Παρασκευή, 6 Απριλίου 2018

Μεγάλο Σάββατο



Και διαγενομένου του Σαββάτου...
[ένα όνειρο του Πάνου Θ. Πούγγουρα*]

 

Στον τάφο του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι 
                                                                            Τίχβιν / Αγ. Πετρούπολη [φωτ. Ν.Τ.]


“[…]  Είναι φορές που επανέρχεται κάποιο όνειρο σαν στοχασμός, σαν τύψη για τα ανεκμετάλλευτα  ̶ τα «χαμένα» ̶  χρόνια. Γίνεται ένα μεγάλο γεύμα· το τραπέζι με όλα τα καλά επάνω και τα μαχαιροπήρουνα ασημένια, ακριβά ποτά και κρυστάλλινα ποτήρια, από κάπου έρχονται μυρωδιές από φρεσκομαγειρεμένα  φαγητά και γλυκίσματα. Παράξενο πως κατορθώνει – πράγμα καθόλου συνηθισμένο  να διατηρείται και στον ξύπνο η οσμή από το όνειρο, τα λουλούδια στις γωνίες έξω από το τραπέζι. Πλησιάζω κοντά στους συνδαιτυμόνες, όμως κάτι με εμποδίζει, ποτέ δεν ξεκαθαρίζεται τί ακριβώς είπα, ούτε τί μου απάντησαν εκείνοι, κάπου ακούγεται κάτι από την ακολουθία του Νυμφίου 
 
                 «…και ένδυμα ουκ έχω, ίνα εισέλθω εν αυτώ»… 

Πού το πάει, σκέφτομαι, χωρίς κανείς να απαντήσει και η συνέχεια έρχεται πάλι από την ίδια φωνή που ψάλλει  

«Λάμπρυνόν μου τη στολήν της ψυχής...». 

Και πάλι … «η είσοδός απαγορεύεται»  ̶ ενώ οι πόρτες ορθάνοιχτες ̶  γιατί; Με πλησιάζει κάποιος και μου δίνει ένα σακουλάκι με φαγώσιμα.
«Είναι κάτι για σένα», μου λέει.
«Ελεημοσύνη...», ψελλίζω περίπου οργισμένος.   

 «Πάρτο όπως θες, πάντως δεν οφείλεται σε κανενός άλλου υπαιτιότητα εκτός από τη δική σου», μου αντιγύρισε. Το άνοιξα. Έχει ένα μπιφτέκι που τρωγόταν με ευκολία, και ψίχα ψωμιού που δεν χρειαζόταν μάσημα. «Κάτι θα γευθείς και σύ, ίσως μπορούσες περισσότερα, όμως τώρα είναι πλέον αργά. Κατάλαβες»;
«Είναι σαν από μετάφραση, αυτό θέλεις να πεις, έτσι;» Κι εκείνος κουνά με ελαφρά κατάφαση το κεφάλι. Δηλαδή εμείς απολαμβάνουμε όλον τον πλούτο της ρώσικης λογοτεχνίας μόνον από μετάφραση... 

Και να σκεφτεί κάποιος ότι χρόνια και χρόνια δεν άφηνα τον «Ηλίθιο» να φτάσει στο τέλος του, τον ήθελα σαν μια έγνοια που δεν έπρεπε να πάρει θέση στο ράφι, και ας υπήρχε τότε  μια και μοναδική μετάφραση. του Άρη Αλεξάνδρου.

Χάνομαι στους διαλόγους στο μοναστήρι από τους «Αδελφούς Καραμάζοφ», μήτε μια προσευχή δεν περισσεύει. «Θεέ μου», λες, «ας μην τελειώσει ποτέ». Πόσοι και πόσοι δεν δοκίμασαν να περάσουν, δίχως επιτυχία, στη λογοτεχνία τα πρόσκαιρα διαβάσματά τους από φιλοσοφικά και θεολογικά έργα ή δοκίμια... Αν τους έχουν μείνει ερωτηματικά ας προστρέξουν για τον τρόπο στον Ντοστογιέφσκι, που υπαγόρευε στη γραμματέα του τα προπωλημένα κείμενά του προτού πάει να στρωθεί πότε στην τσόχα, πότε στη ρουλέτα. Πού καιρός για σημειώσεις; Κοίτα πώς γράφεται η μεγάλη λογοτεχνία! [...]” 
 









*Από το βιβλίο του Π. Πούγγουρα Όταν βλασταίνουν οι τάφοι-Σκέψεις στα νεκροταφεία της Αγίας Πετρούπολης, που τυπώθηκε τον Δεκέμβριο του 2017 στη Θεσσαλονίκη











Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου