστικά στοιχεία στη τέχνη του ανασταίνουν, χαρίζουν φτερά και ζωηρά χρώματα, προσφέρουν αειφορία σε όσα θανάτωσε ο "πολιτισμός" και η "πρόοδος". 

Στο τέλος οι ζωγραφιές, τα λόγια και τα γραφτά του Ράλλη Κοψίδη θαρρώ πως έγιναν σπασμένες πέτρες και βότσαλα, κεραμικά και λαξευμένα μάρμαρα για να στηρίξουν λιθοδομές ή εμβολιζόμενα καταλλήλως να κοσμήσουν καίρια τους τοίχους ταπεινών κατασκευών... Ενσωματώθηκαν στα λογής κτίσματα συχνά με τρόπο  περιπαιχτικά προκλητικό, αγέρωχο, καταγγελτικό, υπερασπιστικό μιας άλλη "μνήμης". Σαν πυρετός εξέγερσης και αντίστασης στον δυνατό άνεμο που μέλλεται να τα σαρώσει κάποτε όλα...

 


«Το μυθιστόρημα του Νίκου Γ. Πεντζίκη "Ανδρέας Δημακούδης" που κυκλοφόρησε το 1934 έχει ως υπότιτλο (ή και δεύτερο τίτλο) τη φράση "ένας νέος μονάχος" - ή μοναχός; Έτσι έβλεπα στην καθημερινή του ζωή τον Ράλλη Κοψίδη. Απόμακρο μέσα στην τύρβη της ζωής, ποιητή του ελάχιστου, λάτρη του απέριττου, υμνωδό του ταπεινού. Έτσι στα γραπτά του (και έχει γράψει πολλά), έτσι και στη ζωγραφική του. Ακούραστος περιπατητής, λιτότατος (πενιχρός την περιβολήν) πραγματοποίησε με τη γυναίκα του Μαρία που του παραστάθηκε ηρωικά και στα στερνά του χρόνια περίλαμπρες εκδρομές σε απρόσιτα μοναστήρια, σε αρχαίες λίμνες, σε προϊστορικούς οικισμούς, μαζεύοντας σπασμένα γυαλιά, πέτρες, βότσαλα, κεραμικά - που θα μεταμορφώνονταν στη συνέχεια στους πίνακές του με τα βουνά της Λήμνου (τα κάστρα, τα ακτινοβόλα γυναικεία πρόσωπα, που τα παράστεκαν από μακριά, παλιές σπασμένες παιδικές κούκλες) ή στα εκλεκτικά ψηφιδωτά με τα όποια κοσμούσε την αυλή του σπιτιού του στην Πάρο».

                                                                Η.Χ. Παπαδημητρακόπουλος


Ράλλη Κοψίδη Η Κυμοθόη [στο σπίτι του Ηλία & της Νιόβης στην Πάρο]
 

"Ζωγραφίζω και εγώ λοιπόν πάντοτε τις αρχαίες ακτές μας. Τεράστια λουλούδια, ίσως μια άνθιση ελπίδας, βγαίνουν από μακρινά ακρωτήρια. Ένας άνθρωπος εκεί στο βάθος στέκεται και αγναντεύει. Πάλι εγώ είμαι αυτός ο άνθρωπος. Εγώ είμαι  τα λουλούδια, εγώ είμαι το ακρωτήριο, εγώ είμαι το σμήνος τα θαλασσοπούλια που υπερίπτανται" […] 

                                                                        ΡΑΛΛΗΣ ΚΟΨΙΔΗΣ 

Ρ. Κοψίδη Σινασός [στο γραφείο του Η.Χ.Π.]




[...] Τώρα που ήρθε η στιγμή να ζωγραφίσω πια τον εαυτό μου, εγκαταλείποντας τα ξένα και τα λογικά, ξαναγυρίζω στις γρηές τις μαυρομαντηλούσες. Στα παιδικά βεράνια μου ξαναγυρίζω. Στα κάστρα, στα χαλάσματα στ’ αγκάθια. “Έλα”, μου λένε, “να μας εικονίσεις. Κι αν έφυγες εκεί που τρέχουν οι άλλοι, εμείς στιγμή δεν φύγαμε από κον­τά σου.” “Έκανες λάθος. Οι ξένες διδαχές δεν σου ταιργιάζουν.” Έτσι, με όση λαχτάρα πήγα στη βυζαντινή ζωγραφική, μ’ άλλη τόση έφυγα από κοντά της. Το ίδιο κι απ’ τις φτηνές σειρήνες του “Λαϊκι­σμού”. Πρέπει να πω και τώρα που κάνω κάτι σαν απολογία, πως η Ελλάδα είναι πάντα για μένα το στημόνι. Όχι γιατί “πρέπει”. Συχαίνομαι πια τα πάσης φύσεως “πρέπει”. Που τα λένε συνήθως, συ­νετοί γέροι, με λόγια ευλαβή, νουνεχή και γεμάτη “σωφροσύνην”. Τα παληά μισοσβυσμένα είδωλα μου έρχονται τώρα. Σα νάμαι φωτογράφος, και μου λένε: “Βγάλε μας μια φωτογραφία για ‘ενθύμιον’”.


Λεπτομέρεια απο το τοίχο του σπιτιού του Ρ.Κ. στο Δρυό




Λεπτομέρεια σε τοίχο του σπιτιού του Ηλία και της Νιόβης.



Λεπτομέρεια σε τοίχο του σπιτιού του Ηλία και της Νιόβης.


Λεπτομέρεια απο το τοίχο του σπιτιού του Ρ.Κ. στο Δρυό



Χρήσιμοι σύνδεσμοι 
[απ' όπου και τα αποσπάσματα από τα κείμενα του Ράλλη Κοψίδη που παρατίθενται.Τη φροντίδα των "σελίδων" έχει η κόρη του ζωγράφου Σοφία]: Ραλλης Κοψιδης facebook  &  ΡΑΛΛΗΣ ΚΟΨΙΔΗΣ
 

Παρασκευή 20 Ιουλίου 2018

Πάρος Ι


στους εορτάζοντες
Ηλία Χ. Παπαδημητρακόπουλο
Ηλία Κουτσούκο
Ηλία Παπαμόσχο!


Λοιπόν, τα κυπαρίσσια.






Αυτοί οι αυστηροί καθεδρικοί





της δέντρινης ναοδομίας...


Τετάρτη 18 Ιουλίου 2018

Τριακόσιοι είκοσι (μείον τρεις...)






Έπεφτε το φως πάνω στο καμπαναριό της Παναγιάς της Εκατονταπυλιανής στην Παροικιά. Το παριανό μάρμαρο  δέχονταν υπομονετικά το κοφτερό φώς κι ύστερα το επέστρεφε  μαλακώνοντας το  με τρόπο μοναδικό.  Φέγγοντας πια το ίδιο από μέσα του...
"Ίσως αυτό είναι π α τ ρ ί δ α..."  ψιθύρισα. 

Ύστερα από λίγο ξεφυλλίζοντας την εφημερίδα είδα πως "φωτισμένοι άνθρωποι" [όχι και τόσο ανιδιοτελείς... αν συμπεράνω από τους "καλλιτεχνικούς ή πνευματικούς" θώκους που αυτή τη στιγμή κατέχουν ή κατά καιρούς έχουν καταλάβει] να διαλαλούν -καταμεσήμερο ντάλα ο θεός από πάνω μας- την "ιδεολογική πραμάτεια" τους:


[...] Εμείς, αριστεροί, δημοκράτες, προοδευτικοί πολίτες, στηρίζουμε τη Συμφωνία, γιατί είμαστε κατά των εθνικισμών και των αναθεωρητισμών, γιατί είμαστε υπέρ μιας ειρηνικής, αλληλέγγυας ευρωπαϊκής, βαλκανικής γειτονιάς, γιατί η Συμφωνία υπερβαίνει τις εθνικιστικές και θρησκευτικές εντάσεις. Είμαστε υπέρ της αξιοπρέπειας των λαών. Στηρίζουμε τη Συμφωνία γιατί πιστεύουμε ότι είναι πατριωτικό, διεθνιστικό και δημοκρατικό μας καθήκον.

Και εγένετο σκότος...  

Διότι:  σκέφτηκα πως -δεν μπορεί...- θα υπάρχει ένας [έστω ένας!] βουβός και θορυβημένος  έλληνας Μακεδόνας εκεί πάνω στα βόρεια που νυχθημερόν καθυβρίζεται-λοιδωρείται- απομονώνεται ως ακραίο στοιχείο, ως εθνικιστής, ακροδεξιός, τραμπούκος ή φασίστας ενώ διόλου δεν ρωτήθηκε, κι επίσης ποτέ δεν του ζητήθηκε,  να βάλει την υπογραφή του σε δήλωση  ή διακήρυξη συμπαράστασης στους θαυμάσιους χειρισμούς των χαρισματικών της διπλωματίας μας ["επί του προκειμένου"...].

 Είμαστε υπέρ της αξιοπρέπειας των λαών. Γράφουν οι πεφωτισμένοι. Ακριβώς... Όπως το λέει κι ο κ. Ντιμιτρόφ: Αν απορριφθεί η συμφωνία, έστω και με 1 ψήφο, θα παραδεχθούμε ότι είναι λάθος...

Εδώ υπάρχουν 320 -μείον τρία- ωραιότατα ΝΑΙ. Μας φτάνουν και μας παραφτάνουν... 
Τραβούμε μπροστά:  

             [...]  υπέρ της αξιοπρέπειας των λαών.






Σάββατο 7 Ιουλίου 2018

Διακοπαί...







 
[...] υφίσταμαι τη ζωή ωσάν περιφραστικός γαλαξίας
όσιος του κακού και μάρτυρας του πόνου.
Χάρμα η ξιπολιά σε καλοκαίρια ρωμαίικα!

 Νίκος Καρούζος, "Μετά το δείπνο"


 

Πέμπτη 5 Ιουλίου 2018

Τι μου ψιθύρισε στ' αυτί ένας σκύλος...




«Ντροπή σας», «πολιτικός απατεώνας», «το παιδί για όλες τις δουλειές», «ψεύτης», «χυδαίος», «συκοφάντης» ήταν μερικοί μόνο από τους χαρακτηρισμούς που χρησιμοποίησαν οι Αλέξης Τσίπρας και Κυριάκος Μητσοτάκης στις κατά μέτωπο επιθέσεις που εξαπέλυσαν ο ένας στον άλλον.   
                                                 
                                                                                                                                [οι εφημερίδες]






Αδέσποτος [απολύτως, βεβαιώ!], με σωματότυπο λαρτζ, λίαν ογκώδης, φουλ μπαϊλντισμένος. Κάθονταν στωϊκός πορτιέρος, σαν να φύλαγε τις σκοτεινές πύλες του Άδη [στον 'Αραχθο, εκεί στην Τσαμουριά μπρεεε...] καταμεσήμερο  Ιουλίου ζεστό - σαν της ζοφερής κολάσεως παραπαίδι. Και με την κοφτερή και φαρμακερή  σοφία που έχουν τα ζώα αφού μου διάβασε [την είχα πάθει για τα  καλά τη θερμοπληξία ηλίου φαεινότερον...] το σχετικό απόσπασμα της εφημερίδας έκλεισε την σύντομη συνομιλία μας, με τους στίχους    του ευφυεστάτου, του μεγίστου των αθυροστόμων και μπερμπάντηδων, του εναργεστάτου και αθεράπευτου κομμουνιστού Κώστα Βάρναλη:

[...] Δειλοί, μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα, προσμένουμε, ίσως, κάποιο θάμα.

Αυτά ο Αλέξης κι ο Κυριάκος... 
Ώρα Ελλάδος βαρειά μεταμεσημβρινή της ραστώνης και της παραλυσίας των "φευγάτων"...





Δευτέρα 2 Ιουλίου 2018

"Lucy in the sky with the diamonds…"






[...] Newspaper taxis appear on the shore
Waiting to take you away
Climb in the back with your head in the clouds
And you're gone

The Beatles



Κυριακή προς το μεσημεράκι. Ήμουν εκεί για να εκτιμήσω την κατάσταση και να δούμε τι θα κάνουμε με την «άνοια της γιαγιάς». Και οι δυο θυγατέρες της ήσαν εκεί.  

Αυτή κοντά ενενήντα. Ζει ολομόναχη από τότε που πέθανε ο άντρας της (κατάκοιτος τα τελευταία χρόνια). Οι κόρες της έρχονται εκ περιτροπής μια φορά την ημέρα για λίγες δουλειές και συντροφιά. Το βράδυ, για μια δυο ώρες, έρχεται και μια γυναίκα μ' ένα μικρό μισθό και της κάνει παρέα ώσπου να κοιμηθεί. Από την πολυκατοικία τώρα πια κανείς. Όλες οι φίλες της στην οικοδομή έχουν πεθάνει. Στο κτίριο μένουν πολλοί «ξένοι»: από χίλιες καρυδιές καρύδια».  Δεν πληρώνουν ούτε τα κοινόχρηστα κι έτσι θυροτηλέφωνα, κουδούνια και φώτα στους διαδρόμους και τις σκάλες δεν λειτουργούν και δεν ανάβουν. Μόνον το ασανσέρ βρέθηκε τρόπος να λειτουργεί. Η ίδια με προχωρημένο καταρράκτη, με διαλυμένη τη μέση της από κάποιο πέσιμο στις σκάλες της εκκλησίας και με θεοσκότεινα έξω –πίσσα μαύρη πού να πάει πια; Κάθεται αναγκαστικά στο σπίτι. Έχει και μια μικροσκοπική  τηλεόραση δεν ξεχωρίζει ούτε πρόσωπα εκεί μέσα. Συντροφιά λοιπόν κανείς πέρα από ελάχιστες ώρες...

Από σήμερα είναι ακόμα χειρότερα… Γιατί  σήμερα το πρωί πέθανε και «η Λούσυ». Δεκατριών χρονών κλεισμένα. Άρρωστη ήταν η καημενούλα εδώ και είκοσι μέρες. Κάτι συνέβαινε με τα έντερά της. Καθόλου δεν έτρωγε. Είχε χωθεί κάτω από το κρεβάτι και αρνούνταν πεισματικά κάθε τροφή. Ψες βράδυ όμως ξαναφάνηκε και πήγε κατευθείαν στο πιατάκι με το φαγητό της. Έφαγε λιγάκι. «Τό βγαλε» αμέσως. Κι ύστερα με δυσκολία ανέβηκε πάνω στο κρεβάτι της γριάς και ζάρωσε να κοιμηθεί κοντά της. Εκείνη ούτε που το πήρε είδηση ότι έγινε…

Το πρωί που ήρθαν οι θυγατέρες τη βρήκαν ακίνητη με ορθάνοιχτα τα μάτια στα πόδια της γριάς. «Ήταν καλό γατί γιατρέ. Είχε δυο όμορφα πράσινα ματάκια. Σαν άνθρωπος καταλάβαινε. Από τότε που μου την κουβάλησε  ο εγγονός μου μόνιμη παρεούλα και φιλενάδα». Βγάζει η θυγατέρα «το τάμπλετ» και μου δείχνει μια φωτογραφία. Όμορφη γάτα! Παίρνει τη συσκευή, κοιτάζει για λίγο την εικόνα κι έπειτα φέρνει την οθόνη κοντά στο πρόσωπο σαν εικόνισμα κι ακουμπάει απάνω τα χείλη της. «Αχ Λούσυ μου… αχ καλό μου, κοριτσάκι μου!». 

Ο γαμπρός της σαν το έμαθε «Τη Λούση», είπε, «βγάλτε την στο μπαλκόνι. Θα έρθω εγώ να την πάρω». Μήτε που ήθελε ν’ ακούσει πως θα την πέταγαν στο σκουπιδοτενεκέ. Τη σαβάνωσαν σε μια εφημερίδα, την τύλιξαν και σε κάτι πανιά. Και τον περίμεναν όπου να ’ναι να’ ρθει να πάρει τη γατούλα της γιαγιάς να την παραχώσει στο κτήμα ενός φίλου στην Επανωμή. 

Και δεν θέλει άλλη γάτα η κυρία Μαρία. Με τίποτα. Κι όσο περνούσε η ώρα… "η «άνοια πήγαινε περίπατο". Η θλίψη, η υποχρεωτική μοναξιά,  η απελπισία της ηλικίας, δήλωναν το μέγα "παρών". 

Φεύγοντας όμως είχαμε συμφωνήσει πως στο σπίτι θα έρχονταν καινούργιο γατί. Μαζί με κάτι λίγα φάρμακα  φυσικά και  δεν  θα άλλαζε ολότελα η ζωή εδώ… Όμως θα είχε πλέον μεγαλύτερη παρηγοριά στο σπίτι μέσα και λιγότερο σκοτάδι στον διάδρομο «εκεί έξω». 

Σε τοίχο προτού μπω στο αμάξι «βγες από τη λήθη σου πριν βυθιστείς μ…» «…Μέσα στο ακατανόητο!» έπιασα τον εαυτό μου να μουρμουρίζει συμπληρώνοντας τη μισοτελειωμένη μουντζούρα… 

Να μιλούσε άραγε στη "Λούση ο τοίχος;